ΘΕΑΤΡΟ

1 ερώτηση 3 απαντήσεις: Σε ποιο ρόλο θυμάστε τον Μηνά Χατζησάββα;

1-erotisi-3-apantiseis-se-poio-rolo-thymaste-ton-mina-chatzisavva-2113874

Γιώργος Σαρηγιάννης
δημοσιογράφος σε θέματα πολιτισμού

Δεν θα θυμηθώ έναν από τους ρόλους που σημάδεψαν την καριέρα του Μηνά Χατζησάββα. Δεν θα θυμηθώ έναν από τους μεγάλους ρόλους του. Θα θυμηθώ τον ρόλο με τον οποίο έχει σφηνωθεί στο μυαλό μου. Ενα ρόλο που ούτε στο βιογραφικό του δεν υπάρχει. Τον τελευταίο του στο Ανοιχτό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη: τον Κλέρκερ στην «Τελευταία κραυγή», ένα μονόπρακτο του Ινγκμαρ Μπέργκμαν, που ο Μιχαηλίδης είχε ανεβάσει μαζί μ’ ένα ακόμη, το «Μετά την πρόβα», τον Ιανουάριο του 1998. Ενας αποτυχημένος σκηνοθέτης του –βωβού ακόμη– κινηματογράφου που εκλιπαρεί –Σουηδία του 1920 περίπου– ένα μεγαλοπαραγωγό για να του δώσει μια τελευταία ευκαιρία. Μονόλογος, ουσιαστικά, ήταν, με τον απεγνωσμένο, ταπεινωμένο καλλιτέχνη να ταπεινώνεται ακόμη περισσότερο: να μιλάει ακατάπαυστα, αλλά τα επιχειρήματά του σαν να χτυπάνε σε ντουβάρι.

Θυμάμαι ένα ρόλο που ισορροπούσε στην κόψη του ξυραφιού: ανάμεσα στο γελοίο και το τραγικό. Τον Μηνά Χατζησάββα, με 29 χρόνια καριέρας, τότε, ήδη, στο ενεργητικό του, πενηντάρη πια, τον είχα δει σε όλους σχεδόν τους ρόλους του. Αλλά αυτός που έβλεπα στη σκηνή δεν ήταν ο Χατζησάββας που γνώριζα. Ηταν ένας άλλος. Γι’ αυτό και τον θεωρώ τον καλύτερο που έκανε.

Γιάννης Μόσχος
σκηνοθέτης

Είναι πραγματικά δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς μία και μόνη από τις ερμηνείες του Μηνά, αισθάνεσαι πως θα αδικήσεις τόσο πολλές άλλες. Θα αναφερθώ λοιπόν στην πρώτη φορά που τον είδα στο θέατρο, παιδί τότε, 18 μόλις ετών, στη «Λούλου» του Βέντεκιντ στο Ανοιχτό Θέατρο του Γιώργου Μιχαηλίδη, τον χειμώνα 1988-89, όπου ο Μηνάς συμμετείχε παίζοντας δύο «δεύτερους» ρόλους. Θυμάμαι σαν τώρα την εντύπωση που μου προκάλεσε από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε στη σκηνή. Οπως όλοι οι μεγάλοι ηθοποιοί, έτσι και ο Μηνάς, μαγνήτιζε το βλέμμα σου επί σκηνής. Και χωρίς ποτέ να έχει πρόθεση να ξεχωρίσει από τους άλλους συναδέλφους του, πάντα τον ξεχώριζες. Γιατί ο Μηνάς δεν ήταν αυτό που συνηθίζουμε να λέμε «πρωταγωνιστής», αλλά Ηθοποιός (ναι, το ήτα κεφαλαίο), που πίστευε σε ένα θέατρο ουσίας και ήταν, και είναι, για όλους μας υπόδειγμα ήθους, καλλιτεχνικής τόλμης, ελευθερίας. Και είμαι βέβαιος πως πολύ θα χαιρόταν που ο θάνατός του αναζωπύρωσε τη συζήτηση για θέματα-ταμπού στη βαλκάνια τριτοκοσμική χώρα μας. Σε ευχαριστούμε, Μηνά, για όσα εν ζωή, αλλά και μετά θάνατον, μας δώρισες.

Αμαλία Μουτούση
ηθοποιός

Δεν μπορώ να θυμηθώ τον Μηνά στη σκηνή. Σε όποιο ρόλο και να τον σκεφτώ, βλέπω συνεχώς μπροστά μου το αληθινό του πρόσωπο. Πρωτοπαίξαμε μαζί το καλοκαίρι του 2008 στην Επίδαυρο, στον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Αντζελας Μπρούσκου. Ημασταν το ζευγάρι Αγαμέμνων – Κλυταιμνήστρα και ο Μηνάς, που μου ’λεγε πάντα πόσο ήθελε να είμαστε ζευγάρι στη σκηνή, όλο παραπονιόταν: «Μα τι ζευγάρι καταραμένο είναι αυτό που μας έλαχε; Ενας άνδρας και μία γυναίκα που δεν βρέθηκαν ποτέ μαζί. Αυτός ο Αγαμέμνων όλο λείπει». Το επόμενο καλοκαίρι πάλι ζευγάρι: Δαρείος και Ατοσσα στους «Πέρσες» του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Μ. Γκότσεφ, και περάσαμε όλο το καλοκαίρι μαζί. Τότε βρήκα τον αληθινό μου Αγαμέμνονα. Μέναμε στα ίδια ξενοδοχεία, κολυμπούσαμε μαζί στη θάλασσα, τρώγαμε μαζί τα μεσημέρια, παίρναμε το πρωινό μας παρέα. Με περίμενε στις ταράτσες των ξενοδοχείων πάντα σε κάποιο τραπέζι άκρη-άκρη, φρεσκοπλυμένος και όμορφα ντυμένος. Στη θάλασσα κολυμπούσαμε μαζί στα βαθιά και όταν βγαίναμε έξω, έφερνε αμέσως το κολλύριο για τα μάτια του. Αυτά τα μάτια που ήταν πάντα παραπονεμένα, γιατί όσο και να τον αγαπούσες, ποτέ δεν του έφτανε. Να μου κλείσει δωμάτιο, να με περιμένει να πάμε στην παράσταση, να βλέπει πότε τέλειωσε το ποτό μου. Αυτός ήταν ο Μηνάς για μένα, μια καρδιά γεμάτη φως. Ενας Αγαμέμνονας που δεν έλειψε από κοντά μου ούτε στιγμή.