ΘΕΑΤΡΟ

Η «Οπερα της πεντάρας» σε σκηνικό inox τον 21ο αιώνα

h-opera-ths-pentaras---nantia-kontogewrgh-xrhstos-loylhs------kika-gewrgioy-lydia-fwtopoyloy_2
h-opera-ths-pentaras---aggelos-papadhmhtrioy-karyofyllia------karampeth
h-opera-ths-pentaras---elenh-mpoyklh-basilhs-mylwnas-------nikos-kara8anos
h-opera-ths-pentaras
h-opera-ths-pentaras---mixalhs-afolagian-karyofyllia------karampeth-mpamphs-galiatsatos

Μέχρι ν' αρχίσει η παράσταση, προσπαθούσα να ενταχθώ στο σκηνογραφικό σύμπαν που είχε στήσει στη σκηνή του «Παλλάς» η Εύα Μανιδάκη: ατομικά κουβούκλια, με κομπιούτερ και ακουστικά το καθένα μέσα, με διαχωριστικά ασφαλώς ­έτσι ώστε να μην επικοινωνούν οι εργαζόμενοι­ άβολα σκαμπό για κάθισμα. Χρώμα inox, ουδέτερο, απρόσωπο, μεταμοντέρνο, ψυχρό. Ενα βάθρο για τους επικεφαλής και τα αφεντικά στη μέση της σκηνής και πολλά κουμπιά που χειρίζονταν μόνο αυτοί και ένα μεγάλο μάτι που έβλεπε από ψηλά τα πάντα… Το μάτι της τεχνολογίας; Το μάτι της παγκοσμιοποίησης; Ηταν το σκηνικό για το ανέβασμα της μπρεχτικής «Οπερας της πεντάρας» στην Αθήνα του 2016, στην Ευρώπη του 2016, στον πλανήτη του 2016.

Ο Γιάννης Χουβαρδάς υπογράφει το εγχείρημα του πιο γνωστού (από τη μουσική του Κουρτ Βάιλ πρωτίστως) έργου του Μπέρτολτ Μπερχτ. Σ' αυτό το ψυχρό σκηνικό στήνεται ο κόσμος της «Οπερας της πεντάρας», και σ' αυτό το σύμπαν ο Γιάννης Χουβαρδάς τοποθετεί «ζητιάνους, πόρνες, μικροεγκληματίες, αστυνομικούς, μικρά και μεγάλα αφεντικά». Ολες τις φυλές της κοινωνίας, όλοι οι χαρακτήρες, υπετονισμένοι, υπερβολικοι, με τα μικροπάθη τους, τις αδυναμίες, τους, τα ευάλωτα σημεία τους, την υποταγή τους στις εκάστοτε εξουσίες ή τη μοναχική πορεία τους… Και οι θεατές επιχειρούν να παρακολουθήσουν πώς ένα κείμενο που παρουσιάστηκε το 1928 μπορεί να γίνει εξίσου συγγενές και απτό το 2016. Αυτό δεν είναι άλλωστε το στοίχημα με τα μεγάλα και διαχρονικά κείμενα;

Ο Γιάννης Χουβαρδάς είχε και αυτή τη φορά στη διάθεσή του την dream team των Ελλήνων ηθοποιών. Ηξερε ότι στηρίζεται και επάνω τους. Στον Χρήστο Λούλη, στον Νίκο Καραθάνο, στην Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, στον Αγγελο Παπαδημητρίου, στη Λυδία Φωτοπούλου. Ηξερε ασφαλώς (εμείς δεν ξέραμε ίσως το εύρος του ταλέντου της) ότι στηρίζεται και στην Νάντια Κοντογεώργη, στην υποκριτική της ευχέρεια και στη σπουδαία φωνή της. Και αυτή η φωνή της, όπως και η έξοχη φωνή του Χρήστου Λούλη, απέδωσαν υπέροχα τα τραγούδια του Κουρτ Βάιλ, και όπως και τότε, στην πρώτη παρουσίαση της «Οπερας της πεντάρας», αυτά μάγευαν και καθήλωναν πρωτίστως. Μόνο που τα τραγούδια είναι μέρος της παράστασης. Είναι μέρος αυτής της αλλόκοτης όπερας­ γιατί πώς να γίνει όπερα χωρίς τραγούδι; Και τα λόγια των τραγουδιών (ο Γιώργος Δεπάστας, που υπογράφει τη μετάφραση, έχει μεγάλο μερίδιο «ευθύνης» στη συναισθηματική φόρτσιση των θεατών, αλλά και στη «γέφυρα» της παράστασης από το τότε στο τώρα): «Κάποια ξένη ράτσα/ χλωμή ή μαύρη φάτσα, σημάδεψε/ και κάνε της τα μούτρα/ ΚΥΜΑ»∙

«Είμαστε αχρείοι δυστυχώς/ ο κόσμος μας είναι φτωχός/ κι ο άνθρωπος είναι κακός»∙ «Μόνο όποιος έχει χρήμα ζει καλά»∙ «Πρέπει και ο φτωχός που δεν αντέχει/ από την πίτα μερτικό να έχει»∙«Κι αν στη ζωή ετούτη δεν είσαι αρκετά κακός/ όσο και να πασχίσεις δεν θα δεις το φως», λένε μερικά από τα τραγούδια είτε στο «Ντουέτο της ζήλειας» (από τα πολύ ωραία της παράστασης), είτε στο «Τραγούδι για την ανεπάρκεια της ανθρώπινης προσπάθειας», είτε στην «Τζέννυ των Πειρατών», είτε στο παγίγνωστο «Μακ με το μαχαίρι».

Ο Γιάννης Χουβαρδάς μας έδωσε όλα όσα υποσχέθηκε στο σκηνοθετικό του σημειώμα: χιούμορ, ειρωνεία, αυτοσαρκασμό, θεατρική μαγεία, και «μια παράσταση με σαφείς στόχους, που να είναι ταυτόχρονα πιστή στο πρωτότυπο, σοβαρή χωρίς σοβαροφάνεια, κωμική χωρίς ευκολίες, ελκυστική στο κοινό και υψηλού καλλιτεχνικού επιπέδου». Και μας έδωσε επίσης ένα πανόραμα απ' όλα τα είδη θεάτρου, αφού αυτό είναι η «Οπερα της πεντάρας». Κι ας κατέφυγε, κάποιες στιγμές, σε φόρμες που έχουμε ξαναδεί σε δουλειές του∙ κι ας είχαμε ξαναδεί να βιντεοσκοπούνται επί σκηνής ηθοποιοί της παράστασης ­και πολύ πρόσφατα, στους «Καραμάζοφ» του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας∙ κι ας ήταν μάλλον ατυχές το κοστούμι του αφηγητή που πολύ καταπίεζε τον Νίκο Καραθάνο (στον άλλο ρόλο που έπαιζε, του επιθεωρητή Μπράουν, έδειξε όλη τη γκάμα του). Πταίσματα. Γιατί η παράσταση είχε στόχους, χιούμορ, ειρωνεία και αυτοσαρκασμό, ήταν σοβαρή χωρίς σοβαροφάνεια, ήταν κωμική χωρίς ευκολίες, ήταν ελκυστική στο κοινό και υψηλού καλλιτεχνικού επιπέδου. Ισως το άλλο ολέθριο «σφάλμα» του Γιάννη Χουβαρδά να ήταν ότι δεν κατάφερε να μας κάνει να ακολουθήσουμε τη «γραμμή» της μπρεχτικής αποστασιοποίησης. Υπήρξαν πολλές στιγμές που το συναίσθημα ξεχείλιζε∙ που η πίκρα κυριαρχούσε ­σε στιγμές π.χ. που ακούγονταν οι φράσεις «φερθήκαμε επιπόλαια στη γη» ή «εφτάσαμε εδώ από απληστία»∙ που ένα τραγούδι και κάποιες ερμηνείες μάγευαν. Αλλά ίσως αυτός να είναι ο τρόπος για την «Οπερα της πεντάρας» το 2016. Στο «Παλλάς» είδαμε ένα επικό θέατρο, έτσι όπως το είχε σκεφτεί ο Μπρεχτ μόνο που δεν ξέρω αν το κοινό σήμερα είναι «χαλαρωμένο και ήρεμο, που παρακολουθεί με ήσυχη επαγρύπνυση τα δρώμενα». Ισως αυτό να είναι το ζητούμενο, όχι απλώς για το κοινό των μπρεχτικών παραστάσεων, αλλά για τις κοινωνίες του 2016.

Info: Την παράσταση συνοδεύει 12μελής ορχήστρα υπό τη διεύθυνση του Θοδωρή Οικονόμου. Παραστάσεις: Τετάρτη και Κυριακή 7.30μ.μ., Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, 8.30μ.μ. Διάρκεια 3 ώρες με το διάλειμμα.