ΘΕΑΤΡΟ

By me: William Shakespeare

by-me-william-shakespeare-2146250

Λονδίνο, 20 Ιουνίου 2016, λίγες ημέρες πριν από το ιστορικό δημοψήφισμα του Brexit. Στη σκηνή του θεάτρου «Αλμέιντα», ο Ρέιφ Φάινς. Με μαύρο κοστούμι, μαύρο πουλόβερ και μαύρο μπαστούνι. «Τώρα ο χειμώνας της θλίψης μας / έγινε λαμπρό καλοκαίρι από τον ήλιο του Γιορκ», είναι οι πρώτες φράσεις του δύσμορφου Ριχάρδου Γ΄. Ως το τέλος, ελάχιστα θα αλλάξουν στο σκηνικό. Το μαύρο κυριαρχεί, ο φωτισμός υποτυπώδης, πίσω από μια κουρτίνα από πλαστικά κρόσσια ο θρόνος, στον τοίχο από τούβλα προβάλλει κάθε φόρα μια καινούργια νεκροκεφαλή· σύνολο οκτώ, όσοι οι φόνοι του Ριχάρδου.

Φέτος συμπληρώθηκαν 400 χρόνια από τον θάνατο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ (23 Απριλίου 1616). Στον ιστότοπο Shakespeare400. org μπορεί να πάρει κανείς μια γεύση των εκδηλώσεων, εκθέσεων, δράσεων, παραστάσεων, εκδόσεων με τις οποίες οι Βρετανοί τιμούν έναν οικουμενικό μύθο. Η παράσταση του «Ριχάρδου Γ΄», ενταγμένη στην επέτειο, sold out ώς την τελευταία ημέρα (6 Αυγούστου), με τον Ρέιφ Φάινς και τη Βανέσα Ρεντγκρέιβ, ήταν καλλιτεχνικό γεγονός στο θερινό Λονδίνο, με τους κριτικούς να την εγκωμιάζουν, αποδίδοντας εύσημα στις ερμηνείες αλλά και να διατυπώνουν, συγκρατημένα, κάποιες επιμέρους ενστάσεις για τη σκηνοθεσία.

Διαχρονικά ερωτήματα

Δεκαετίες τώρα επανέρχονται τα ίδια διαχρονικά ερωτήματα για τις σκηνοθετικές ερμηνείες των σαιξπηρικών ηρώων, κλασικές, κλασικίζουσες, μοντέρνες ή μεταμοντέρνες. Για τη σημασία των λέξεων (κοπιώδης και αμείλικτη η μεταφραστική αναμέτρηση), για τους χαρακτήρες, για το σαιξπηρικό δράμα που μοιάζει απολύτως οικείο και ταυτόχρονα πάρα πολύ πλούσιο για να το κατανοήσουμε. «Ο Σαίξπηρ διανοίγει τόσο τους χαρακτήρες του σε μια πληθώρα προοπτικών που γίνονται αναλυτικά εργαλεία για να μας κρίνουν», όπως υπογραμμίζει ο Χάρολντ Μπλουμ στον «Δυτικό Κανόνα». «Αν είστε ηθικολόγοι, ο Φάλσταφ σας εξοργίζει· αν είστε κυνικοί, η Ροζαλίντα σας αποκαλύπτει· αν είστε δογματικοί, ο Αμλετ σας διαφεύγει διαπαντός. Κι αν είστε απ’ αυτούς που έχουν την εξήγηση των πάντων, οι μεγάλοι ήρωες-κακοί θα σας απελπίσουν».

Και ο Ριχάρδος Γ΄; Μας απελπίζει τόσο «πανούργος, δόλιος και ύπουλος» που είναι, όπως παραδέχεται κιόλας ο ίδιος στην πρώτη σκηνή του έργου; Ο Φάινς επιλέγει να ενισχύσει το σαρδόνιο πνεύμα του χαρακτήρα. Ψυχρός, αφύσικα κυνικός, περιφρονεί και απεχθάνεται τους άλλους, ειδικά τις γυναίκες, όσο και τον εαυτό του. Η δύσμορφη φιγούρα, με το πόδι που σέρνει και την καμπούρα, φωτίζεται μέσα στο μαύρο της σκηνής, στα μαύρα και η ίδια, μοναχική και απόλυτη. Τα σκοτάδια της ψυχής δεν θα μπορούσαν να «εικονογραφηθούν» πιο λιτά και περιεκτικά. Κάποιες φορές κρατάει ένα ποτήρι ουίσκι. Μετά την παρωδία στέψης, θα κρεμάσει το στέμμα στο μπράτσο του θρόνου. Το κοινό εκεί που γελά με τον σαρκασμό του, εκεί και παγώνει από το κακό, τη βαρβαρότητα που δεν γνωρίζει όρια. Αν και σοφιστικέ, ο Ριχάρδος του Φάινς σε σκηνοθεσία του Ρούπερτ Γκουλντ, καλλιτεχνικού διευθυντή του «Αλμέιντα» από το 2013, μυρίζει αίμα και απελπισία· ενώ δεν φαίνεται, είναι κυρίαρχο στο βλέμμα, στην κίνηση, στην καταστροφή που σπέρνει.

Τα σύγχρονα στοιχεία (ένα κινητό, το ποτήρι με το ουίσκι) εμφανίζονται ελάχιστα· πινελιές. Η σκηνοθετική γραμμή είναι λιτή, σχεδόν δωρική. Σκληρή, γιατί είναι υπόκωφη. Δεν υψώνει τη φωνή ούτε η βασίλισσα Μαργαρίτα όταν καταριέται τον «σατανά», «άτιμο δολοφόνο» Ριχάρδο.

Από τον τάφο

Στην έναρξη της παράστασης, ο Γκουλντ έχει προσθέσει μια εικόνα: ανασκαφείς με μάσκες, ανασύρουν από έναν τάφο ένα κρανίο. Δίπλα, οι κάμερες κινηματογραφούν. Ευθεία αναφορά στην αποκάλυψη του σκελετού του Ριχάρδου Γ΄, που θεωρείτο χαμένος για αιώνες, το 2012, σε δημοτικό πάρκινγκ στην πόλη του Λέστερ. Ο τελευταίος βασιλιάς του οίκου των Γιορκ κηδεύτηκε το 2015, 530 χρόνια μετά την ήττα του στο Μπόζγουορθ. Τα βρετανικά μέσα ενημέρωσης επικεντρώθηκαν με ενδιαφέρον στα ευρήματα και στις ιστορίες που συνδέονται με τον σκελετό και κυρίως τα σενάρια που θέλουν να τίθεται θέμα νομιμότητας στη διαδοχή του θρόνου, καθώς οι γενετικές εξετάσεις στα οστά του έκρυβαν ένα νόθο παιδί… Είναι, άραγε, η ημιδιαλυμένη, κάπως εφιαλτική, κούκλα που κουβαλάει, συμβολικά, η γηραιά βασίλισσα Μαργαρίτα (Βανέσα Ρεντγκρέιβ), χήρα του δολοφονημένου από τον Ριχάρδο Ερρίκου του ΣΤ΄; Ποιος ξέρει… Μπορεί και όχι.

Ηταν η ημέρα με την πανσέληνο του Ιουνίου που παρακολούθησα την παράσταση στο «Αλμέιντα» (ένα ιστορικό κτίριο του 1837 που άλλαξε πολλές χρήσεις μέχρι να γίνει θέατρο το 1980) στο Ισλινγκτον. Συνοικία δημοφιλής, πολύ ζωντανή, εναλλακτική αλλά ακριβή, στιλάτη, γεμάτη μοδάτα εστιατόρια, μπουτίκ, καλλιτέχνες, διασημότητες, κοσμικούς, νέους επαγγελματίες, εργαζομένους υψηλού βιοτικού επιπέδου. Νωρίς το απόγευμα (στις 7 μ.μ. άρχιζε η παράσταση), η κίνηση αυξημένη, οι δρόμοι γεμάτοι, ο καιρός πολύ ευχάριστος. Στις 10.30 μ.μ. η Σελήνη ήταν ολόγιομη και η σκιά του Ριχάρδου παρούσα…

Κανένας δραματικός ποιητής δεν αγαπήθηκε, αναλύθηκε, κρίθηκε, ερμηνεύτηκε όσο ο Σαίξπηρ. «Το ελάχιστο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι ο “κύκνος του Αίηβον” (Στράτφορντ-απόν-Αίηβον, η γενέτειρά του) μπόρεσε να εκφράσει με απαρομοίαστη διαλεκτική οξύτητα, δραματική πληρότητα και λυρική γλαφυρότητα, την προβληματική και την αγωνία της ανθρώπινης ύπαρξης πέρα από καιρούς και τόπους», όπως έχει συνοψίσει με ακρίβεια και πυκνότητα ο Μάριος Πλωρίτης. «Αδιάκοπα εναλλάσσονται και συνυπάρχουν η πνευματική και ηθική έξαρση και η εωσφορική ζοφερότητα, η άκρατη μέθη του πάθους και η απύθμενη οδύνη των παθών, η απέραντη βούληση και η πεπερασμένη μπόρεση, το “ον” και το “δέον”, ο αγαθοποιός Αριελ και ο κτηνώδης Κάλιμπαν η απελπισμένη κραυγή της ύπαρξης και η απελπιστική “σιωπή των ουρανών”».

«Ο καθρέφτης να κρατηθεί ανέπαφος»

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Χουβαρδάς παρουσίασε πρόσφατα δύο τολμηρές «αναγνώσεις» του Σαίξπηρ: τον «Αμλετ» (2015, στη Στέγη Γραμμάτων) σε μετάφραση Διονύση Καψάλη, με πρωταγωνιστή τον Χρήστο Λούλη, και τον «Ριχάρδο Γ΄» (2015-2016 Εθνικό Θέατρο), σε μετάφραση Νίκου Χατζόπουλου, με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Λιγνάδη. Του ζητήσαμε να απαντήσει στο διπλό ερώτημα: «Τι καθιστά τον Σαίξπηρ, διαρκώς, σύγχρονό μας; Μεταβάλλεται το ύφος των παραστάσεων στον χρόνο και προς ποια κατεύθυνση;».

«Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι ευθύς εξαρχής: ο Σαίξπηρ ήταν, είναι και θα είναι, από μόνος του και χωρίς καμία βοήθεια, σύγχρονος της κάθε εποχής που ασχολείται μαζί του. 
»Οπως όλοι οι μεγάλοι ποιητές, κοιτά στην κάθε ιστορική εποχή που περνά την κρυμμένη, βαθύτερη αλήθεια της. Το θέμα είναι αν ο εκάστοτε “σύγχρονος” καλλιτέχνης, κοιτώντας τον ποιητή, διαθέτει τη διορατικότητα να το αναγνωρίσει αυτό ή περιπλανιέται σε λάθος δρόμους, προσπαθώντας, φιλότιμα ίσως αλλά μάταια, να τον “εκσυγχρονίσει”. Ο καθρέφτης είναι καθρέφτης, δεν “εκσυγχρονίζεται”.

»Ο διορατικός λοιπόν καλλιτέχνης μπορεί φυσικά –έως και επιβάλλεται– να ανα-καλύψει, να ανα-πλάσει, να ανα-μορφώσει τον ποιητή, απαραιτήτως όμως αφουγκραζόμενος τον εσωτερικό του παλμό και προσαρμόζοντας τον δικό του πάνω σ’ εκείνον του ποιητή. Ετσι, μπορεί, τηρώντας το πνεύμα του ποιητή, να λειτουργήσει ελεύθερα ως προς το γράμμα του, φέρνοντας την όψη, το πολιτισμικό περιβάλλον, τα ακούσματα, τη γλώσσα και τη “γλώσσα” του κοντύτερα στη δική του εποχή. Το πλαίσιο, δηλαδή. Αρκεί να κρατήσει ανέπαφο τον καθρέφτη.

»Δεν έχει λοιπόν καμία σημασία η επιφάνεια μιας παράστασης του Σαίξπηρ, μπορεί να είναι ή να μην είναι σύγχρονη της εποχής του σκηνοθέτη, μπορεί να αλλάζει από εποχή σε εποχή, μπορεί ακόμα και να κάνει αγνώριστο το προσωπείο του ποιητή, κανένα πρόβλημα (γιατί ας μην ξεχνάμε πως όλοι οι μεγάλοι ποιητές φορούσαν προσωπεία στα έργα τους, όλα τα μεγάλα έργα είναι ποιητικές μεταφορές), σημασία έχει αν αυτή η επιφάνεια καλύπτει ή αποκαλύπτει τη διαχρονική ουσία του πρωτότυπου. Αν το κάνει, επιτρέπει και στον καλλιτέχνη να συμβαδίζει με την εποχή του και στον Σαίξπηρ να είναι σύγχρονός του».

Η «Διαθήκη» από τον Διονύση Καψάλη

Ο Διονύσης Καψάλης, διευθυντής του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης, μεταφραστής, ποιητής και δοκιμιογράφος, εξέδωσε την άνοιξη του 2016 (εκδ. Αγρα) τη «Διαθήκη – 25 Μαρτίου 1616», ένα φυλλάδιο 10 σελίδων για τα 400 χρόνια από τον θάνατο του Σαίξπηρ. Μεταφέρουμε ένα απόσπασμα:
«Γραφή νοτάριου ή δικηγόρου / σε τρία φύλλα folio, γραμμένα / μόνο στη μία όψη, κι από κάτω, / σε κάθε μια σελίδα, η υπογραφή του / αδιαμφισβήτητη, όπως κι οι λέξεις / By me, από εμένα: William Shakespeare. / Το είχα ξαναδεί πολλές φορές / αυτό το έγγραφο, μεταγραμμένο / ή σε facsimile· δεν είναι λίγο / να σώζεται ολόκληρη η διαθήκη / του ανθρώπου που έγραψε τον Ληρ, τον Αμλετ, / την Τρικυμία, τ’ Ονειρο, τον Μάκβεθ, / ή τα Σονέτα του – και μόνο αυτά / θα έφταναν και με το παραπάνω, / θα γέμιζε η ζωή μας θαυμασμό. / Ναι, τη διαθήκη του την ήξερα, / την είχα μελετήσει κι είχα δει / σε ποιους μοιράζει τα υπάρχοντά του / ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, ένα μόλις μήνα / πριν απ’ το θάνατό του: στη μεγάλη / κόρη του, τη Σουζάνα, πρώτα απ’ όλους / (ελλείψει πρωτοτόκου γιου: ο Χάμνετ / είχε πεθάνει απ’ το ενενήντα έξι), / στην εγγονή του Ελισάβετ Xωλ, / στην άλλη κόρη, τη μικρή, την Τζούντιθ, / στην αδελφή του και τους ανιψιούς του, / στους φίλους του και στους φτωχούς του / Στράτφορντ· / και στη γυναίκα του Aνν Χάθαγουεϋ / το δεύτερο καλύτερο κρεβάτι / με την επίπλωσή του: το κρεβάτι / που πλάγιαζε μαζί της όσο ζούσε / (και όχι, όπως σχολιάζουν κάποιοι / σκανδαλισμένοι ανόητοι, επειδή / ήτανε τάχα μισογύνης). Πάντως / για όλους μεριμνά, όλους φροντίζει, / σ’ όλους αφήνει κάτι ο γλυκός / κύκνος του Αίηβον λίγο πριν σωπάσει / για πάντα».

Αντί βιογραφικού

Ουίλιαμ Σαίξπηρ (23 Απριλίου, πιθανή ημερομηνία, 1564 – 23 Απριλίου 1616).
«Γιατί οι στίχοι μου στερούνται νέου κόσμου / και δεν γεννούν λαμπρές τροπές ή ποικιλμούς; / Γιατί δεν στρέφω όπως στρέφει ο καιρός μου, / σ’ άλλες μεθόδους, σε παράξενους ειρμούς; / Γιατί το ίδιο γράφω πάντα, μόνο ένα, / μες στα καλύτερα γραπτά μου τετριμμένος, / κι όλες οι λέξεις μου σχεδόν δείχνουν εμένα, / λέγοντας όνομα, προέλευση και γένος; / Για σένα λέω πάντα, κι ο δικός μου μύθος / έχει για θέμα του τον έρωτα και σένα· / κι ανακαινίζω τα παλιά με νέο ήθος, / πάλι ξοδεύοντας τα ήδη ξοδεμένα. / Οπως ο ήλιος λάμπει νέος και παλιός, / ο έρωτάς μου ξαναλέγεται κι αλλιώς».

(Από τα «25 Σονέτα», σε μετάφραση Διονύση Καψάλη,  εκδ. Αγρα, 2012)