ΘΕΑΤΡΟ

Φιλαρέτη Κομνηνού: «Εχω ζήσει τον φόβο του λιντσαρίσματος»

filareti-komninoy-echo-zisei-ton-fovo-toy-lintsarismatos

Το κινητό τηλέφωνο χτυπάει, εκείνη απαντάει, στην άλλη γραμμή είναι ο θεατρικός γιος της. Της αναγγέλλει ότι ένα μηχανάκι παρέσυρε τον πατέρα του και άνδρα της. «Μην ουρλιάζεις… το άκουσα. Κατ’ αρχήν, πες μου αν έχεις μονάδες, δεν χρειάζεται να ξοδεύεσαι. Πες μου εάν έχεις μονάδες…», του απαντά χαμένη. Πρόκειται για μία από τις σπαραχτικότερες στιγμές της στη «Γρανάδα», στο έργο του Γιάννη Καλαβριανού, στο οποίο η Φιλαρέτη Κομνηνού πρωταγωνιστεί. «Χάνεις τα λόγια σου μπροστά στο απροσδόκητο. Η αντίδραση του ανθρώπινου μυαλού μπροστά στην απώλεια δεν έχει κανόνες», λέει, και το βλέμμα της φεύγει, καθώς βρισκόμαστε στο φουαγιέ του θεάτρου «Ρεξ». Καταλαβαίνω ότι κάποιο πρόβλημα τη βασανίζει και αμήχανα καταφεύγω σε μια δοκιμασμένη λύση. «Τι ώρα αρχίζει η παράσταση του Γιώργου;», ρωτάω. Ο γιος της, Γιώργος Παπαγεωργίου, ηθοποιός και ο ίδιος, παίζει στο Εθνικό Θέατρο. «8.30. Θα προλάβουμε;» ρωτάει, καταλαβαίνοντας το… κόλπο μου.

Το καλοκαίρι του 1978 πολλά έμοιαζαν προδιαγεγραμμένα για τη Φιλαρέτη Κομνηνού. Θα ακολουθούσε καριέρα εκπαιδευτικού ενώ είχε σοβαρή σχέση με έναν γεωπόνο. Πώς όμως συμβαίνει και επιβεβαιώνεται (έστω και παραλλαγμένο) το ρητό πως όταν οι γονείς προγραμματίζουν τα παιδιά γελούν. Στις 19 Αυγούστου παρακολούθησε στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων της Καβάλας τους «Πέρσες» από το ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου και μουσική Χριστόδουλου Χάλαρη, που την άφησε άναυδη. «Οσο έβλεπα την παράσταση, έλεγα μέσα μου εκεί θέλω να είμαι, πάνω στη σκηνή – όχι στις κερκίδες να βλέπω την παράσταση. Ενιωσα πως θα ήταν δυσβάσταχτο για μένα να είμαι μόνο θεατής», θυμάται σήμερα. Ετσι, πάει και ο γεωπόνος, πάει και το καθηγητιλίκι (σε αυτό βέβαια επανήλθε, καθώς είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΑΠΘ). Βορειοελλαδίτισσα –από τη Δράμα–, σπούδασε στη δραματική σχολή του ΚΘΒΕ. Σαράντα χρόνια μετά, η Φιλαρέτη Κομνηνού έχει αναδειχθεί σε μια ηθοποιό μεγάλων αποστάσεων. «Ευτυχώς αισθάνομαι ότι το παρελθόν δεν μου έχει αφήσει και ιδιαίτερα απωθημένα. Ισως κάτι που δεν έχω κάνει ακόμα και θα ήθελα να το δοκιμάσω, με όποιο ρίσκο και αν έχει, είναι το να παίξω σε μια τρελή κωμωδία τύπου Αλμοδόβαρ. Γενικά πάντως μου αρέσει να δουλεύω με ανθρώπους που εμπνέονται από κάτι αυθεντικό και έρχονται να καταθέσουν μια σκηνοθετική πρόταση απαλλαγμένοι από το άγχος του “διαφορετικού” και αυτού που είναι στη μόδα. Και φυσικά, κάποια στιγμή, ωραία θα ήταν να με σκηνοθετήσει ο Γιώργος!».

Ωστόσο, το βάπτισμα του πυρός στην αρχαία τραγωδία δεν ήταν καθόλου ονειρικό. Το 1984 πρωταγωνίστησε στην «Αλκηστη» από το ΚΘΒΕ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, που ήταν η πρώτη παράσταση που αποδοκιμάστηκε έντονα στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. «Εζησα τον φόβο του λιντσαρίσματος. Ολοι μας τον ζήσαμε. Τώρα, μέσα στον ορυμαγδό των προκλητικών παραστάσεων, θα ήταν αποδεκτή η παράσταση, αλλά τότε ήταν παραπάνω από τολμηρή, ίσως και λόγω των μοντέρνων κοστουμιών. Γι’ αυτό και ήταν η πρώτη φορά που υπήρξαν τόσο έντονες αντιδράσεις. Σαν να έσπασε ο αόρατος τοίχος ανάμεσα στην κερκίδα και την ορχήστρα», εξομολογείται.

Βρέθηκε στην πρώτη, χρυσή εποχή του ΚΘΒΕ, με σκηνοθέτες όπως ο Μίνως Βολανάκης και ο Ανδρέας Βουτσινάς. Ο Χουβαρδάς της προσέφερε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην «Πενθεσίλεια» του Κλάιστ στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ενώ ακολούθησε η «Ερωφίλη» του Χορτάτση σε σκηνοθεσία Δημήτρη Εξάρχου. Αποθέωση για την Φιλαρέτη Κομνηνού. Η τελευταία της εμφάνιση στην Επίδαυρο στις «Τραχίνιες» από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου εντυπωσίασε, καθώς ήταν «σαν να έπαιζε στο σπίτι της».

Η κ. Κομνηνού θεωρεί ότι, σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, η κοινωνία οφείλει να κοιτάξει μπροστά για να ξεπεράσει την πολυεπίπεδη κρίση. «Η τέχνη βοηθάει προσφέροντας παρηγοριά σε κάθε χρεοκοπημένο θάρρος αλλά στην καθημερινότητά μας αγνοούμε βασικούς κανόνες συμπεριφοράς. Για μένα πολιτισμένος λαός είναι αυτός που έχει ποιότητα ζωής. Τι να τα κάνεις τα χιλιάδες θέατρα όταν καθημερινά προσβάλλεται η αισθητική σου, η ασφάλειά σου, η αξιοπρέπειά σου; Σαν να έχει ξεσπάσει ένα τσουνάμι βίας παγκόσμια, γι’ αυτό και οι άνθρωποι της τέχνης οφείλουν να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στο κείμενο και στο περιεχόμενο παρά να αναλώνονται σε φορμαλιστικές αναζητήσεις και εστετισμούς», παρατηρεί. «Αυτό που ζηλεύω πάντως και αναρωτιέμαι πώς μπορεί να γίνει και στο θέατρο ερμηνεύοντας ένα ρόλο –θα ευχόμουν να μου συμβεί– είναι να παίζεις ως ηθοποιός όπως αυτοσχεδιάζει στο πιάνο τραγουδώντας η Νίνα Σιμόν. Χαζεύω με τις ώρες τα βίντεο από συναυλίες της. Γενικά οι μουσικοί είναι οι καλλιτέχνες που περισσότερο απ’ όλους θαυμάζω και ζηλεύω».

Η «Γρανάδα» έχει ως πλαίσιο δράσης μια σύγχρονη προβληματική οικογένεια. Μιλάει για την απώλεια, τον συμβιβασμό, τη θέση των μικρών ζωών μας μέσα στην απεραντοσύνη του χρόνου και του σύμπαντος, αλλά και την ποίηση που μπορεί να βοηθήσει να έλθει η γαλήνη στις ταραγμένες ψυχές. «Ο Γιάννης Καλαβριανός έγραψε το έργο σαν ένα μεγάλο ποίημα αφιερωμένο σε εκείνους που φοβόμαστε πως θα φύγουν ή που έφυγαν. Η Αννα, η ηρωίδα μου, αρνείται τη χαρά της ζωής, αρνείται να μετακινηθεί και επιμένει να ζει καθηλωμένη στη λύπη του πένθους της. Αγαπώ πολύ αυτό το απόσπασμα από τον “Αμλετ” του Σαίξπηρ: “Μέσα μου κοιμάται μια λύπη. Πρόσεχε, μη μου την ξυπνάς, γιατί η λύπη, όταν την ξυπνάς, γίνεται θάνατος. Aσ’ τη να κοιμηθεί, να γαληνέψει και να ξεχαστεί”».