ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι ψηφιακοί κολοσσοί χάνουν την ασυλία τους

Οι ψηφιακοί κολοσσοί χάνουν την ασυλία τους

«Ας μην εθελοτυφλούμε, αυτό που ζούμε δεν είναι παρά η εποχή των μονοπωλίων». Το σχόλιο δεν ανήκει σε κάποιον αριστερόστροφο συνδικαλιστή με απέχθεια στον επιχειρηματικό κόσμο, αλλά σε καθηγητή στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Columbia, ονόματι Τιμ Βου. Είχε δημοσιευθεί στο πλαίσιο άρθρου του στην εφημερίδα του αμερικανικού κεφαλαίου, Wall Street Journal, και είχε τον αποκαλυπτικό τίτλο «Μέσα στον σφικτό εναγκαλισμό των νέων μονοπωλίων».

Αναφερόταν στους τεχνολογικούς κολοσσούς που εδώ και χρόνια έχουν κατισχύσει στην παγκόσμια ψηφιακή οικονομία, διαμορφώνοντας ένα τοπίο επιχειρηματικής ολιγαρχίας. Δεν δημοσιεύθηκε, όμως, μέσα στην εβδομάδα με αφορμή την απόφαση του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης να υποβάλει αγωγή κατά της Google για καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης.

Δημοσιεύθηκε πριν από ακριβώς 10 χρόνια, στις αρχές Νοεμβρίου του 2010, καθώς ήδη προκαλούσε αντιδράσεις το γεγονός ότι η Google όσο και οι άλλοι τεχνολογικοί κολοσσοί, Apple, Facebook, Amazon και Microsoft, όχι απλώς μεσουρανούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα αλλά είχαν επιστρατεύσει μονοπωλιακές τακτικές με τις οποίες κατόρθωσαν να κατισχύσουν σε συντριπτικό τμήμα της παγκόσμιας αγοράς. Εκτοτε, η θέση τους έχει ενισχυθεί περαιτέρω σε ανησυχητικό βαθμό, με σκανδαλώδη πλέον την ιλιγγιώδη άνοδο που σημείωσαν τα κέρδη τους και οι μετοχές τους φέτος όταν η πανδημία γονάτιζε χιλιάδες επιχειρήσεις ανά τον κόσμο, αφήνοντας εκατομμύρια ανθρώπους χωρίς εργασία.

Στα δέκα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, οι τεχνολογικοί κολοσσοί έχουν δεχθεί τις αλλεπάλληλες επιθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με την Google ειδικότερα να έχει καταβάλει σειρά προστίμων από το 2017 και μετά. Μέχρι προσφάτως, όμως, απολάμβαναν σχετική ανοχή από την πλευρά των αμερικανικών αρχών ανταγωνισμού, παρά το γεγονός ότι δεν έλειπαν οι φωνές που κατήγγελλαν τις τακτικές τους.

Πριν από επτά χρόνια, για παράδειγμα, η ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου των ΗΠΑ (FTC) κατέληξε με εμφανή ευκολία σε συμφωνία με την Google, όταν αυτή υποσχέθηκε να καταργήσει μονοπωλιακές τακτικές με τις οποίες κατόρθωνε να εκτοπίζει από την αγορά κάθε ανταγωνιστή της. Οι εξελίξεις προδίδουν, όμως, πως στους κόλπους του αμερικανικού πολιτικού και επιχειρηματικού κατεστημένου εκδηλώνονται πλέον έντονες αντιδράσεις και η στάση των αρμόδιων αρχών αλλάζει.

Ολα δείχνουν πως η απόφαση του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης να υποβάλει αγωγή κατά της Google σηματοδοτεί ένα τέλος εποχής αν όχι για αυτήν καθαυτήν τη βασιλεία των τεχνολογικών κολοσσών, τουλάχιστον για τη σχετική ασυλία της οποίας χαίρουν έως τώρα στην υπερδύναμη. Τόσο η Google όσο και οι άλλοι τεχνολογικοί κολοσσοί καλούνται πλέον να αντιμετωπίσουν μια διμέτωπη επίθεση από τις αρχές ανταγωνισμού στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Μετά τις αλλεπάλληλες προσπάθειές της να τιθασεύσει την αχαλίνωτη κυριαρχία των τεχνολογικών κολοσσών, η Κομισιόν διεκδικεί πλέον διευρυμένες εξουσίες ώστε να μπορέσει να επιβάλει τη διάσπασή τους. Ταυτόχρονα, όμως, η γιγάντωση των τεχνολογικών κολοσσών έχει πλέον ερεθίσει τα ανακλαστικά των αμερικανικών αρχών.

Εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης και η ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου (FTC) άρχισαν να διερευνούν τους τέσσερις τεχνολογικούς κολοσσούς, Amazon Apple, Facebook και Google, για μονοπωλιακή συμπεριφορά. Τώρα, η αγωγή κατά της Google, την οποία προσυπογράφουν 11 αμερικανικές πολιτείες, αποτελεί τη   σοβαρότερη υπόθεση και την ισχυρότερη αντίδραση κατά μονοπωλιακής συμπεριφοράς από το 1998. Ηταν η χρονιά που από ειρωνεία της τύχης δημιουργήθηκε η Google, ενώ το αμερικανικό κράτος στρεφόταν κατά της Microsoft.

Συμμαχία Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικανών εναντίον των μονοπωλίων 

Η αγωγή κατά της Google υποβάλλεται εν τω μέσω μιας από τις πλέον πολωτικές προεκλογικές εκστρατείες στις ΗΠΑ. Μερίδα πολιτικών αναλυτών έσπευσε να ερμηνεύσει την κίνηση ως προεκλογικού χαρακτήρα, καθώς φαίνεται να ανταποκρίνεται στην υπόσχεση που είχε δώσει ο Ντόναλντ Τραμπ στους ψηφοφόρους των Ρεπουμπλικανών ότι φέρει ενώπιον των ευθυνών τους όσες εταιρείες επιχείρησαν να αποσιωπήσουν τα επιχειρήματα του κόμματός του.

Οι Ρεπουμπλικανοί έχουν πράγματι επανειλημμένως παραπονεθεί πως πολλές εταιρείες ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένης της Google, ουσιαστικά παρεμβαίνουν για να εμποδίσουν τη διάδοση των απόψεών τους. Ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές έχουν μάλιστα επιχειρήσει να επικαλεσθούν τη νομοθεσία κατά της μονοπωλιακής συμπεριφοράς για να αναγκάσουν τους τεχνολογικούς κολοσσούς να μην επιβάλλουν αυτού του είδους την ιδιότυπη λογοκρισία.

Οπως έχουν, άλλωστε, επισημάνει πολλά αμερικανικά ΜΜΕ, οι 11 αμερικανικές πολιτείες που συντάσσονται με την αγωγή του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης κατά της Google έχουν όλες Ρεπουμπλικανό γενικό εισαγγελέα.

Ακόμη, όμως, και αν υπάρχει μια τέτοια διάσταση στο θέμα, στην πραγματικότητα η Google και οι τεχνολογικοί κολοσσοί έχουν συσπειρώσει εναντίον τους Ρεπουμπλικανούς και Δημοκρατικούς σε μια σπάνια συμμαχία και μάλιστα ενώ η προεκλογική εκστρατεία κορυφώνεται και εντός των ημερών φτάνει στο τέλος της. Και οι ειδικοί επί θεμάτων ανταγωνισμού προβλέπουν, εξάλλου, πως αν νικητής των προεδρικών εκλογών της 3ης Νοεμβρίου αναδειχθεί ο Δημοκρατικός Τζο Μπάιντεν, η νέα κυβέρνηση όχι μόνο δεν θα είναι ηπιότερη προς την Google αλλά θα υιοθετήσει σκληρότερη στάση.

Η ασυνήθιστη συμμαχία έχει διαφανεί από το καλοκαίρι, όταν οι διευθύνοντες σύμβουλοι των τεχνολογικών γιγάντων παρουσιάστηκαν ενώπιον του αμερικανικού Κογκρέσου για να δεχθούν ομαδικώς τα βέλη των δύο κομμάτων, να χαρακτηρισθούν «βαρώνοι της τεχνολογίας», να κατηγορηθούν ότι έχουν συγκεντρώσει ανεπίτρεπτα μεγάλη ισχύ στα χέρια τους, αλλά και να έρθουν αντιμέτωποι με ατασθαλίες τους που είδαν το φως της δημοσιότητας και να ομολογήσουν την αδυναμία τους να υπεραμυνθούν της στάσης τους. 

Η συμμαχία εναντίον των τεχνολογικών κολοσσών δεν εξαντλείται πάντως στο πολιτικό κατεστημένο των ΗΠΑ. Συμμετέχουν σε αυτήν παράγοντες από όλο το επιχειρηματικό φάσμα. Σύμφωνα μάλιστα με τους New York Times,, εδώ και αρκετούς μήνες έχουν συντονίσει τις συστηματικές πιέσεις τους προς τις Αρχές νομικοί σύμβουλοι, ακτιβιστές, οικονομολόγοι, διανοούμενοι έως και πρώην στελέχη επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων και επιχειρήσεων του συγκεκριμένου κλάδου, που σχεδόν ζητούν τις κεφαλές των τεχνολογικών κολοσσών επί πίνακι. Ανάμεσά τους, σύμφωνα πάντα με τους ΝΥΤ, ο Κρις Χιουγκς, συνιδρυτής του Facebook, επενδυτές και χορηγοί, μέχρι και ο Ούγγρος μεγαλοεπενδυτής Τζορτζ Σόρος. Η  ανίερη αυτή συμμαχία πολιορκεί εδώ και μήνες τα στελέχη των ρυθμιστικών αρχών και τα μέλη του Κογκρέσου, καταγγέλλοντας διαρκώς τις μονοπωλιακές πρακτικές των τεχνολογικών κολοσσών, όπως και διάφορες παραβιάσεις προσωπικών δεδομένων και ιδιωτικής ζωής, ενώ παράλληλα διοργανώνει μποϊκοτάζ εναντίον τους.

Αγωγές και πρόστιμα έχει επιστρατεύσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή 

Είναι πραγματικά εντυπωσιακός ο συντονισμός των αρχών ανταγωνισμού στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, που τελευταία έχουν κυριολεκτικά περιλάβει τους τεχνολογικούς κολοσσούς με μια ομοβροντία αγωγών, ερευνών και καταγγελιών εναντίον τους. Τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και ειδικότερα η επίτροπος Ανταγωνισμού, Μαργκρέτε Βεστάγκερ, έχει κηρύξει ανένδοτο αγώνα κατά των τεχνολογικών κολοσσών αποφασισμένη αφενός να τους αναγκάσει να καταβάλουν τους φόρους που τους αναλογούν και αφετέρου να περιορίσει τη δυσανάλογη δύναμή τους.

Μεταξύ άλλων, σκοπεύει να υποχρεώσει τους τεχνολογικούς κολοσσούς να προσφέρουν στους ανταγωνιστές τους πρόσβαση σε δεδομένα με συνετούς και τυποποιημένους όρους και όρους που δεν μεροληπτούν εις βάρος κανενός.

Οσον αφορά την Google, έχει πάρει τη «μερίδα του λέοντος» από τις αγωγές και τα πρόστιμα, που μέσα στα τελευταία τρία χρόνια έχουν υπερβεί τα 9 δισεκατομμύρια δολάρια. Το 2019 η Ε.Ε. της επέβαλε πρόστιμο ύψους 1,7 δισεκατομμυρίου δολαρίων επειδή εμπόδιζε τις διάφορες ιστοσελίδες να χρησιμοποιούν τους ανταγωνιστές της προκειμένου να βρίσκουν διαφημιστικές εταιρείες. Δύο χρόνια νωρίτερα, το 2017, της είχε επιβάλει πρόστιμο 2,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων για ευνοϊκή μεταχείριση των δικών της επιχειρήσεων στην αναζήτηση στο Ιντερνετ. Και το 2018 της επέβαλε πρόστιμο 4,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων επειδή δεν επέτρεπε σε ανταγωνιστές της την πρόσβαση στο λειτουργικό σύστημα Android.

Μέσα στο καλοκαίρι η κ. Βεστάγκερ υπέστη, βέβαια, σημαντική ήττα στη μάχη της κατά των τεχνολογικών κολοσσών και ειδικότερα κατά της Apple:

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε πως δεν επαρκούσαν τα στοιχεία για να επικυρώσει απόφαση που είχε λάβει η Κομισιόν από τις αρχές του 2016 και αφορούσε τον κολοσσό του λογισμικού και των υπολογιστών. Η επίμαχη απόφαση της Κομισιόν αφορούσε πρόστιμο ύψους 13 δισεκατομμυρίων δολαρίων που επέβαλε προ σχεδόν πέντε ετών στην Apple, καλώντας τη να πληρώσει το ποσό αυτό στο ιρλανδικό κράτος ως μη καταβληθέντες φόρους.

Μετά τη δικαστική ήττα της, όμως, η Κομισιόν ανασυντάσσει τις δυνάμεις της και διεκδικεί διεύρυνση των εξουσιών της προκειμένου να μπορεί να λάβει πιο επιθετικές πρωτοβουλίες. Στο μεταξύ, εκκρεμεί η καταγγελία της Spotify κατά της Apple, καθώς την κατηγορεί ότι επιβάλλει απαγορευτικές χρεώσεις στους ανταγωνιστές της θέτοντάς τους σε ανταγωνιστικό μειονέκτημα.

Στο μεταξύ, η Facebook έχει βρεθεί στο στόχαστρο όχι μόνον της Κομισιόν, αλλά και των γερμανικών αρχών ανταγωνισμού, που επίσης την έχουν κατηγορήσει για καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης. Μέσα στην εβδομάδα, την περασμένη Πέμπτη, η γενική εισαγγελέας της Νέας Υόρκης, Λετίσια Τζέιμς, ανακοίνωσε ότι 47 εισαγγελείς από αμερικανικές πολιτείες σχεδιάζουν να συμμετάσχουν σε έρευνες της πολιτείας της Νέας Υόρκης εναντίον της Facebook για καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης. Σημειωτέον ότι η εν λόγω έρευνα ανακοινώθηκε αρχικά τον Σεπτέμβριο με τη συμμετοχή επτά αμερικανικών πολιτειών, αλλά έκτοτε διευρύνθηκε και συμμετείχε σε αυτήν σχεδόν όλη η χώρα.

Την ίδια στιγμή, η Κομισιόν, οι γερμανικές αλλά και οι ιταλικές αρχές διεξάγουν έρευνες κατά της Amazon, την οποία κατηγορούν για παραβίαση του θεμιτού ανταγωνισμού στην πλατφόρμα των ηλεκτρονικών της πωλήσεων.

Ικανοποίηση

Εκφράζοντας ικανοποίηση για την αγωγή κατά της Google, ο Ρεπουμπλικανός Τζος Χόλεϊ τη χαρακτήρισε «τη σημαντικότερη αγωγή κατά μονοπωλιακής συμπεριφοράς στη ζωή μιας γενιάς». Επιβεβαιώνοντας τη σπάνια συμμαχία Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικανών κατά των τεχνολογικών κολοσσών, ο Δημοκρατικός πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Ντέιβιντ Σίσιλιν (φωτ.) τόνισε πως η αγωγή «έπρεπε να έχει γίνει προ πολλού».

Διάσπαση 

Ερωτώμενη από δημοσιογράφους όταν ακόμη διεκδικούσε το χρίσμα των Δημοκρατικών, η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν εξέφρασε ευθέως την πρόθεση να διασπάσει τους κολοσσούς, τονίζοντας ότι «πρέπει να επιβάλουμε τη νομοθεσία κατά των μονοπωλίων και να διασπάσουμε τους κολοσσούς που έχουν δεσπόζουσα θέση, τους τεχνολογικούς κολοσσούς, τους φαρμακευτικούς, τους πετρελαϊκούς, όλους».

Αδικία 

Αναφερόμενη στην παραβίαση του θεμιτού ανταγωνισμού από τους τεχνολογικούς κολοσσούς, η υποψήφια αντιπρόεδρος του Τζο Μπάιντεν, Κάμαλα Χάρις, τόνισε πως «αποτελεί βαρύτατη αδικία να ισχύουν οι κανόνες για ορισμένους και όχι για όλους και ειδικότερα όταν οι κανόνες ισχύουν για τους αδύναμους και δεν εφαρμόζονται όταν πρόκειται για τους ισχυρούς».