ΤΡΑΠΕΖΕΣ

Nέα κόκκινα δάνεια 8-10 δισ. φέρνει η πανδημία

Nέα κόκκινα δάνεια 8-10 δισ. φέρνει η πανδημία

Ενήμερα σε ποσοστό άνω του 80% είναι τα δάνεια ύψους 21 δισ. ευρώ που έχουν μπει σε μορατόριουμ λόγω της κρίσης που προκάλεσε η πανδημία. Πρόκειται για το 15% του εξυπηρετούμενου χαρτοφυλακίου των τραπεζών (το 12% του συνολικού χαρτοφυλακίου τους) και με δεδομένο ότι τα δάνεια αυτά έχουν σχετικά περιορισμένη κάλυψη με προβλέψεις για πιστωτικό κίνδυνο (περίπου 3%), η προοπτική να «κοκκινίσουν» θα θέσει σε κίνδυνο την ευάλωτη κεφαλαιακή επάρκεια του τραπεζικού συστήματος.

Αυτό επισημαίνει στην Εκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που δημοσίευσε χθες η ΤτΕ, εκτιμώντας ότι, μετά μια απότομη μείωση του ΑΕΠ κατά περίπου 10% το 2020, η αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι αναπόφευκτη και το ύψος των νέων κόκκινων δανείων που θα αφήσει πίσω της η πανδημία υπολογίζεται σε 8-10 δισ. ευρώ. 

Το ποσό αυτό θα επιβαρύνει περαιτέρω το ήδη υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων που διαθέτουν οι ελληνικές τράπεζες και το οποίο ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των προγραμματισμένων τιτλοποιήσεων, στο πλαίσιο του τρέχοντος μηχανισμού κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής», θα διαμορφωθεί στο 25% του χαρτοφυλακίου τους  έναντι 2,9% που είναι ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη. 

Οι αναστολές

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, τα δάνεια με αναστολή πληρωμών είναι σε ποσοστό 60% προς επιχειρήσεις και 40% προς φυσικά πρόσωπα. Η διάρκεια της αναστολής για τα περισσότερα δάνεια είναι με λήξη στο τέλος του 2020 ή στις αρχές του 2021. Το ένα τρίτο των ρυθμίσεων αφορά τον κλάδο εστίασης και παροχής καταλύματος, το 17% το χονδρικό και λιανικό εμπόριο, ενώ ακολουθούν ο κλάδος των μεταφορών και αποθήκευσης σε ποσοστό 12% και η μεταποίηση σε ποσοστό 12%.

Είναι σαφές ότι «οι τράπεζες οφείλουν να αναγνωρίσουν στους ισολογισμούς τους τον αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο και να εξασφαλίσουν τα αναγκαία κεφαλαιακά αποθέματα για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο σημαντικής αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων», υπογραμμίζει η ΤτΕ, τη στιγμή μάλιστα που το 34% των δανείων που βρίσκονται σε καθεστώς αναστολής πληρωμών ανήκει στην κατηγορία με σημαντική αύξηση πιστωτικού κινδύνου. Αυτό γιατί σημαντικό μέρος των αναστολών έχει δοθεί σε μικρομεσαίες και πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες χτυπήθηκαν από την πανδημία σε μια περίοδο που ήταν σε φάση ανάκαμψης από την προηγούμενη κρίση, αλλά είχαν ακόμα ασθενή χρηματοοικονομικά μεγέθη. Η προοπτική αυτή ενισχύεται από την ήδη κακή εικόνα των επιχειρήσεων, για τις οποίες ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων με βάση τα στοιχεία του 9μήνου του 2020 διαμορφώνεται στο 47% για τις μικρομεσαίες και στο 55% για τις πολύ μικρές. 

Η «Αργώ»

Για τον λόγο αυτό, η εμπροσθοβαρής αναγνώριση και επίλυση του προβλήματος των κόκκινων δανείων είναι «μονόδρομος», επισημαίνει η ΤτΕ, η οποία επιμένει στην πρότασή της για τη δημιουργία μιας εταιρείας διαχείρισης ενεργητικού (Asset Management Company – AMC) –«Αργώ» έχει ονομάσει το σχετικό project–, μέσω της οποίας θα αντιμετωπιστεί και το πρόβλημα της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης. Η ΤτΕ εκτιμά ότι τα υφιστάμενα μέτρα, όπως το νέο πτωχευτικό δίκαιο και ο «Ηρακλής», δεν επαρκούν για την επίλυση του προβλήματος των κόκκινων δανείων. 

Πιθανές πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κεντρικής τράπεζας, οι τιτλοποιήσεις θα επιφέρουν μείωση τριών μονάδων κατά μέσον όρο στον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών. Ο δείκτης μειώθηκε μεν έναντι του Δεκεμβρίου του 2019, αλλά, όπως παρατηρεί η ΤτΕ, διατηρήθηκε σε ικανοποιητικό επίπεδο και συγκεκριμένα στο 16,3%. Η αποτύπωση των νέων κόκκινων δανείων που θα προκύψουν από την πανδημία στους ισολογισμούς των τραπεζών, σε συνδυασμό με τη διενέργεια stress test την άνοιξη του 2021, τυχόν πρόσθετες εποπτικές κεφαλαιακές απαιτήσεις λόγω της σταδιακής εφαρμογής του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 και της εφαρμογής του προληπτικού μηχανισμού ασφαλείας, θα λειτουργήσουν επιβαρυντικά ως προς την κεφαλαιακή επάρκεια, τη στιγμή που οι τράπεζες, λόγω και της αρνητικής ή χαμηλής κερδοφορίας τους, δεν είναι σε θέση να δημιουργήσουν εσωτερικό κεφάλαιο για να απορροφήσουν τους νέους κραδασμούς. Την ίδια στιγμή, η αναβαλλόμενη φορολογία στα κεφάλαια των τραπεζών ανήλθε τον Σεπτέμβριο του 2020 σε 15,2 δισ. ευρώ και αντιπροσωπεύει το 54,5% των συνολικών εποπτικών κεφαλαίων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις των υπηρεσιών της ΤτΕ, το επόμενο έτος, χωρίς να ληφθούν υπόψη οποιεσδήποτε επιπτώσεις από την πανδημία, η συμμετοχή του αναβαλλόμενου φόρου στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών θα προσεγγίσει το 75%.

Η αναγκαιότητα διαμόρφωσης μιας εμπροσθοβαρούς πολιτικής για τα κόκκινα δάνεια προβάλλεται και ενισχύεται και από το σχέδιο δράσης που ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσδιορίζοντας τις κατευθυντήριες γραμμές στις οποίες θα πρέπει να κινηθούν τα κράτη-μέλη, σημειώνει η ΤτΕ.