ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Εθνική ετοιμάζεται για δεύτερο γύρο με τη Χαλυβουργική

i-ethniki-etoimazetai-gia-deytero-gyro-me-ti-chalyvoyrgiki-561380968

Τις επόμενες νομικές κινήσεις της εξετάζει η Εθνική Τράπεζα, μετά την απόρριψη από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών της αίτησης για υπαγωγή της Χαλυβουργικής σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης. Η τράπεζα, που εκπροσωπεί το 52,6% των συνολικών απαιτήσεων εις βάρος της βιομηχανίας, δηλαδή ποσό 344 εκατ. ευρώ, κατέθεσε στα τέλη του περασμένου Φεβρουαρίου αίτηση υπαγωγής σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης της Χαλυβουργικής. Εάν εγκρινόταν, θα ακολουθούσε σειρά πλειοδοτικών διαγωνισμών για την αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Ωστόσο, με την αίτηση να συζητείται στις 6 Απριλίου και την απόφαση να εκδίδεται στις 21 Μαΐου, δηλαδή ύστερα από περίπου ενάμιση μήνα, παράγοντες της αγοράς σχολιάζουν πως η ταχύτητα εκδίκασης της υπόθεσης αιφνιδίασε τους αντιδίκους και βασικούς πιστωτές της βιομηχανίας.

Ασκηση έφεσης

Με τα δεδομένα αυτά, η ΕΤΕ, κατά πληροφορίες, πρόκειται να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης 990/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί ότι θα υιοθετηθούν άλλου είδους νομικές ενέργειες, όπως, για παράδειγμα, η εκκαθάριση εν λειτουργία. Γιατί όμως το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα για υπαγωγή σε ειδική διαχείριση της βιομηχανίας χάλυβα που έχει διακόψει την παραγωγή της από τον Ιούνιο του 2012, εμφανίζει τραπεζικό δανεισμό 448 εκατ. ευρώ, ποσό που αυξάνεται σε 562 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των υπόλοιπων οφειλών (π.χ. προς ΔΕΚΟ);

Οπως προκύπτει από τη δικαστική απόφαση, που είδε η «Κ», η Δικαιοσύνη έκρινε ότι ο βασικός πιστωτής της Χαλυβουργικής, η ΕΤΕ, υπέβαλε καταχρηστικά την αίτηση ειδικής διαχείρισης, κατά τρόπο αντίθετο στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη που διέπουν τη σχέση πελάτη – τράπεζας, στο πλαίσιο μιας συνεργασίας που χρονολογείται από το 2003. Αναφέρεται ακόμη ότι ο βασικός πιστωτής της βιομηχανίας είχε δημιουργήσει στη διοίκηση της Χαλυβουργικής την εντύπωση ότι τα δάνεια της εταιρείας θα πωλούνταν σε ξένο fund (όπως προκύπτει από ένορκες μαρτυρίες).

Πρόκειται για λύση που επιθυμούσε η Χαλυβουργική, επειδή θα ήταν σε θέση να επαναδιαπραγματευτεί τους όρους αποπληρωμής των χρεών της, επιχειρώντας να «πετύχει μία μερική διαγραφή και αναδιάρθρωση αυτών, εφόσον θα είχαν μεταβιβαστεί σε νέο δανειστή σε χαμηλότερη τιμή».
Ενας ακόμη λόγος, κατά την κρίση του δικαστηρίου, για τον οποίο δεν έγινε δεκτή η αίτηση υπαγωγής σε ειδική διαχείριση, σχετίζεται με τη χρονική στιγμή κατά την οποία κατατέθηκε η αίτηση. Η τράπεζα, δηλαδή, προχώρησε στην υποβολή της αίτησης στα τέλη Φεβρουαρίου, «τη στιγμή που στις 9 Φεβρουαρίου της γνωστοποιήθηκε ότι ο βασικός μέτοχος (σ.σ.: ο, πρόσφατα, αποβιώσας Κ. Αγγελόπουλος που ήλεγχε το 75,94% της Χαλυβουργικής), ο οποίος θα μπορούσε να συνεισφέρει στην εταιρεία μεγάλο χρηματικό ποσό, είχε τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, ενώ με νεότερη επιστολή (23-2-2021) της ζητήθηκε νέα συνάντηση για την εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης».

Αέναες διαπραγματεύσεις

Βέβαια, τέτοιου είδους διαπραγματεύσεις είχαν πραγματοποιηθεί πολλές φορές τα τελευταία χρόνια. Από το 2015, οπότε έπαψε η χρηματοδότηση προς τη Χαλυβουργική, μέχρι και την υποβολή της αίτησης ειδικής διαχείρισης, και παρά την καταγγελία το 2019 από την τράπεζα των δανείων της εταιρείας, οι δύο πλευρές αναζητούσαν κοινά αποδεκτή λύση. Ενδεικτικά, πριν από τέσσερα χρόνια, τον Μάιο του 2017, η Χαλυβουργική υπέβαλε πρόταση αναδιάρθρωσης των δανείων της, που δεν έγινε δεκτή από την ΕΤΕ, επειδή «δεν κάλυπτε τα ελάχιστα προαπαιτούμενα για τη διασφάλιση βιώσιμης προοπτικής και τη διευθέτηση του υπέρογκου δανεισμού της εταιρείας». 

Τι προέβλεπε; Οτι «ο συνολικός δανεισμός στον οποίο θα μπορούσε να αντεπεξέλθει η εταιρεία υπολογιζόταν στο ποσό των 60 εκατ. ευρώ, με επιτόκιο ίσο με 2% ετησίως και με τη δέσμευση οι μέτοχοι να εισφέρουν 16 εκατ. ευρώ μέσω αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, καθώς και να εγγυηθούν προς όλες τις δανείστριες τράπεζες την καταβολή των τόκων των 60.000.000 ευρώ». Ακολούθησε εκατέρωθεν ανταλλαγή νέων σχεδίων αναδιάρθρωσης, με τη Χαλυβουργική να προτείνει τη διαγραφή δανείων 163 εκατ. ευρώ, τη λήψη νέας χρηματοδότησης 10 εκςατ. ευρώ, την καταβολή από τις τράπεζες 10 εκατ. ευρώ ως κεφαλαίου κίνησης και τη ρύθμιση του εναπομείναντος (μετά τη μερική διαγραφή χρέους) ύψους 143 εκατ. ευρώ. Η «γραμμή άμυνας» της βιομηχανίας ήταν ότι οι μέτοχοί της έχουν συνεισφέρει, τη δεκαπενταετία 2001-2016, 343 εκατ. ευρώ, για 20 χρόνια δεν έχει διανεμηθεί μέρισμα, ενώ αναμένεται κερδοφορία μετά το πρώτο έτος επαναλειτουργίας.

Οι αντιρρήσεις

Η διοίκηση της Χαλυβουργικής είχε αντιταχθεί, όπως αναφέρει η δικαστική απόφαση, με την υπαγωγή της σε ειδική διαχείριση, επειδή «θα χάνονταν οι διοικητικές άδειες για τη χρήση του αιγιαλού και των λιμενικών εγκαταστάσεων της εταιρείας», σύμφωνα με γνωμοδότηση του καθηγητή της Νομικής Σχολής ΔΠΘ Λάμπρου Κιτσαρά.

Παρ’ όλα αυτά, το δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η Χαλυβουργική βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της από το 2015, οπότε έχει σταματήσει να εξυπηρετεί το σημαντικότερο μέρος των δανείων της. 
«Η αδυναμία πληρωμής της εταιρείας δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η εταιρεία, προφανώς, αποπληρώνει ορισμένα χρέη της, ενώ το 2020 κατέβαλε 5,5 εκατ. ευρώ. Και αυτό, επειδή τα ποσά αυτά είναι πολύ μικρά, σε σχέση με τις οφειλές της», σημειώνεται.

Σε δύσκολη θέση

Παρότι η υπερχρεωμένη βιομηχανία βρίσκεται σε παύση πληρωμών, το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να της δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία. Εκτός των προηγούμενων αιτιολογιών, θεωρεί ότι οι πιστωτές της δεν είναι σε θέση να υπολογίσουν σωστά την αξία πώλησης της Χαλυβουργικής, επειδή, για παράδειγμα, το Δημόσιο αμφισβητεί τμήμα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ακινήτου όπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της. Επίσης, κατά το σκεπτικό της Δικαιοσύνης, η θέση της Χαλυβουργικής σε ειδική διαχείριση είναι άκαιρη, επειδή πρόκειται να υλοποιηθούν μεγάλα έργα (π.χ. γραμμή 4 μετρό, Ελληνικό) που θα απορροφήσουν εκατοντάδες χιλιάδες τόνους χάλυβα.Η επόμενη, πάντως, μέρα της ιστορικής βιομηχανίας αγνοείται. Το μόνο βέβαιο είναι ότι βρίσκεται αντιμέτωπη με πολυάριθμα και μεγάλα μέτωπα, όπως η διαμάχη με τη ΔΕΗ που έχει οδηγηθεί στη διεθνή διαιτησία, έχοντας ως αντικείμενο οικονομική διαφορά 270 εκατ. ευρώ για το εργοστάσιο ηλεκτροπαραγωγής 880 MW στις εγκαταστάσεις της στην Ελευσίνα.