ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μετωπική Δήμου Βουλιαγμένης με Εκκλησία για το πράσινο

«Πωλητήριο» για 190 στρέμματα έχει βάλει η Αρχιεπισκοπή Αθηνών

metopiki-dimoy-voyliagmenis-me-ekklisia-gia-to-prasino-561438079

Την κατά μέτωπο σύγκρουση με την Εκκλησία έχει επιλέξει ο Δήμος Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης εξαιτίας της προσπάθειας της Αρχιεπισκοπής Αθηνών να αξιοποιήσει την περιουσία της στην περιοχή, την οποία οι αυτοδιοικητικές αρχές χαρακτηρίζουν σε μεγάλο ποσοστό κοινόχρηστους πράσινους χώρους. 

«Ατακτοποίητα»

Η αντιπαράθεση ξεκίνησε όταν η Αρχιεπισκοπή Αθηνών προχώρησε νωρίτερα φέτος στην πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος για περίπου 40 οικόπεδά της, αποδεχόμενη πάντως πως κάποια από αυτά είναι πολεοδομικά αρρύθμιστα, χαρακτηρίζοντάς τα η ίδια ως «ατακτοποίητα».
Προτίθεται λοιπόν να τα πουλήσει ή παραχωρήσει μακροχρόνια ως έχουν, με την υποχρέωση η πολεοδομική ρύθμιση – τακτοποίηση να βαραίνει τους επενδυτές, όπως ρητά αναφέρει στη σχετική της προκήρυξη. Σημειώνεται πως η Αρχιεπισκοπή έχει παράλληλα προβεί και σε δεύτερη προκήρυξη για άλλα –τακτοποιημένα– οικόπεδα, τη νομιμότητα των οποίων δεν αμφισβητεί ο δήμος.

Ωστόσο, ο δήμος ισχυρίζεται πως περίπου το 50% εκ των ατακτοποίητων ακινήτων αποτελεί πράσινο της περιοχής και δεν δύναται με οιονδήποτε τρόπο να δομηθεί. Ο δήμαρχος Γ. Κωνσταντέλλος, μάλιστα, σε ανακοίνωσή του μετά την προκήρυξη, έκανε λόγο για «κυνικές προθέσεις της ηγεσίας της Εκκλησίας» και «απόπειρα τσιμεντοποίησης των ελεύθερων πράσινων εκτάσεων της Βουλιαγμένης», ενώ ισχυρίζεται πως οι προσκλήσεις (2167/2021 και 2168/2021) της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών, μέσω των οποίων κοινοποιείται πρόσκληση ενδιαφέροντος αξιοποίησης ή αγοράς εκκλησιαστικών ακινήτων, «έχουν σειρά λαθών και ανακριβειών», αφήνοντας να εννοηθεί ότι συντάχθηκαν τουλάχιστον πρόχειρα και επιπόλαια. Αμφισβητεί δε ευθέως την κυριότητα της Εκκλησίας σε πολλά από τα επίμαχα ακίνητα. 

Το ρυμοτομικό του 1950 

Πηγές της «Κ» αναφέρουν πως τώρα και ενώ εξελίσσεται ακόμα το διάστημα εκδήλωσης ενδιαφέροντος, ο δήμος προσανατολίζεται σε διοικητικές και νομικές ενέργειες που θα μπλοκάρουν τη διαδικασία, με τις σχετικές αποφάσεις να αναμένεται να ληφθούν πριν από τα τέλη του τρέχοντος μηνός. Και αυτό διότι θεωρεί πως οι ενέργειες της Εκκλησίας τις τελευταίες δεκαετίες, με κορωνίδα τον εξελισσόμενο διαγωνισμό, απειλούν να «αλλοιώσουν ριζικά τα πολεοδομικά χαρακτηριστικά και την εικόνα της Βουλιαγμένης όπως αυτά είχαν προβλεφθεί στην αρχική έγκριση του πολεοδομικού και ρυμοτομικού σχεδίου το 1951 με τη λεγόμενη σύμβαση Κατσαφαρόπουλου». Αναφέρεται, εξηγούν οι ίδιες πηγές, στον διαχρονικό, σταδιακό αποχαρακτηρισμό κοινόχρηστων πράσινων εκτάσεων σε οικοδομήσιμους, με πρωτοβουλία και επισπεύδουσα την Εκκλησία, την κυριότητα της οποίας επ’ αυτών αμφισβητεί ο δήμος.

Για να στηρίξει τη θέση του αυτή ο δήμος ανατρέχει πίσω στις συμφωνίες της δεκαετίας του 1950 μεταξύ Εκκλησίας και Δημοσίου: Ισχυρίζεται πως «η τμηματική διολίσθηση του αρχικού 50%-50% περιβαλλοντικού ισοζυγίου κοινόχρηστων – οικοδομήσιμων χώρων της Βουλιαγμένης, από το 1951 έως το 1978 είχε ως αποτέλεσμα τα αυξηθούν οι οικοδομήσιμοι χώροι κατά 28% από τον αρχικό σχεδιασμό». Ο αρχικός ρυμοτομικός σχεδιασμός των συνολικά 3.000 περίπου στρεμμάτων της Βουλιαγμένης, όπως περιελήφθη στο ΦΕΚ 121Α/24-04-1951 προέβλεπε ισορροπία ως προς τις δομημένες και τις ελεύθερες κοινόχρηστες εκτάσεις της περιοχής.

Η ένταξη στο σχέδιο πόλεως των εκτάσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος προήλθε έπειτα από συμφωνία της τότε ηγεσίας της Εκκλησίας και του ελληνικού Δημοσίου. Η συμφωνία αυτή προέβλεπε μεταξύ άλλων πως με κάθε αποχαρακτηρισμό κοινόχρηστης έκτασης η Εκκλησία θα γινόταν αυτόματα πλήρης κύριος της αντίστοιχης έκτασης. Συνεπώς, οι επιπρόσθετοι αποχαρακτηρισμοί κοινόχρηστων εκτάσεων από το 1951 μέχρι το 1978, εκτός από την αλλαγή του περιβαλλοντικού ισοζυγίου της περιοχής, όπως τα αποκαλεί ο δήμος, «αύξησαν δυσανάλογα την έκταση που φέρεται να κατέχει και να αξιοποιεί η Εκκλησία της Ελλάδος στη Βουλιαγμένη». 

Πολεοδομικά αρρύθμιστες

Την περίοδο 1978 έως 1988, οι τότε δημοτικές αρχές έκαναν μία απόπειρα να βάλουν φρένο στη συνεχή μείωση των ελεύθερων κοινόχρηστων εκτάσεων της πόλης, χαρακτηρίζοντας πράσινους κοινόχρηστους χώρους 279 στρέμματα των εκτάσεων της Εκκλησίας (από τα οποία τα περισσότερα ήταν και παραμένουν δασωμένα) και τα δέσμευσε προς απαλλοτρίωση.

Μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από τον νόμο εικοσαετίας και αφού ο Δήμος Βουλιαγμένης δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τις απαλλοτριώσεις, αδυνατώντας να καταβάλει τα ποσά αποζημίωσης, οι εκτάσεις αποδεσμεύτηκαν και έκτοτε έχουν χαρακτηριστεί πολεοδομικά αρρύθμιστες, δηλαδή δεν έχουν οικοδομικές γραμμές, χρήσεις γης και όρους δόμησης. Και κάπως έτσι φτάνουμε στον Μάρτιο του 2021, οπότε και η ηγεσία της Εκκλησίας προκήρυξε διαγωνισμό για τη μακροχρόνια μίσθωση των 190 από τα 279 αυτά στρέμματα.

Προστασία περιοχής

Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», εντός των επόμενων ημερών αναμένονται στο θέμα σοβαρές εξελίξεις με πρωτοβουλία του Δήμου Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης. Ο δήμαρχος της πόλης Γρηγόρης Κωνσταντέλλος κλιμακώνει ενέργειες προκατόχων του, όπως του Πατρίκιου Καραγεώργου και του Γρηγόρη Κασιδόκωστα, «για την προστασία της μοναδικής φυσιογνωμίας της Βουλιαγμένης». 

Στα μέσα Μαρτίου μετά τη δημόσια πρόσκληση της Εκκλησίας για την αξιοποίηση των ατακτοποίητων ακινήτων της, είχε δηλώσει ότι «θα ήθελα έστω και την ύστατη ώρα να κάνω έκκληση στην ηγεσία της Εκκλησίας μας, μία Εκκλησία που σεβόμαστε και αγαπάμε όλοι. Την καλούμε να εγκαταλείψει τις βλέψεις της για κερδοφορία μέσα από διαδικασίες εκποίησης γης, όπως το μοναδικό δασωμένο τμήμα της Βουλιαγμένης, τη Φασκομηλιά αλλά ακόμα και του Ασκληπιείου Βούλας και να προσαρμοστεί στις πραγματικές ανάγκες της εποχής μας, που είναι η διατήρηση και προστασία του φυσικού κάλλους και του πρασίνου». Ο ίδιος αναφέρει συχνά-πυκνά σε συνομιλητές του πως «η Εκκλησία έχει πάρει από τη Βουλιαγμένη περισσότερα απ’ ό,τι δικαιούται». 

Νομική αντιπαράθεση

Είναι λοιπόν προφανές πως, απουσία συνεννόησης μεταξύ των δυο πλευρών, κυοφορείται νομική αντιπαράθεση, με τον Δήμο Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης να σηκώνει τη σημαία της περιβαλλοντικής προστασίας και της διατήρησης της πράσινης φυσιογνωμίας της πόλης και την Εκκλησία να επικαλείται την ανάγκη αξιοποίησης της περιουσίας της για να χρηματοδοτήσει το κοινωφελές της έργο.