ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Νέα μέτρα για να περιορισθούν οι αυξήσεις σε ρεύμα και αέριο

Στα 39 ευρώ η επιδότηση για το ρεύμα τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο

nea-metra-gia-na-perioristhoyn-oi-ayxiseis-se-reyma-kai-aerio-561581071

Με… γεωμετρική πρόοδο το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας αυξάνει τις κρατικές επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ρεύματος, από 9 ευρώ τον Σεπτέμβριο σε 18 ευρώ τον Οκτώβριο και σε 39 ευρώ τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο αντίστοιχα, χωρίς να έχει καταφέρει από τον Σεπτέμβριο μέχρι σήμερα να ρυθμίσει τον τρόπο που αυτές θα φτάσουν στους καταναλωτές.

Για τους καταναλωτές, ακόμη και η νέα αυξημένη επιδότηση των 39 ευρώ τον μήνα περιορίζει μόνο κατά το ήμισυ την επιβάρυνση από τη χονδρεμπορική τιμή ρεύματος, που για το πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου κινείται μεσοσταθμικά στα 208 ευρώ η μεγαβατώρα. Με αυτή την τιμή, ένα μέσο νοικοκυριό με κατανάλωση 400 κιλοβατωρών τον Νοέμβριο θα πλήρωνε για ρήτρα αναπροσαρμογής 80 ευρώ και με την επιδότηση θα πληρώσει 41 ευρώ. Στο τετράμηνο δηλαδή, ακόμη και μετά την επιδότηση, θα πληρώσει επιπλέον 164 ευρώ για το ρεύμα που θα καταναλώσει. Στα 18 ευρώ τον μήνα και συνολικά στα 72,12 ευρώ το τετράμηνο 9/6 έως 7/10 περιορίστηκε η επιβάρυνση καταναλωτή της ΔΕΗ, μετά την κρατική επιδότηση και τις εκπτώσεις της ίδιας της εταιρείας, διάστημα που για τον πρώτο μήνα δεν χρέωσε ρήτρα αναπροσαρμογής, αφού αυτή τέθηκε σε εφαρμογή από 6 Αυγούστου.

Το βάρος των επιδοτήσεων πάντως έχει μεταφερθεί στους προμηθευτές, οι οποίοι είναι εκείνοι που σε πρώτη φάση καλύπτουν τις εκπτώσεις στα τιμολόγια, χωρίς κάποια υπουργική απόφαση να καθορίζει το ύψος, τους όρους και τις προϋποθέσεις χορήγησής τους, αλλά στηριζόμενοι σε απλές εξαγγελίες. Η αγορά αναγνωρίζει ότι τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης είναι στη σωστή κατεύθυνση και βοηθούν τόσο τον καταναλωτή όσο και τους προμηθευτές, όμως «σηκώνει τα χέρια ψηλά», όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν εκπρόσωποί της, σε ό,τι αφορά τον τρόπο εφαρμογής τους. Αδυνατούν να πιστέψουν ότι το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας εκ των υστέρων αντιλήφθηκε ότι η επιδότηση επιχειρήσεων χαμηλής τάσης που ενέταξε στο μέτρο των επιδοτήσεων μαζί με τους οικιακούς καταναλωτές, προϋποθέτει κοινοποίηση στην Κομισιόν γιατί αποτελεί κρατική ενίσχυση –και εξ αυτού του λόγου εκκρεμεί η απαιτούμενη ΚΥΑ– μεταφέροντας τη δυσκολία τους να συνεχίσουν να πιστώνουν επιδοτήσεις που δεν ξέρουν πότε θα εισπράξουν. Με εξαίρεση ένα mail που έλαβαν από τη γ.γ. Ενέργειας Αλεξάνδρα Σδούκου με οδηγίες για το πώς θα εφαρμόσουν την έκπτωση των 9 ευρώ τον μήνα για τις πρώτες 300 κιλοβατώρες για τις καταναλώσεις του Σεπτεμβρίου, οι προμηθευτές δεν έχουν πάρει καμία επίσημη ενημέρωση ούτε για την προηγούμενη αύξηση της επιδότησης στα 18 ευρώ που ανακοινώθηκε τον Οκτώβριο ούτε για τη νέα των 39 ευρώ για τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο, για την οποία ενημερώθηκαν από τα ΜΜΕ.

Σε πρώτη φάση το βάρος των επιδοτήσεων έχει μεταφερθεί στους προμηθευτές, οι οποίοι καλύπτουν τις εκπτώσεις.

Εκτός από τα ζητήματα της νομιμότητας και του κόστους, οι προμηθευτές πρέπει να επιλύσουν και τεχνικά ζητήματα που απαιτούν χρόνο, όπως για παράδειγμα η τροποποίηση των πληροφοριακών τους συστημάτων, η οποία θα πρέπει να αλλάξει για τρίτη συνεχόμενη φορά, χωρίς να έχουν, αν όχι κάποια υπουργική απόφαση, έστω μια σαφή οδηγία που θα τηρείται απ’ όλους, με αποτέλεσμα ο κάθε προμηθευτής να λειτουργεί κατά το δοκούν. Η ΔΕΗ, για παράδειγμα, περνάει τις πιστώσεις στους εκκαθαριστικούς λογαριασμούς, άλλοι προμηθευτές μετακυλίουν τις αυξήσεις στους έναντι λογαριασμούς χωρίς να περνάνε την κρατική έκπτωση στην κατανάλωση που αντιστοιχεί, την οποία περνάνε στη συνέχεια στους εκκαθαριστικούς λογαριασμούς.

Ολοι οι προμηθευτές από τις 15 Οκτωβρίου πιστώνουν την έκπτωση των 18 ευρώ τον μήνα βασιζόμενοι σε δηλώσεις και αναδρομικά για τον Σεπτέμβριο τα 9 ευρώ τον μήνα. Η κάλυψη των πιστώσεων από τους προμηθευτές επιβαρύνει περαιτέρω την πιεσμένη από τις υψηλές τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς ρευστότητα των προμηθευτών, οι οποίοι αναμένουν από τον Οκτώβριο τα πρώτα χρήματα, όπως δεσμεύθηκε απέναντί τους ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κώστας Σκρέκας. «Επικροτούμε τα μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση για τη στήριξη των καταναλωτών. Είναι απολύτως αναγκαία και από την πλευρά μας κάνουμε ό,τι μπορούμε να τα στηρίξουμε. Εκτελούμε τις αποφάσεις παρότι δεν υπάρχει κάποιο νόμιμο πλαίσιο, δεν μπορούμε όμως επ’ άπειρον να πιστώνουμε χρήματα χωρίς να εισπράττουμε», τονίζει  στην «Κ» εκπρόσωπος του κλάδου προμήθειας. Οπως μάλιστα μεταφέρεται, κάποιοι αρχίζουν να σκέφτονται και την παύση των πιστώσεων εάν δεν δοθούν άμεσα κάποια χρήματα. «Η επιδότηση των 9 ευρώ για μια μεσαία εταιρεία ήταν ένα μηνιαίο κόστος της τάξης των  5-6 εκατ., αυτό έγινε 10 εκατ. με την επιδότηση στα 18 ευρώ και 30 εκατ. με την επιδότηση στα 39 ευρώ», τονίζει άλλος προμηθευτής, περιγράφοντας το πρόβλημα ρευστότητας που επωμίζονται από τον τρόπο εφαρμογής του μέτρου.

Ενισχύεται το ΚΟΤ, «παγώνουν» τα τέλη δικτύου, ελαφρύνσεις σε βιομηχανία

Για τους δικαιούχους του κοινωνικού οικιακού τιμολογίου (ΚΟΤ) οι επιβαρύνσεις περιορίζονται σημαντικά, καθώς η επιδότηση αυξάνεται από τα 24 ευρώ τον μήνα στα 45 ευρώ.

Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κώστας Σκρέκας ανακοίνωσε επίσης την αναστολή της χρέωσης τελών χρήσης δικτύου το δίμηνο Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου για τους οικιακούς καταναλωτές φυσικού αερίου, μέτρο που, όπως εκτίμησε, θα φέρει μείωση από 20 έως 40 ευρώ για ένα νοικοκυριό με μέση κατανάλωση.

Για τις βιομηχανίες μέσης και χαμηλής τάσης, όπως και για τις λοιπές επιχειρήσεις μέσης τάσης (ξενοδοχεία, εμπορικές αλυσίδες, σούπερ μάρκετ κ.λπ.), ανακοίνωσε αναστολή της πληρωμής υπηρεσιών κοινής ωφελείας (ΥΚΩ) για διάστημα πέντε μηνών, το ποσό των οποίων αντιστοιχεί για το συγκεκριμένο διάστημα σε 63 εκατ. ευρώ. Οι χρεώσεις θα καταβληθούν όταν θα αποκλιμακωθούν οι τιμές στη χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και αξιολογώντας τις ανάγκες του σχετικού ειδικού λογαριασμού. Και τα νέα μέτρα θα χρηματοδοτηθούν από τα έσοδα των δημοπρασιών δικαιωμάτων ρύπων. 

Οι συνολικοί πόροι που θα διατεθούν μέσω του Ταμείου Ενεργειακής Μετάβασης για τη στήριξη των νοικοκυριών θα ανέλθουν σε 620 εκατ. ευρώ για την περίοδο Σεπτεμβρίου – Δεκεμβρίου 2021.