ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Ποια έργα μπορούν να προτείνουν προς το Δημόσιο οι ιδιώτες

Σε διαβούλευση το νομοσχέδιο για τις «πρότυπες προτάσεις» του υπ. Υποδομών

Ποια έργα μπορούν να προτείνουν προς το Δημόσιο οι ιδιώτες

Το νομοθετικό πλαίσιο για τις «πρότυπες προτάσεις» ιδιωτών προς το Δημόσιο για νέα έργα έθεσε χθες σε διαβούλευση το υπουργείο Υποδομών. Η πρόταση μπορεί να αφορά «κλασικά» δημόσια έργα, παραχωρήσεις ή ΣΔΙΤ προϋπολογισμού άνω των 200 εκατ. ευρώ. Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν είναι απαραίτητο να αφορούν νέα έργα, αλλά και επεκτάσεις ή αναθεωρήσεις υφιστάμενων, ή ακόμα και έργα που έχουν ήδη δρομολογηθεί, αλλά έχουν πρόβλημα ωρίμανσης. Ο ιδιώτης που θα προτείνει ένα τέτοιο έργο θα έχει το πλεονέκτημα να μπορεί να υποβάλει βελτιωμένη προσφορά στον διαγωνισμό.

Το ερώτημα είναι πώς θα αξιοποιήσει αυτό το εργαλείο το Δημόσιο, ώστε να μην εμφανιστούν προτάσεις για δρομολογημένα εδώ και καιρό έργα, με τους ενδιαφερομένους να αναζητούν… πλεονέκτημα. Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου, που δόθηκε σε δημόσια διαβούλευση:

• Οι προτάσεις μπορεί να αφορούν δημόσια έργα, έργα παραχώρησης ή συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ). Επίσης μπορούν να αφορούν νέα έργα ή την επέκταση ή αναδιαμόρφωση υφιστάμενων έργων υποδομών και την παροχή υπηρεσιών λειτουργίας αυτών, που ανήκουν στην αρμοδιότητα των υπουργείων Υποδομών και Μεταφορών ή Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

• Πρέπει να έχουν χαρακτηριστικά καινοτομίας και πολυπλοκότητας και να μην έρχονται σε αντίθεση με τον σχεδιασμό των αναθετουσών αρχών. Κατ’ εξαίρεση μπορούν να αφορούν και έργα που ήδη έχουν ενταχθεί σε προγραμματισμό, αλλά παρουσιάζουν χαμηλούς ρυθμούς ωρίμανσης ή σχετίζονται με την αντιμετώπιση του κορωνοϊού.

• Η πρόταση πρέπει να υπερβαίνει τα 200 εκατ. ευρώ.

Ως προς τη διαδικασία:

• Οι προτάσεις υποβάλλονται στην Επιτροπή Αξιολόγησης Πρότυπων Προτάσεων. Περιλαμβάνουν κατ’ ελάχιστον: αναλυτική περιγραφή του αντικειμένου, τεκμηρίωση της καινοτομίας ή πολυπλοκότητας, τρόπο υλοποίησης, τεκμηρίωση της σκοπιμότητας. Πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν αναλυτική τεκμηρίωση της αξίας της προτεινόμενης επένδυσης, πρόγραμμα εκπόνησης μελετών, τεχνική περιγραφή, προμελέτη, μελέτη κόστους – οφέλους, πρόταση για πηγές χρηματοδότησης, έκθεση για τις απαιτούμενες αδειοδοτήσεις και απαλλοτριώσεις, μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (προφανώς όχι εγκεκριμένη), χρονοδιάγραμμα, επιστολή από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα (για παραχωρήσεις ή ΣΔΙΤ) ως προς το κατ’ αρχήν ενδιαφέρον τους. Επίσης απαιτείται η καταβολή παραβόλου ύψους 1‰ επί της αξίας του έργου.

Ο ιδιώτης που θα προτείνει το έργο θα έχει το πλεονέκτημα να μπορεί να υποβάλει βελτιωμένη προσφορά στον διαγωνισμό.

• Οι προτάσεις θα αξιολογούνται από μια επιτροπή, με πρόεδρο τον υπουργό Υποδομών.

• Η επιτροπή αξιολογεί την πρόταση σε διάστημα 90 ημερών από την υποβολή της. Αν υποβληθούν περισσότερες από μία προτάσεις με το ίδιο αντικείμενο, τότε εξετάζονται παράλληλα και προκρίνεται η πιο συμφέρουσα. Η επιτροπή εισηγείται στον αρμόδιο υπουργό θετικά ή αρνητικά για την πρόταση. Εφόσον η εισήγηση γίνει αποδεκτή από τον υπουργό, τότε το έργο παραπέμπεται στην Κυβερνητική Επιτροπή Συμβάσεων Στρατηγικής Σημασίας, η οποία παίρνει και την τελική απόφαση.

• Εφόσον η πρόταση εγκριθεί από την κυβερνητική επιτροπή, τότε μεταβιβάζεται στην αρμόδια αναθέτουσα αρχή, που πρέπει να συντάξει τα τεύχη δημοπράτησης, διατηρώντας το δικαίωμα να κάνει επιμέρους τροποποιήσεις στο τεχνικό αντικείμενο του έργου ή στις προδιαγραφές του.

• Ακολουθεί ο διαγωνισμός, στον οποίο μπορεί να συμμετάσχει οποιοσδήποτε. Αν επιλεγεί άλλος από αυτόν που πρότεινε το έργο, τότε του καταβάλλει τα έξοδα προετοιμασίας του φακέλου. Αν υπάρχει μόνο ένας διεκδικητής, τότε πρέπει ανεξάρτητος εκτιμητής να αποφανθεί αν είναι οικονομικά συμφέρον και ανταποκρίνεται στις τιμές της αγοράς.

• Ο φορέας που πρότεινε το έργο έχει ένα πλεονέκτημα στον διαγωνισμό, που ονομάζεται «δικαίωμα διεκδίκησης». Αν δεν είναι πρώτος στην κατάταξη, τότε του δίνεται το δικαίωμα να υποβάλει μέσα σε 20 μέρες βελτιωμένη προσφορά, χωρίς να επιτρέπεται κάτι άλλο στους υπόλοιπους διεκδικητές.

Σύμφωνα με τη χθεσινή ανακοίνωση του υπουργείου Υποδομών, οι πρότυπες προτάσεις είναι «μια μεταρρύθμιση στον χώρο των δημοσίων έργων, γιατί από τη μια επιτυγχάνεται η ωρίμανση έργων που η ίδια η αγορά θεωρεί σημαντικά, και από την άλλη δίνεται κίνητρο στον ιδιωτικό τομέα για την υποβολή πρότυπων τεχνικών λύσεων για την κατασκευή των έργων, έργα που θα ελέγχονται από το έμπειρο στελεχιακό δυναμικό του υπουργείου, δημιουργώντας έτσι μια παρακαταθήκη γνώσης σε αυτό και θα εξασφαλίσει την ταχύτερη μετάβαση σε μια νέα εποχή».

Από την άλλη πλευρά, το νέο αυτό μοντέλο μπορεί να οδηγήσει σε διάφορες στρεβλώσεις. Κατ’ αρχάς, ο σχεδιασμός του Δημοσίου δεν μπορεί να έλκεται από τις προτάσεις κάποιου ιδιώτη, που μπορεί μάλιστα να φέρει ένα έργο «στα μέτρα του», όχι κατ’ ανάγκην αυτά που θα επέλεγε το Δημόσιο. Κατά δεύτερον υπάρχουν ήδη μεγάλα έργα (λ.χ. επεκτάσεις Αττικής Οδού) στα οποία είναι γνωστό ότι έχει γίνει προετοιμασία από αυτούς που τα διαχειρίζονται σήμερα και επομένως η διεκδίκησή τους μέσω πρότυπης πρότασης θα δημιουργήσει συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού.