Οι παρενέργειες από τα μέτρα οικονομικής ενίσχυσης

Οι παρενέργειες από τα μέτρα οικονομικής ενίσχυσης

Ο έμπορος ηλεκτρικών συσκευών αποφεύγει τις εκπτώσεις που κανονικά θα έκανε στον πελάτη του ακριβώς επειδή υπάρχει το voucher

4' 41" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Τα μέτρα στήριξης και τα προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης που τονώνουν τη ζήτηση των πολιτών ώστε να μπορέσουν να καλύψουν μια ανάγκη –από το να νοικιάσουν φοιτητική εστία μέχρι να πάρουν χαμηλότοκο δάνειο για την αγορά ακινήτου ή να εγκαταστήσουν κλιματιστικά και ηλιακούς θερμοσίφωνες– έχουν και… παρενέργειες.

Μπορεί να τονώνουν το ενδιαφέρον καθώς ο δικαιούχος αισθάνεται ότι «κερδίζει χρήματα», όμως συνδράμουν στο ανατιμητικό σπιράλ με αποτέλεσμα να «καίγονται» διαθέσιμοι πόροι. Το φοιτητικό επίδομα δεν ευνοεί μόνο την οικογένεια του φοιτητή αλλά και τον κάτοχο της φοιτητικής στέγης. Ο πωλητής ακινήτου ευνοείται απαιτώντας μεγαλύτερο τίμημα αν απευθυνθεί σε δικαιούχο του προγράμματος «Σπίτι μου», ενώ ο έμπορος ηλεκτρικών συσκευών έχει την ευκαιρία να αποφύγει τις εκπτώσεις που κανονικά θα έκανε στον πελάτη του ακριβώς επειδή υπάρχει το voucher.

Αυτές οι παρενέργειες –άνοδος ενοικίων, τιμών ακινήτων κ.λπ.– είναι που οδηγούν σε δεύτερες σκέψεις όσον αφορά τον σχεδιασμό των μέτρων. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν θα ήταν προτιμότερο ένα μέρος των διαθέσιμων πόρων να αφορά στην αύξηση της προσφοράς και όχι στην τόνωση της ζήτησης. Ηδη, προετοιμάζονται δύο δράσεις που θα υιοθετήσουν αυτή ακριβώς τη «λογική»: η κοινωνική αντιπαροχή ώστε να αυξηθεί ο αριθμός των διαθέσιμων ακινήτων για τους κοινωνικά ευάλωτους αλλά και τα «πράσινα δάνεια» τα οποία θα αυξάνουν την προσφορά χρήματος για φιλικές προς το περιβάλλον επενδύσεις.

Η διαφορά των μέτρων τόνωσης της ζήτησης με τα μέτρα ενίσχυσης της προσφοράς γίνεται κατανοητή με το εξής παράδειγμα: τα τελευταία 25 χρόνια, το Δημόσιο έχει διαθέσει για επιδόματα φοιτητικής στέγης πάνω από 1,5 δισ. ευρώ. Με αυτό το ποσό, πόσες φοιτητικές εστίες θα είχαν χτιστεί ή ανακαινιστεί; Πόσες θέσεις εργασίας θα δημιουργούνταν για τη λειτουργία τους και πόσο χαμηλότερο θα ήταν το κόστος σπουδών για όσους θα διέμεναν σε αυτές τις εστίες; Βεβαίως, οι οικογένειες που σε όλο αυτό το διάστημα μέχρι να χτίζονταν οι φοιτητικές εστίες δεν θα λάμβαναν την ενίσχυση, θα έπρεπε να τα βγάλουν πέρα χωρίς την κρατική ενίσχυση. Ομως ένα πρόβλημα που διαιωνίζεται για τις οικογένειες των σπουδαστών, θα λυνόταν με μόνιμο τρόπο. Και δεν είναι το μοναδικό παράδειγμα:

1. Με το πρόγραμμα «Σπίτι μου», το κράτος παρενέβη με τις επιδοτήσεις των στεγαστικών δανείων για να ενισχύσει την αγοραστική δύναμη των νέων. Ο δανεισμός με τελικό κόστος κάτω από 1%, ισοδυναμεί με έμμεση αύξηση εισοδήματος των δικαιούχων ακόμη και κατά 3.000 ευρώ τον χρόνο καθώς με τα σημερινά δεδομένα, η δόση του δανείου για την αγορά ενός ακινήτου αξίας 150.000 ευρώ θα ήταν 700 ευρώ και μέσω του επιδοτούμενου προγράμματος πέφτει στα 440 ευρώ. Αυτή όμως η πριμοδότηση των υποψήφιων αγοραστών έδωσε τη δυνατότητα και στους πωλητές να αυξήσουν τις απαιτήσεις τους. Ξαφνικά, δημιουργήθηκε έντονο αγοραστικό ενδιαφέρον για περισσότερα από 10.000 διαμερίσματα ηλικίας άνω των 15 ετών. Με το «πλαφόν» του προγράμματος να έχει οριστεί στις 200.000 ευρώ, πολλές ήταν οι περιπτώσεις ιδιοκτητών που ανέβασαν τις απαιτήσεις τους κοντά στο όριο εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη των νέων ζευγαριών να «κλείσουν θέση» στο πρόγραμμα.

2. Από το 1997 που θεσπίστηκε η επιδότηση ενοικίου μέχρι σήμερα, το ελληνικό Δημόσιο έχει διαθέσει δισ. ευρώ για την επιδότηση των φοιτητικών ενοικίων. Ακόμη ένα μέτρο που τροφοδοτεί τη ζήτηση με τα γνωστά αποτελέσματα: τα ενοίκια για τις φοιτητικές εστίες ανεβαίνουν κάθε χρόνο και σε υψηλότερα επίπεδα. Οι μεγάλες αυξήσεις που σημειώθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια δεν είναι ασύνδετες με την απόφαση να ενισχυθεί το επίδομα από τα 1.000 στα 1.500 ευρώ ή ακόμη και στις 2.000 ευρώ για όσους θα επέλεγαν τη λύση της συγκατοίκησης. Η δαπάνη για το φοιτητικό επίδομα ξεπερνάει τα 70 εκατ. ευρώ. Σημαντικό μέρος αυτού του ποσού καταλήγει στους ιδιοκτήτες των ακινήτων.

3. Στο πρόγραμμα για τους ηλιακούς θερμοσίφωνες, οι επιδοτήσεις που δίνει το πρόγραμμα –και οι οποίες προσδιορίζονται με συντελεστή 50%-60%– υπολογίζονται επί των ονομαστικών τιμών πώλησης οι οποίες συνήθως είναι υψηλότερες. Σε συνήθεις περιόδους που δεν υπάρχει μαζικό αγοραστικό ενδιαφέρον, οι εταιρείες κάνουν εκπτώσεις επί των ονομαστικών τιμών. Αυτές οι πρακτικές είναι περιορισμένες τώρα που υπάρχει η επιδότηση του Δημοσίου. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι σε πραγματικούς όρους, η ελάφρυνση του νοικοκυριού μπορεί να μη φτάνει τελικώς στο 50%-60%. Οσο για τα έξοδα εγκατάστασης, είναι επόμενο η κατακόρυφη αύξηση της ζήτησης και τα στενά περιθώρια να οδηγούν σε αύξηση των αμοιβών καθώς και ο μεγάλος αριθμός των παραγγελιών και τα «κουπόνια» των 150 ευρώ ενεργοποιούν τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης.

4. Προγράμματα που ενισχύουν τη ζήτηση είναι και τα «Εξοικονομώ». Η λογική τους είναι να καταστήσουν φθηνότερη για τον ιδιοκτήτη την ενεργειακή αναβάθμιση του ακινήτου με προφανή στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας. Κατά τις διάφορες φάσεις του προγράμματος, ανέκυψαν ζητήματα ειδικά με τις καθυστερήσεις στην καταβολή των ενισχύσεων στις εταιρείες. Πολλοί δικαιούχοι των προγραμμάτων «Εξοικονομώ» έχουν να μεταφέρουν ιστορίες κατά τις οποίες τους ζητήθηκαν περισσότερα χρήματα για την ίδια παρέμβαση μέσω του «Εξοικονομώ» συγκριτικά με το να πήγαινε κάποιος ως ιδιώτης.

Κοινωνική αντιπαροχή

Το πρόγραμμα της κοινωνικής αντιπαροχής αποσκοπεί στο να αυξηθεί η προσφορά ακινήτων για τους ευάλωτους. Το Δημόσιο θα διαθέσει ακίνητα που έχουν περιέλθει στην ιδιοκτησία του (κυρίως γη) σε κατασκευαστές οι οποίοι αφού θα αναλάβουν το κόστος ανέγερσης, θα διαθέσουν ένα τμήμα του ακινήτου για τις κοινωνικές κατοικίες κρατώντας το υπόλοιπο για αξιοποίηση. Ετσι, επιτυγχάνεται η αύξηση της προσφοράς ακινήτων και δεν δημιουργούνται πιέσεις στα ενοίκια κάτι που συμβαίνει με προγράμματα όπως αυτό του στεγαστικού επιδόματος. Αντίστοιχα, τα «πράσινα δάνεια» χορηγούνται με ευνοϊκούς όρους σε δικαιούχους με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και τους επιτρέπουν να χρηματοδοτήσουν πράσινες επενδύσεις χωρίς όμως να υφίστανται τις αυξημένες τιμές που αντιμετωπίζουν μέσω άλλων προγραμμάτων ενίσχυσης όπως π.χ. το «Εξοικονομώ». Η ρευστότητα είναι αυτή που τους επιτρέπει να απευθυνθούν σε όλη την αγορά για να βρουν την καλύτερη λύση και να εκμεταλλευτούν τις συνθήκες του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT