Tρεις κινδύνους για τις ευρωπαϊκές τράπεζες «βλέπει» η S&P

Tρεις κινδύνους για τις ευρωπαϊκές τράπεζες «βλέπει» η S&P

Το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα απέχει ακόμη αρκετά από την «ευρωπαϊκή κανονικότητα» στο μέτωπο των NPEs

3' 11" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Θετική για τις προοπτικές των ελληνικών τραπεζών το 2024 παραμένει η S&P, ωστόσο υπογραμμίζει πως συνεχίζουν να βρίσκονται αντιμέτωπες με σημαντικές προκλήσεις, όπως το «αγκάθι» του αναβαλλόμενου φόρου στα κεφάλαιά τους, καθώς και το ότι απέχουν ακόμη αρκετά από την «ευρωπαϊκή κανονικότητα» στο μέτωπο των NPEs. Αυτές είναι μερικές από τις «παρατηρήσεις» του οίκου, στο πλαίσιο της νέας έκθεσής του για την πορεία των ευρωπαϊκών τραπεζών το τρέχον έτος, το οποίο είναι γεμάτο προκλήσεις για τον κλάδο.

Η S&P επισημαίνει πως, σε γενικές γραμμές, η ισχυρή κεφαλαιοποίηση και ρευστότητα, η βελτιωμένη κερδοφορία και ποιότητα ενεργητικού θα διατηρήσουν την ανθεκτική απόδοση των ευρωπαϊκών τραπεζών και το 2024. Ωστόσο, η βελτίωση της κερδοφορίας κορυφώθηκε σε μεγάλο βαθμό το 2023 και οι τράπεζες θα βρεθούν αντιμέτωπες με την αποδυνάμωση της ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων τα επόμενα τρίμηνα, ενώ θα συνεχίσουν να προσαρμόζονται στο υψηλό κόστος του πληθωρισμού και τα υψηλά επιτόκια. Πάντως, οι τράπεζες που επενδύουν ενεργά στον ψηφιακό μετασχηματισμό και την καινοτομία θα είναι σε καλύτερη θέση να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητά τους, να αντιμετωπίσουν τις γρήγορες αλλαγές στις προτιμήσεις των πελατών και να διαχειριστούν τον εξελισσόμενο κίνδυνο στον κυβερνοχώρο, όπως αναφέρει.

Αν και αναμένει ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα συνεχίσουν να επιδεικνύουν ανθεκτικότητα, «βλέπει» τρεις κύριους κινδύνους για τον κλάδο αυτό το έτος:

Πρώτον, ορισμένα χαρτοφυλάκια θα μπορούσαν να επιδεινωθούν περισσότερο από ό,τι αναμένεται, λόγω της μεγαλύτερης επιβράδυνσης της οικονομίας ή των πιο ριψοκίνδυνων επιχειρηματικών μοντέλων μεμονωμένων τραπεζών. Ο ακόμη υψηλός πληθωρισμός, που οδηγεί σε υψηλότερα επιτόκια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, και η περαιτέρω επιδείνωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών, ενδέχεται να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη επιδείνωση της ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων από την προβλεπόμενη. Ομοίως, η υψηλότερη συγκέντρωση ορισμένων τραπεζών σε τομείς όπως τα εμπορικά ακίνητα θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερους πιστωτικούς κινδύνους, ειδικά για μικρότερες τράπεζες με ανεπαρκή αποθέματα ασφαλείας για την απορρόφηση πιθανής αύξησης του πιστωτικού κόστους.

Δεύτερον, το αυξανόμενο κόστος χρηματοδότησης θα παραμείνει πρόκληση για τις τράπεζες στην Ευρώπη, ιδίως εκείνων που εξαρτώνται περισσότερο από καταθέσεις επιχειρήσεων ή λιανικής, που είναι πιο ευαίσθητες στα επιτόκια. Οι τράπεζες με σημαντικές εκδόσεις χρέους, που αντιμετωπίζουν μια ισχυρότερη μετάβαση σε προθεσμιακές καταθέσεις, θα δουν ισχυρές πιέσεις στο κόστος χρηματοδότησης και, συνεπώς, στα οικονομικά τους μεγέθη. Τέλος, η S&P «βλέπει» σημαντικό κίνδυνο για τις τράπεζες από την αστάθεια που μπορεί να προκαλέσει στην αγορά η αλλαγή στάσης πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία θα συνεχίσει να εξομαλύνει την πλεονάζουσα ρευστότητα στον κλάδο.

Σε ό,τι αφορά τις ελληνικές τράπεζες ειδικότερα, η S&P επισημαίνει πως θα δεχθούν στήριξη από τις ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης της Ελλάδας, την επανέναρξη της πιστωτικής ζήτησης, τη βελτίωση της πιστοληπτικής ικανότητας των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, την ανάκαμψη των τιμών των ακινήτων και τη μείωση της ανεργίας, ενώ αναμένει ότι η κερδοφορία τους θα επωφεληθεί από υψηλότερα επιτόκια και το 2024, χάρη στο μεγάλο μερίδιο των χαρτοφυλακίων δανείων με κυμαινόμενα επιτόκια.

Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα έχει υψηλότερους οικονομικούς κινδύνους από την υπόλοιπη Ευρώπη, όπως επισημαίνει, καθώς, αν και οι δείκτες NPE των ελληνικών τραπεζών αναμένεται το 2024 να διαμορφωθούν στο 5,4%, εξακολουθούν να είναι πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. το 1,8%. Παρά την πρόοδο, η ποιότητα του ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών παραμένει μεταξύ των πιο αδύναμων στην Ευρώπη, όπως σημειώνει οίκος.

Παράλληλα, κατά την άποψη της S&P, η αύξηση των καταθέσεων και η βελτιωμένη εμπιστοσύνη των επενδυτών θα υποστηρίξουν τα προφίλ χρηματοδότησης και ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών, ενώ εκτιμά πως και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες θα ανταποκριθούν στους τελικούς στόχους για τις ελάχιστες απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (MREL) το 2025. Ωστόσο, όπως τονίζει, το υψηλό ποσοστό των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων στα κεφάλαια των τραπεζών παραμένουν μια σημαντική ρυθμιστική πρόκληση. «Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν το 60%-100% του CET1 των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, γεγονός που τις καθιστά πιο ευάλωτες σε δυσμενείς κραδασμούς και νέες εποπτικές αποφάσεις», όπως σημειώνει.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή