«Καμπανάκι» από Στουρνάρα για μεταρρυθμίσεις – Αναγκαία η δημοσιονομική σύνεση τα επόμενα χρόνια

«Καμπανάκι» από Στουρνάρα για μεταρρυθμίσεις – Αναγκαία η δημοσιονομική σύνεση τα επόμενα χρόνια

Η δημοσιονομική, χρηματοπιστωτική και πολιτική σταθερότητα αποτελούν αγαθά που πρέπει να διαφυλαχθούν ως κόρην οφθαλμού, τόνισε ο διοικητής της ΤτΕ Γ. Στουρνάρας μιλώντας στη γενική συνέλευση της τράπεζας.

Η ανάγκη συνέχισης των μεταρρυθμίσεων ήταν το κεντρικό μήνυμα του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα στη χθεσινή γενική συνέλευση της ΤτΕ, που μίλησε για μια μεγάλη πρόκληση μεταρρυθμιστικής κόπωσης, ενώ επικαλέστηκε στοιχεία που δείχνουν στασιμότητα και μικρή υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας τον περασμένο χρόνο.

Παράλληλα, ο κ. Στουρνάρας μίλησε για την ανάγκη «δημοσιονομικής σύνεσης», που μεταφράζεται σε πρωτογενή πλεονάσματα τουλάχιστον 2% του ΑΕΠ συνεχώς τα επόμενα χρόνια.

«Δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού», προειδοποίησε σε μια ομιλία με πολλούς αποδέκτες. Εθεσε, μάλιστα, έναν υψηλό στόχο: τη σύγκλιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας με τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωζώνης, από την οποία η απόσταση είναι μεγάλη.

«Πολιτική σταθερότητα, δημοσιονομική σταθερότητα, χρηματοπιστωτική σταθερότητα είναι δημόσια αγαθά και πρέπει να διαφυλαχθούν ως κόρη οφθαλμού, ειδικά στην Ελλάδα που μόλις πριν από λίγα χρόνια εξήλθε από τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση στη σύγχρονη ιστορία της», τόνισε σε άλλο σημείο, επιμένοντας στις πάγιες θέσεις του, αποτέλεσμα και της εμπειρίας των μνημονιακών χρόνων.

Ο κ. Στουρνάρας χαρακτήρισε ορόσημο την αναβάθμιση της χώρας στην επενδυτική βαθμίδα το 2023, επισημαίνοντας ότι σηματοδοτεί την αναγνώριση της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια.

Σημείωσε όμως ότι «η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, μετά τη σημαντική βελτίωση των προηγούμενων ετών, εμφάνισε ενδείξεις στασιμότητας ή και ελαφράς υποχώρησης το 2023, μέσα σ’ ένα επιδεινούμενο περιβάλλον για το διεθνές εμπόριο». Ειδικότερα, επεσήμανε αδυναμίες σε τομείς όπως η αποτελεσματική λειτουργία του κράτους, η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης και η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας.

«Δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού», προειδοποίησε ο Γ. Στουρνάρας μιλώντας στη γενική συνέλευση της ΤτΕ.

«Η Ελλάδα έχει την ιστορική ευκαιρία να ολοκληρώσει τον μετασχηματισμό της οικονομίας της, συγκλίνοντας προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο», είπε.

Επίσης, σημείωσε ότι η δημοσιονομική διαχείριση των έκτακτων συνθηκών τα τελευταία χρόνια ανέδειξε τα οφέλη των διαρθρωτικών δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων της προηγούμενης περιόδου.

Ωστόσο, στην έκθεση επισημαίνεται ότι η «πρακτική χορήγησης επιδομάτων με βάση μόνο τα δηλωθέντα εισοδήματα σε μια οικονομία με αυξημένη φοροδιαφυγή οδηγεί σε ανορθολογική και άδικη χρησιμοποίηση των δημόσιων πόρων. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής των κοινωνικών δαπανών στην Ελλάδα είναι χαμηλός, το οποίο υποδηλώνει ότι οι δαπάνες αυτές διαχέονται σε ευρύτερα εισοδηματικά στρώματα και δεν καταλήγουν στοχευμένα στα κατώτερα κλιμάκια της εισοδηματικής κατανομής».

Η πρόβλεψη της Τράπεζας της Ελλάδος σε κάθε περίπτωση είναι για πρωτογενές πλεόνασμα 1,4% του ΑΕΠ ή και υψηλότερα το 2023, όπως είπε ο κ. Στουρνάρας, έναντι πρόβλεψης του προϋπολογισμού για 1,1%. Για το 2024 η πρόβλεψη της ΤτΕ αναφέρει πρωτογενές πλεόνασμα 2,1%, όπως και ο προϋπολογισμός του 2024.

Το χρέος εκτιμάται ότι μειώθηκε κατά 10,7 ποσοστιαίες μονάδες το 2023 και διαμορφώθηκε στο 161,9% του ΑΕΠ, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2010. Για το 2024 εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 152,3% και θα μειωθεί και σε ονομαστικούς όρους για πρώτη φορά από το 2019.

«Η επίτευξη ικανοποιητικού ρυθμού ανάπτυξης αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση για την ελληνική οικονομία», τόνισε, εξάλλου, ο κεντρικός τραπεζίτης, καταγράφοντας τους εξής κινδύνους: 1) το ενδεχόμενο περαιτέρω επιβράδυνσης του ρυθμού ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας, 2) την αυξανόμενη αβεβαιότητα, λόγω δυσμενών γεωπολιτικών εξελίξεων στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, 3) την τυχόν καθυστέρηση της υλοποίησης των δράσεων του Ταμείου Ανάκαμψης και τον βραδύτερο ρυθμό απορρόφησης των σχετικών κονδυλίων, 4) την εμφάνιση μεταρρυθμιστικής κόπωσης, με αρνητικές συνέπειες στην παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, και 5) τις επιπτώσεις ενδεχόμενων φυσικών καταστροφών που συνδέονται με την κλιματική κρίση.

Με αργό ρυθμό οι εκταμιεύσεις δανείων από Ταμείο Ανάκαμψης

Καθυστερήσεις παρουσιάζουν οι εκταμιεύσεις δανείων όσο και οι επιχορηγήσεις προς τις επιχειρήσεις μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους πρωτοπόρους της Ε.Ε. ως προς την απορρόφηση των πόρων του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Αυτό επισημαίνεται στην έκθεση του διοικητή της ΤτΕ Γιάννη Στουρνάρα, σημειώνοντας ότι «έτσι μετριάζεται το αναπτυξιακό όφελος που αναμένεται να έχει η αξιοποίηση των σχετικών κονδυλίων».

Η τάση αυτή, μεταξύ άλλων, οδήγησε και σε επιβράδυνση του ετήσιου ρυθμού πιστωτικής επέκτασης προς τον ιδιωτικό τομέα το 2023, ύστερα από σημαντική επιτάχυνση το 2022 και σύμφωνα με την ΤτΕ αντανακλά κυρίως τη βραδύτερη αύξηση των χορηγήσεων προς τις επιχειρήσεις και την εντονότερη μείωση των στεγαστικών δανείων προς τα νοικοκυριά. Ως βασική αιτία αναφέρεται η άνοδος των τραπεζικών επιτοκίων και η υποχώρηση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας, που είχε αρνητική επίδραση στη ζήτηση νέων χορηγήσεων, σε αντίθεση με τον ρυθμό αύξησης των καταναλωτικών δανείων που επιταχύνθηκε, ως συνέπεια της ανόδου της ιδιωτικής κατανάλωσης.

Οι καθυστερήσεις μετριάζουν το αναπτυξιακό όφελος των σχετικών κονδυλίων, σημειώνει η ΤτΕ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση διοικητή, οι εκταμιεύσεις επιχειρηματικών δανείων που συνδέονται με τα χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως δάνεια του ομίλου ΕΤΕπ και της ΕΑΤ, ανήλθαν το 2023 σε 2 δισ. ευρώ έναντι 4,2 δισ. ευρώ το 2022, ποσό που ισοδυναμεί με το 11% (έναντι 18% το 2022) των συνολικών νέων δανείων τακτής λήξης προς τις επιχειρήσεις. Επιπροσθέτως, οι εκταμιεύσεις των επιχειρηματικών δανείων που συνδέονται με τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ανήλθαν το 2023 σε 1,45 δισ. ευρώ (έναντι 360 εκατ. ευρώ το 2022), εκ των οποίων περίπου 900 εκατ. ευρώ συνιστούσαν κεφάλαια του Μηχανισμού και τα υπόλοιπα τραπεζικά κεφάλαια και αντιπροσώπευαν ένα επιπλέον 8% του συνόλου των νέων δανείων τακτής λήξης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Συνολικά, από τον Ιούνιο του 2022 (οπότε και υπεγράφη η πρώτη δανειακή σύμβαση) έως τις 25 Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους είχαν υπογραφεί 271 δανειακές συμβάσεις ύψους 8 δισ. ευρώ και περίπου το ήμισυ των δανειακών συμβάσεων (αξίας 1,2 δισ. ευρώ) αφορούσε επιχειρήσεις μικρομεσαίου μεγέθους.

Σε ό,τι αφορά τα δάνεια από χρηματοδοτικούς φορείς, άνω των 2/3 της αξίας των συγκεκριμένων χρηματοδοτήσεων κατευθύνθηκαν προς ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρήσεις πολύ μικρού, μικρού και μεσαίου μεγέθους, μερίδιο που αντικατοπτρίζει τη διαχρονική στόχευση στη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Εντούτοις, η συμβολή των χρηματοδοτικών εργαλείων στη συνολική χρηματοδότηση των εγχώριων επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών περιορίστηκε το 2023 σε 11%, από 18% το 2022.

Σε ό,τι αφορά τα επιτόκια, η ΤτΕ διαπιστώνει ότι η άνοδος των ονομαστικών επιτοκίων δανεισμού στην Ελλάδα το 2023 ήταν ηπιότερη για τις επιχειρήσεις αλλά και για τα νοικοκυριά, καθώς οι ελληνικές τράπεζες επωφελήθηκαν από την υψηλή ρευστότητα που εξασφαλίζει η άνοδος των καταθέσεων και η μικρότερη ενσωμάτωση των αυξήσεων των επιτοκίων. Σύμφωνα με την ΤτΕ, «όταν πλέον τα βασικά επιτόκια αρχίσουν να μειώνονται, καθώς ο πληθωρισμός θα προσεγγίσει τον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%, θα δημιουργηθούν οι συνθήκες για μείωση των εγχώριων τραπεζικών επιτοκίων».

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT