Κατεβάζουν τον πήχυ για την ανάπτυξη οι διεθνείς οίκοι

Κατεβάζουν τον πήχυ για την ανάπτυξη οι διεθνείς οίκοι

Η ελληνική οικονομία επιβαρύνεται και από τις γεωπολιτικές εντάσεις

Τα «σύννεφα» πάνω από την ελληνική οικονομία πληθαίνουν, τη στιγμή που εκτός των εγχώριων προκλήσεων που συνεχίζουν να σκιάζουν τις προοπτικές, όπως το δημογραφικό, η κλιματική αλλαγή και το ακόμα μεγάλο επενδυτικό χάσμα με την Ευρώπη, η ενίσχυση των γεωπολιτικών εντάσεων στο «εξωτερικό» δημιουργεί ένα νέο σκηνικό αβεβαιότητας. Η ήδη αδύναμη ανάπτυξη των μεγάλων οικονομιών της Ευρώπης, στις οποίες και η Ελλάδα βασίζεται για επενδύσεις, εξαγωγές και τουρισμό, σε συνδυασμό με τον υπαρκτό κίνδυνο νέων ανοδικών πιέσεων στον πληθωρισμό αποτελούν πρόσθετη πρόκληση, με τις προβλέψεις της κυβέρνησης για ανάπτυξη 2,9% φέτος και ακόμα τις αναμενόμενες αναθεωρημένες προβλέψεις (που εκτιμώνται κοντά στο 2,5%) να μοιάζουν εξαιρετικά φιλόδοξες.

Το εξωτερικό μακροοικονομικό περιβάλλον παραμένει γεμάτο προκλήσεις, με αυξημένες αβεβαιότητες ασφάλειας, όπως σημειώνει μιλώντας στην «Κ» η Σπυριδούλα Τζίμα, αναπληρώτρια αντιπρόεδρος του οίκου αξιολόγησης DBRS. Ο οίκος τοποθετεί, προς το παρόν, την ανάπτυξη της Ελλάδας φέτος στο 2%, έναντι κάτω του 1% για την Ευρωζώνη. «Υπάρχει ο κίνδυνος κλιμάκωσης των γεωπολιτικών εντάσεων (Ουκρανία, Μέση Ανατολή) που θα οδηγούσε σε άνοδο των τιμών των εμπορευμάτων και θα ασκούσε ανοδικές πιέσεις στις τιμές. Αυτό θα καθυστερούσε τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών για μειώσεις επιτοκίων και θα μπορούσε να οδηγήσει σε πρόσθετη ανάγκη για δημοσιονομικά μέτρα», σημειώνει η κ. Τζίμα.

Οι κύριοι εμπορικοί εταίροι της Ελλάδας είναι ευρωπαϊκές χώρες, με το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, τη Βουλγαρία και τη Γαλλία να αποτελούν τις κύριες τουριστικές αγορές. «Οι δυσμενείς εξελίξεις στις κύριες αγορές της Ελλάδας θα έχουν ως αποτέλεσμα χαμηλότερα έσοδα από τον τουρισμό και τις εξαγωγές υπηρεσιών», όπως προσθέτει. Και όλα αυτά τη στιγμή που τα επιτόκια παραμένουν υψηλά, συμπιέζοντας ήδη τα εισοδήματα των νοικοκυριών και επηρεάζοντας την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ενδεχόμενη κλιμάκωση σε Μέση Ανατολή και Ουκρανία θα οδηγούσε σε άνοδο των τιμών των εμπορευμάτων.

Πάντως, η βελτίωση της κατανάλωσης και των επενδύσεων θα πρέπει να αντισταθμίσει εν μέρει ορισμένες αδυναμίες. «Η ανάκαμψη της αγοραστικής δύναμης καθώς ο πληθωρισμός εξομαλύνεται και η αγορά εργασίας που παραμένει σταθερή (παρόλο που τα ποσοστά απασχόλησης είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρωζώνη) αναμένεται να στηρίξουν την ιδιωτική κατανάλωση», επισημαίνει η οικονομολόγος.

Ελαφρώς πιο αισιόδοξος εμφανίζεται ο οικονομολόγος της Oxford Economics Πάολο Γκρινιάνι, αν και εκτιμά πως η ανάπτυξη στην Ελλάδα φέτος θα ανέλθει στο 1,7%. «Ενώ μια ασθενής ανάπτυξη της Ευρωζώνης –η οποία αναμένουμε ότι φέτος θα κινηθεί με ρυθμούς της τάξης του 0,6%– θα επηρεάσει σίγουρα αρνητικά τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, παραμένουμε θετικοί ως προς αυτό, καθώς η ελληνική ανάπτυξη από το 2019 οφειλόταν σε σημαντικό βαθμό στην εγχώρια ζήτηση, δηλαδή στην ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση, καθώς και στις επενδύσεις», όπως εξηγεί στην «Κ». Βέβαια, κατά τον ίδιο, η δημόσια κατανάλωση θα επιβραδυνθεί τα επόμενα τρίμηνα, λόγω των υψηλότερων επιτοκίων και των αυστηρότερων κανόνων για το πρόγραμμα Golden Visa, αλλά αυτό δεν αναμένεται να εκτροχιάσει την τρέχουσα περίοδο σχετικά ισχυρής ανάπτυξης.

Πάντως, κατά τους οικονομολόγους, οι προκλήσεις για την Ελλάδα, ανεξαρτήτως του αντίκτυπου των γεωπολιτικών εξελίξεων και της αδύναμης ανάπτυξης σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης, παραμένουν αρκετές και σημαντικές. «Η υποεπένδυση στην οικονομία εξακολουθεί να είναι βαθιά και θα χρειαστούν χρόνια για να κλείσει το μεγάλο χάσμα με τις ευρωπαϊκές χώρες. Επίσης, το δημογραφικό είναι η μεγαλύτερη πρόκληση μακροπρόθεσμα, με τα ποσοστά γονιμότητας να είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρωζώνη και με έναν πληθυσμό σε ηλικία εργασίας να μειώνεται γρήγορα», τονίζει ο κ. Γκρινιάνι της Oxford Economics.

Επιπλέον, όπως επισημαίνει η κ. Τζίμα της DBRS, «ακραία γεγονότα που σχετίζονται με το κλίμα, παρόμοια με αυτά που είδαμε πέρυσι, θα μπορούσαν επίσης να αποδυναμώσουν την οικονομική ανάπτυξη και να αυξήσουν το δημοσιονομικό κόστος».

Οι οικονομολόγοι πάντως εκτιμούν ότι οι κρίσιμες δαπάνες των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης (17% του ΑΕΠ της χώρας) θα συνεχίσουν να στηρίζουν την ανάπτυξη. «Σε αυτό το δύσκολο περιβάλλον, η Ελλάδα βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση, μεταξύ άλλων χωρών της Ε.Ε., να χρησιμοποιήσει τους πόρους της Ε.Ε. για τη χρηματοδότηση επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων που θα μπορούσαν να αυξήσουν τις αναπτυξιακές της δυνατότητες», σημειώνει η κ. Τζίμα της DBRS.

Οπως ωστόσο υπογραμμίζει η κ. Μαρτίνι της Allianz, «οι εγχώριες προσπάθειες θα είναι κρίσιμες για τη μεγιστοποίηση των οφελών των πόρων. Για παράδειγμα, το 2023 έχει δαπανηθεί λιγότερο από το 60% των προγραμματισμένων κεφαλαίων ύψους 3,6 δισ. ευρώ, που σημαίνει ότι απαιτείται αποφασιστική κάλυψη της διαφοράς στα επόμενα τρίμηνα».

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT