Δυσβάστακτο το ενεργειακό κόστος για την ελληνική βιομηχανία

Δυσβάστακτο το ενεργειακό κόστος για την ελληνική βιομηχανία

Είναι διπλάσιο σε σχέση με τη Γερμανία και τριπλάσιο από τη Γαλλία

3' 26" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Μέχρι και δύο φορές πάνω από τη Γερμανία και τρεις φορές από τη Γαλλία πληρώνουν το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας οι εγχώριες ενεργοβόρες βιομηχανίες. Το ανησυχητικό για την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας βιομηχανίας αυτό στοιχείο προκύπτει από μελέτη που ανέθεσε η ολλανδική κυβέρνηση για τη σύγκριση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας σε μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ολλανδία και στο Βέλγιο. Η μελέτη λαμβάνει υπόψη της κάθε παράμετρο διαμόρφωσης της τελικής τιμής ρεύματος, όπως απαλλαγές από φόρους, τέλη, επιδοτήσεις κ.λπ. και είναι αξιοσημείωτη η πολιτική βούληση των παραπάνω χωρών για τη στήριξη των βιομηχανιών τους, που προκύπτει από τα μέτρα που έχουν λάβει για τη μείωση ενεργειακού κόστους.

Οι γερμανικές ενεργοβόρες επιχειρήσεις «δουλεύουν» με 46 ευρώ/ΜWh, οι γαλλικές με 32 ευρώ/ΜWh και οι ελληνικές με 95 ευρώ/ΜWh.

Στη Γερμανία, ενώ η τιμή ρεύματος για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες το 2023 ξεκινάει από μια βάση αντίστοιχη με αυτήν της Ελλάδας στα 117 ευρώ/MWh, έπειτα από φοροαπαλλαγές και επιδοτήσεις (αντιστάθμιση) μειώνεται στα 46 ευρώ/ΜWh. Στην Ελλάδα στην αντίστοιχη τιμή των 117 ευρώ/ΜWh προστίθεται ένα κόστος της τάξης των 13 ευρώ/MWh από την αγορά εξισορρόπησης και μετά τη μείωση που προκύπτει από την «κουτσουρεμένη» σε σχέση με τη Γερμανία αποζημίωση για αντιστάθμιση, καταλήγει στα 95 ευρώ/ΜWh.

Για το 2024 η τιμή βάσης ξεκινάει από τα 80 ευρώ/ΜWh και καταλήγει στη Γερμανία επίσης στα 46 ευρώ/ΜWh και στην Ελλάδα στα 70 ευρώ/ΜWh. Το κόστος εξισορρόπησης το 2024 ανεβαίνει στην Ελλάδα στα 15 ευρώ/ΜWh από τα 13 ευρώ το 2023 και η αποζημίωση για αντιστάθμιση μειώνεται από τα 35 ευρώ/ΜWh στα 25 ευρώ/ΜWh. Η απόκλιση των τιμών σε σχέση με τη Γαλλία είναι ακόμη μεγαλύτερη. Οι γαλλικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν τιμή στα 32 ευρώ/ΜWh λόγω και του χαμηλού κόστους της πυρηνικής παραγωγής. Η αντιστάθμιση είναι ένα μέτρο επιδότησης του κόστους ενέργειας της βιομηχανίας, το οποίο βασίζεται σε Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης με στόχο την αποτροπή της διαρροής άνθρακα (carbon leakage), δηλαδή της μεταφοράς της παραγωγής σε χώρες με χαλαρότερο θεσμικό πλαίσιο όσον αφορά τις εκπομπές ρύπων. Στις αρχές του 2023, η Ελλάδα εξασφάλισε το πράσινο φως της Κομισιόν για την επέκταση του μέτρου μέχρι το 2030. Σύμφωνα με την εγκριτική απόφαση, το μέγιστο ποσό αποζημίωσης των δικαιούχων ανέρχεται σε 1,36 δισ. έως το 2030. Τα κονδύλια αυτά προέρχονται από ποσοστό των εσόδων των πλειστηριασμών δικαιωμάτων ρύπων. Το ποσό αυτό το 2022, σύμφωνα με την Ενωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ), καθορίστηκε σε επίπεδα που δεν κάλυψε πλήρως την αποζημίωση των δικαιούχων επιχειρήσεων. Το ποσό που τελικά διατέθηκε διαμορφώθηκε στα 170 εκατ. ευρώ, έναντι 190 εκατ. ευρώ που απαιτούνταν για την κάλυψη του σχετικού κόστους. Για το 2023 το ποσοστό αντιστάθμισης καθορίστηκε με υπουργική απόφαση στο 16,8% από 11% το 2022. Το ποσοστό αυτό με βάση τα έσοδα των δημοπρασιών από τα δικαιώματα εκπομπών ρύπων αντιστοιχεί σε 35 ευρώ/ΜWh.

Στη Γερμανία με το ίδιο αποτύπωμα άνθρακα με την Ελλάδα –που σημαίνει ότι η αποζημίωση για την αντιστάθμιση θα πρέπει να είναι ίδια– η τιμή αποζημίωσης διαμορφώθηκε το 2023 στα 56,58 ευρώ/ΜWh καθώς συμπεριέλαβε και ένα επιπλέον ποσοστό αποζημίωσης 25% λόγω χαμηλής ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, δυνατότητα που δίνει ο σχετικός Eυρωπαϊκός Kανονισμός. Η δυνατότητα αυτή, ενώ προβλέπεται στη σχετική υπουργική απόφαση του ΥΠΕΝ, δεν έχει εφαρμοστεί για τα έτη 2022 και 2023 και διαφαίνεται ότι δεν θα εφαρμοστεί ούτε για το 2024, με το επιχείρημα από πλευράς του ΥΠΕΝ, όπως μεταφέρεται από τη βιομηχανία, ότι δεν υπάρχουν κονδύλια.

Για το 2024, αν και το ποσοστό από τα έσοδα των ρύπων που θα κατευθυνθεί στην αντιστάθμιση έχει αυξηθεί στο 17%, η αποζημίωση για τη βιομηχανία θα μειωθεί από τα 35 στα 25 ευρώ/ΜWh και αυτό γιατί τα έσοδα αναμένεται να είναι μειωμένα λόγω της υποχώρησης του κόστους CO2 μεσοσταθμικά στο έτος, στα 70 ευρώ/τόνος. Αίτημα της ενεργοβόρου βιομηχανίας που υποβλήθηκε στο ΥΠΕΝ αλλά δεν εισακούστηκε, είναι η αύξηση του ποσοστού από τα έσοδα των ρύπων στο 24% σταθερά για τα επόμενα χρόνια. Μέχρι και σήμερα οι περίπου 50 ελληνικές βιομηχανίες από τους κλάδους των μετάλλων, του χαρτιού και των διυλιστηρίων δεν έχουν λάβει τις επιδοτήσεις ούτε για τα έτη 2021, 2022 και 2023, ενώ έχουν ολοκληρωθεί οι εκκαθαρίσεις για τα δύο πρώτα έτη.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT