ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τα σχέδια της «Κέκροψ» για τα 300 στρέμματα στο Παλαιό Ψυχικό

kekrops-

Στην ανάπτυξη και αξιοποίηση της έκτασης των περίπου 300 στρεμμάτων που διαθέτει στο Παλαιό Ψυχικό (περιοχή «Λατομείο») προσβλέπει η διοίκηση της «Κέκροψ», μετά την οριστικοποίηση της δικαστικής επιτυχίας της έναντι του ελληνικού Δημοσίου. Οπως ανακοίνωσε η διοίκηση της εταιρείας, πριν από λίγες ημέρες, και συγκεκριμένα στις 22 Ιουλίου, καθαρογράφηκε η υπ’ αρ. 3039/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα κυριότητάς της επί της επίδικης έκτασης περίπου 300 στρεμμάτων στην περιοχή του Παλαιού Ψυχικού (γνωστή ως περιοχή «Λατομείο»).

Ετσι, εκτιμάται ότι η «Κέκροψ» θα μπορέσει να αξιοποιήσει τα οικόπεδα του πρώην λατομείου του Παλαιού Ψυχικού, στην περιοχή των Τουρκοβουνίων, η κυριότητα των οποίων αποτέλεσε αντικείμενο διεκδίκησης από το Δημόσιο ήδη από το μακρινό 1988, δηλαδή πριν από 30 και πλέον χρόνια. Στόχος της διοίκησης είναι η ανάπτυξη πολυτελών κατοικιών σε ένα από τα ελάχιστα οικόπεδα-«φιλέτα» τέτοιου μεγέθους σε μια από τις ακριβότερες περιοχές της Αττικής.

Μάλιστα, η διοίκηση της εισηγμένης φαίνεται να «τείνει χείρα φιλίας» και προς τη δημοτική αρχή της περιοχής, η οποία παραδοσιακά έχει αρνητική προδιάθεση απέναντι στην παρουσία της εταιρείας στο Π. Ψυχικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι η διαμάχη των δύο πλευρών έχει φτάσει στο σημείο ο δήμος να κηρύξει απαλλοτριωτέο το οικόπεδο επί του οποίου στεγάζονται τα γραφεία της «Κέκροψ»! Στοχεύοντας στη συνεργασία της δημοτικής αρχής, η διοίκηση της εταιρείας επισημαίνει την πρόθεσή της, πέραν της οικιστικής ανάπτυξης, να προχωρήσει και σε έργα ανάπλασης της ευρύτερης περιοχής, με έμφαση στο τμήμα των παλιών λατομείων, που σήμερα βρίσκονται σε σημείο εγκατάλειψης. Στο πλαίσιο αυτό, εφόσον επιτευχθεί συμφωνία με τον δήμο, προτείνεται η δημιουργία χώρων πρασίνου, αθλητισμού και πολιτισμού, με δαπάνες της «Κέκροψ».

Υπενθυμίζεται ότι το 1988 το ελληνικό Δημόσιο κατέθεσε αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών διεκδικώντας την ιδιοκτησία της επίμαχης έκτασης. Αντικείμενο της αντιδικίας ήταν τρία οικόπεδα επιφάνειας 194, 31 και 18,8 στρεμμάτων αντιστοίχως. Η αγωγή απορρίφθηκε το 1997, όταν και αναγνωρίστηκε επιπλέον ότι η έκταση δεν είναι δασική, ούτε θα μπορούσε να κηρυχθεί αναδασωτέα. Ωστόσο, το Δημόσιο άσκησε έφεση, που το 2014 έγινε δεκτή από το Εφετείο Αθηνών. Με τη σειρά της, η διοίκηση της «Κέκροψ» κατέθεσε αίτηση αναίρεσης της συγκεκριμένης απόφασης ενώπιον του Αρείου Πάγου, που έγινε εντέλει δεκτή το 2018. Ως εκ τούτου, το ζήτημα επανεξετάστηκε στο εφετείο τον προηγούμενο Δεκέμβριο, με το αποτέλεσμα της απόφασης να δημοσιεύεται χθες. Η «Κέκροψ» υποστήριζε ότι το ελληνικό Δημόσιο αναγνώριζε την κυριότητα της εταιρείας επί της έκτασης για τουλάχιστον 70 χρόνια, με σειρά επιδηλωτικών πράξεων, με αποτέλεσμα να θεωρεί ότι η εκ των υστέρων διεκδίκησή της αποτελεί καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου, όπως έκρινε άλλωστε και ο Αρειος Πάγος.

Πλέον, σύμφωνα με την ανακοίνωση της διοίκησης της «Κέκροψ», «είναι δε ιδιαιτέρως σημαντικό ότι όλες οι κρίσεις και οι παραδοχές του Εφετείου Αθηνών συνηγορούν υπέρ του μη δασικού χαρακτήρα της έκτασης, βασιζόμενες σε αποδεικτικά στοιχεία και εκθέσεις δικαστικών πραγματογνωμόνων και ειδικών δασολόγων, που τεκμηριώνουν τον μη δασικό χαρακτήρα της έκτασης. Το Εφετείο Αθηνών, επίσης, έλαβε υπόψη του ότι το ελληνικό Δημόσιο για χρονικό διάστημα πέραν της 60ετίας, πριν την άσκηση της αγωγής του το έτος 1988, αναγνώριζε την κυριότητα της εταιρείας επί της επίδικης έκτασης με σειρά πράξεών του. Επιπλέον, το Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι, με το υπ’ αρ. πρωτ. 26016/183/27-3-1973 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Δασών του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, αποδεικνύεται αφενός η ανυπαρξία δικαιώματος του ελληνικού Δημοσίου επί της επίδικης έκτασης και η μη άσκηση στο διηνεκές πράξεων νομής από το τελευταίο και αφετέρου η μη συνδρομή του δασικού χαρακτήρα της έκτασης».