ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Δεν ενίσχυσε τις εξαγωγές των ΜμΕ η μείωση κατά 50% του κόστους εργασίας

den-enischyse-tis-exagoges-ton-mme-i-meiosi-kata-50-toy-kostoys-ergasias-2037315

Η μείωση του κόστους εργασίας κατά 50% την τελευταία πενταετία δεν στάθηκε ικανή συνθήκη έτσι ώστε το πολυαναμενόμενο «θαύμα των ελληνικών εξαγωγών» να αγγίξει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ετσι, ενώ το 2008 το επίπεδο εξαγωγών των ΜμΕ αντιστοιχούσε στο 8% του κύκλου εργασιών κατά μέσο όρο, το 2013 αυξήθηκε μόλις στο 9%, ενώ υπήρξε κι ένα ποσοστό 15% που μείωσε το ποσοστό των πωλήσεων που πραγματοποιείται στο εξωτερικό. Ο λόγος; Οι διαρθρωτικές αδυναμίες παραμένουν και σε αυτές ήρθε να προστεθεί και η απουσία ρευστότητας. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από τη μελέτη για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που πραγματοποίησε η Διεύθυνση Στρατηγικής και Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Εάν αρθούν τα προσκόμματα που δημιουργεί η γραφειοκρατία, καθώς και οι ελλείψεις στις υποδομές μεταφορών και υπάρξουν και κίνητρα, τότε, σύμφωνα με τη μελέτη, 16% των μικρομεσαίων επιχειρηματιών που σήμερα δεν εξάγουν προτίθενται να προχωρήσουν σε εξαγωγές.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τη μελέτη, μόλις το 1/3 των εξαγωγικών ΜμΕ έχουν προχωρήσει σε αύξηση του ποσοστού εξωστρέφειάς τους, το 52% διατήρησε σταθερό το ποσοστό εξωστρέφειας και το υπόλοιπο 15% μείωσε την εξαγωγική του δραστηριότητα. Συνολικά εξαγωγική δραστηριότητα συνεχίζει να έχει το 40% των ΜμΕ, με μόλις το 7% να πραγματοποιεί άνω του μισού του τζίρου του στο εξωτερικό. Οι ίδιοι οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσαν ότι για να μεταφραστεί η βελτίωση ανταγωνιστικότητας κόστους σε αύξηση των εξαγωγών απαιτείται να αρθούν σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες, με βασικότερες τη γραφειοκρατία και τις δυσλειτουργίες των τελωνείων, να αυξηθεί η πρόσβαση σε ειδικές χρηματοδοτήσεις εξαγωγών, όπως η προχρηματοδότηση παραγγελιών και η παροχή εγγυοδοσίας για τη διενέργεια εμπορικών συναλλαγών, και, τέλος, να διορθωθούν οι αδυναμίες στο δίκτυο προώθησης και στις υποδομές μεταφορών. Ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα από την άλλη των ελληνικών εξαγωγών θεωρούνται η ποιότητα των προϊόντων, αλλά και η πλούσια εμπειρία των στελεχών.

Βεβαίως, ευθύνη για την ανάπτυξη ή όχι εξωστρεφούς δραστηριότητας έχουν και οι ίδιοι οι επιχειρηματίες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που εδρεύουν στην επαρχία είναι αυτές που αύξησαν εν μέσω κρίσης την εξαγωγική τους δραστηριότητα σε αντίθεση με τις ΜμΕ της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Αυτό, σύμφωνα με τη μελέτη, έχει σε μεγάλο βαθμό να κάνει με το γεγονός ότι οι ΜμΕ της επαρχίας έχουν ως βασικό κίνητρο την ξεκάθαρη στόχευση εύρεσης νέας αγοράς (το παραπάνω ισχύει για το 50% των ΜμΕ, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη είναι 25%). Οπως αναφέρουν οι συγγραφείς της μελέτης, το γεγονός ότι η εξαγωγική δραστηριότητα των ΜμΕ της επαρχίας είναι περισσότερο συνειδητή επιλογή, τις οδηγεί να προσαρμόζουν το προϊόν και τη στρατηγική τους στη νέα αγορά σε μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με τις ΜμΕ των μεγάλων πόλεων.

Ο βαθμός εξωστρέφειας συνδέεται και με το μέγεθος των επιχειρήσεων. Ετσι, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις (με ετήσιο τζίρο έως 500.000 ευρώ) πραγματοποίησαν στο εξωτερικό το 2,1% των πωλήσεών τους (από 1,6% το 2008), οι μικρές (με ετήσιο τζίρο από 500.000 έως 2,5 εκατ. ευρώ) πραγματοποίησαν στο εξωτερικό το 8,1% των πωλήσεών τους (από 7,1% το 2008), ενώ οι μεσαίες (με τζίρο από 2,5 έως 10 εκατ. ευρώ) κάνουν στο εξωτερικό το 15,3% των πωλήσεών τους έναντι 13,8% το 2008.