ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τι θα γίνει αν οι τράπεζες χρειαστούν νέα κεφάλαια

trapezes

Δύο, και κάτι, μήνες μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της τρίτης ανακεφαλαιοποίησης, το τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να ακροβατεί σε τεντωμένο σχοινί χωρίς να υπάρχουν θετικά σημάδια στον ορίζοντα: οι τραπεζικές μετοχές έχουν καταρρεύσει, οι τράπεζες και η χώρα παραμένουν σε καραντίνα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), ούτε λόγος για την απόσυρση των κεφαλαιακών περιορισμών και οι καταθέσεις παραμένουν καθηλωμένες σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Το χειρότερο όλων όμως είναι ότι για άλλη μια φορά η οικονομία, λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης, συνεχίζει τη χαμηλή πτήση με κίνδυνο, αν η αβεβαιότητα παραταθεί, να οδηγηθεί σε μια νέα «βύθιση» με σοβαρότατες επιπτώσεις στις τράπεζες. Αν το 2016 η οικονομία παραμείνει υπό πίεση και τα «κόκκινα» δάνεια αναρριχηθούν υψηλότερα, τότε οι τράπεζες θα χρειαστούν νέα κεφάλαια, και αυτή τη φορά η ανακεφαλαιοποίηση δεν θα γίνει ούτε με χρήματα νέων επενδυτών ούτε με χρήματα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM).

Η διαφοροποίηση

Μετά την αλλαγή της σχετικής νομοθεσίας, αν οι τράπεζες χρειαστούν νέα κεφάλαια τότε στη διαδικασία θα συμμετέχουν και οι καταθέτες με «κούρεμα» των καταθέσεών τους, το γνωστό bail in. Υπενθυμίζεται ότι για την πρόσφατη ανακεφαλαιοποίηση –που πραγματοποιήθηκε σε ιστορικά χαμηλές τιμές– δόθηκε αγώνας δρόμου ώστε να ολοκληρωθεί εντός του 2015 και να μην τεθεί ζήτημα «κουρέματος» καταθέσεων. Τραπεζικά στελέχη αναγνωρίζουν ότι σε μια ενδεχόμενη νέα ανακεφαλαιοποίηση είναι δεδoμένη η συμμετοχή των καταθέσεων. Δεδομένου ότι πολύ μικρό μέρος, από τα 122 δισ. ευρώ καταθέσεις, είναι πάνω από το όριο της εγγύησης των 100.000 ευρώ, είναι ορατός ο κίνδυνος να τεθούν στο τραπέζι πιο δραστικές και επώδυνες λύσεις.

Σύμφωνα με τις τράπεζες, δύο είναι τα κρίσιμα ζητήματα που θα καθορίσουν την πορεία της οικονομίας και κατ’ επέκταση των τραπεζών. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και η επιβεβαίωση των προσδοκιών ότι και φέτος θα είναι μια καλή τουριστική σεζόν.

Σε ό,τι αφορά την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, η εικόνα μέχρι τώρα είναι απογοητευτική. Τον Αύγουστο του 2015 η κυβέρνηση Τσίπρα υπέγραψε μια νέα συμφωνία με τους εταίρους, το 3ο μνημόνιο, με την οποία ανέλαβε συγκεκριμένες δεσμεύσεις που θα έπρεπε να υλοποιήσει σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Η συμφωνία, μεταξύ άλλων, προέβλεπε ότι τον Νοέμβριο του 2015 θα είχε ολοκληρωθεί η πρώτη αξιολόγηση, κάτι που αν είχε συμβεί θα άνοιγε τον δρόμο για τη χαλάρωση, και κατόπιν την απόσυρση των capital controls, τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, την επαναφορά του waiver, δηλαδή της εξαίρεσης με την οποία η ΕΚΤ δέχεται τα ελληνικά ομόλογα ως εγγυήσεις για την παροχή ρευστότητας, και πολλά άλλα. Επιπροσθέτως, αν ολοκληρωνόταν θετικά και η δεύτερη αξιολόγηση του προγράμματος, που ήταν προγραμματισμένη για τον Φεβρουάριο του 2016, τότε θα δινόταν τέτοια ώθηση στην οικονομία που το πιθανότερο είναι να επέστρεφε σε ανοδική πορεία πολύ γρηγορότερα από τις εκτιμήσεις.

Ωστόσο τίποτα από αυτά δεν έχει γίνει. Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, ξεκίνησε η διαδικασία της 1ης αξιολόγησης (που θα έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί τον περασμένο Νοέμβριο), χωρίς να υπάρχει ξεκάθαρη εικόνα για το πότε θα ολοκληρωθεί. Επιπλέον, η εμπιστοσύνη όχι μόνο δεν ενισχύεται αλλά αποδυναμώνεται από αντικρουόμενες κινήσεις, με το ΤΑΙΠΕΔ να ανακοινώνει την πώληση εταιρειών και υπουργούς να δηλώνουν: «θα δούμε αν τελικά θα υπογραφεί η συμφωνία». Ετσι, η οικονομική δραστηριότητα είναι «παγωμένη», επενδύσεις δεν γίνονται και η αβεβαιότητα κυριαρχεί. Σύμφωνα με έρευνα της Morgan Stanley που πραγματοποιήθηκε στη χώρα μας, το 80% όσων απέσυραν καταθέσεις το προηγούμενο διάστημα δεν τις έχουν επιστρέψει στο τραπεζικό σύστημα και το 93% από αυτούς δεν σκοπεύει να το κάνει!

Συστάσεις

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στη Βουλή την προηγούμενη εβδομάδα προειδοποίησε ότι «πρέπει να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος που οδήγησαν σε αδιέξοδα. Κάθε φορά που αποτυγχάνουμε να ολοκληρώσουμε αξιολόγηση, βυθίζεται η εμπιστοσύνη». Επιτελικά στελέχη τραπεζών υπογραμμίζουν ότι πρέπει όχι απλά να ολοκληρωθεί άμεσα η αξιολόγηση αλλά η κυβέρνηση να κινηθεί δυναμικά και γρήγορα στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων και των ιδιωτικοποιήσεων, ώστε να επιταχυνθεί η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και η οικονομία να ανακτήσει τον βηματισμό της.

Υπογραμμίζουν ότι έχει ήδη χαθεί πολύτιμος χρόνος και η κυβέρνηση θα πρέπει να «τρέξει» για να μη χαθεί και το δεύτερο εξάμηνο του 2016, που αν συμβεί, είναι μεγάλος ο κίνδυνος να οδηγήσει σε νέα βύθιση την οικονομία, εξανεμίζοντας την εύθραυστη κεφαλαιακή βάση των τραπεζών.