ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Πάνω από το 50% των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων μπορεί να διασωθεί

pano-apo-to-50-ton-yperchreomenon-epicheiriseon-mporei-na-diasothei-2167192

Περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις, που σήμερα βρίσκονται στο «κόκκινο» αδυνατώντας να εξυπηρετήσουν ομαλά τα δάνειά τους, μπορούν, σύμφωνα με εκτιμήσεις τραπεζών, με τους κατάλληλους χειρισμούς να διασωθούν καθώς εμφανίζουν ικανή κερδοφορία προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBIΤDA).

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) Γιάννης Στουρνάρας σημείωσε την προηγούμενη εβδομάδα ότι το EBITDA μπορεί να αποτελέσει βασικό κριτήριο για τον διαχωρισμό των επιχειρήσεων σε βιώσιμες και μη βιώσιμες. Ετσι επιχειρήσεις που εμφανίζουν θετικό EBITDA, με μια γενναία αναδιάρθρωση, μπορούν να επανέλθουν σε βιώσιμη πορεία. Αντίθετα εταιρείες που εμφανίζουν αρνητικό EBITDA, δηλαδή τα καθαρά έσοδα είναι μικρότερα από το κόστος λειτουργίας τους, είναι μη βιώσιμες. Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, οι τράπεζες θα πρέπει να κινηθούν με ταχύτητα και αποφασιστικότητα, εκμεταλλευόμενες το νέο ευέλικτο θεσμικό πλαίσιο, να διαχωρίσουν τις βιώσιμες από τις μη βιώσιμες επιχειρήσεις και να ενισχύσουν με νέα ρευστότητα όσες κριθούν βιώσιμες. Αντίθετα όσες κριθούν μη βιώσιμες θα πρέπει να τεθούν σε εκκαθάριση και να ρευστοποιηθούν.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ το συνολικό ύψος των μη εξυπηρετούμενων πιστωτικών επιχειρηματικών δανείων, που περιλαμβάνει μη εξυπηρετούμενα δάνεια και δάνεια σε αναδιάρθρωση, διαμορφώνεται στο 44,7% του συνόλου και αντιστοιχεί σε «κόκκινα» δάνεια ύψους 41,7 δισ. ευρώ. Οπως εκτιμούν στελέχη τραπεζών, βάσει του κριτηρίου του EBITDA ποσοστό 50% με 60% των προβληματικών σήμερα εταιρειών μπορούν να κριθούν βιώσιμες και με τους κατάλληλους χειρισμούς να επανέλθουν στο «πράσινο». Ωστόσο για να γίνει αυτό θα πρέπει να υπάρξει κεφαλαιακή ενίσχυση, μακροπρόθεσμη αναχρηματοδότηση υποχρεώσεων (που κατά περίπτωση μπορεί να περιλαμβάνει και «κούρεμα» δανείων), καθώς και γενικότερη επιχειρηματική αναδιάρθρωση ώστε να επανακάμψουν. Αυτό πρέπει να γίνει το γρηγορότερο, καθώς ήδη έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος, και με δεδομένη τη χαμηλή πτήση της οικονομίας οι επιχειρήσεις ολοένα και αποδυναμώνονται.

Σύμφωνα με μελέτη της PwC, σε δείγμα 3.304 εταιρειών και με βάση τα μεγέθη της περιόδου 2008-2013, το 36% των επιχειρήσεων εμφανίζουν πολύ μεγάλα οικονομικά προβλήματα και χαρακτηρίζονται «ζωντανοί νεκροί», εταιρείες zombies χωρίς πιθανότητες επιβίωσης.

Ενα επιπλέον 23% βρίσκεται στη ζώνη των zombies εμφανίζοντας οριακά θετικό EBITDA, ενώ ένα 10% είναι σε μια γκρίζα περιοχή που αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες, αλλά μπορούν να επανέλθουν σε κανονικότητα.

Σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, αυτό το 23% των σχεδόν ζόμπι και το 10% της γκρίζας ζώνης αποτελούν το μεγάλο «στοίχημα» για το τραπεζικό σύστημα, ώστε με την κατάλληλη βοήθεια να διασωθούν και να επανέλθουν στην κανονικότητα. Κάποιες από αυτές μπορούν να συγχωνευθούν με άλλες υγιέστερες, δημιουργώντας ισχυρότερα και ανταγωνιστικότερα σχήματα, ενώ όσες είναι σε καλύτερη κατάσταση μπορούν να διατηρήσουν την αυτονομία τους. Οπως προκύπτει από τη μελέτη της PwC οι εταιρείες zombies εμφανίζουν κύκλο εργασιών 12,8 δισ. ευρώ, βαρύνονται με δάνεια ύψους 13,88 δισ. ευρώ, ενώ το EBITDA διαμορφώνεται σε -2 δισ. ευρώ και απασχολούν περίπου 76.000 εργαζομένους.

Οι εταιρείες που εμφανίζουν προβλήματα αλλά με τις κατάλληλες δράσεις μπορούν να διασωθούν εμφανίζουν κύκλο εργασιών 73,8 δισ. ευρώ, βαρύνονται με δάνεια 36,5 δισ. ευρώ και εμφανίζουν EBITDA 5,6 δισ. Οι εταιρείες αυτές απασχολούν περίπου 260.000 εργαζομένους.

Αν η εκτίμηση των τραπεζών ότι περίπου το ήμισυ των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αφορά εταιρείες που μπορούν να διασωθούν, τότε από το σημερινό απόθεμα των 42 δισ. ευρώ τα περίπου 20 δισ. έχουν ελπίδες να επανέλθουν στο «πράσινο» βελτιώνοντας σημαντικά την εικόνα των τραπεζικών ισολογισμών. Σημειώνεται ότι το σύνολο των προβληματικών δανείων, επιχειρηματικά – καταναλωτικά – στεγαστικά – ελεύθερων επαγγελματιών, φτάνει σήμερα τα 100 δισ. ευρώ και οι διοικήσεις των τραπεζών έχουν δεσμευτεί στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό να τα μειώσουν σε 60 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2019.