ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η μάχη κατά της φοροαποφυγής συνεχίζεται

28s1eur

Ακόμα κι αν μία μάχη κερδηθεί, ενδεχομένως να χαθεί ολοσχερώς ο πόλεμος, επισημαίνουν αναλυτές, αναφερόμενοι στην ακυρωτική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για την εντολή που είχε δώσει η Κομισιόν στον αμερικανικό κολοσσό υψηλής τεχνολογίας της Apple να καταβάλει στην ιρλανδική κυβέρνηση 13 δισ. ευρώ σε αναδρομικούς φόρους – αυτοί προέκυψαν από τις ευνοϊκές ρυθμίσεις μεταξύ Δουβλίνου και εταιρείας, οι οποίες ελαχιστοποιούσαν τη φορολόγηση της τελευταίας και εφαρμόζονταν περισσότερο από 20 χρόνια. Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν επαρκούσαν για να αποδειχθεί πως η Αpple είχε ευεργετηθεί από παράνομη κρατική ενίσχυση, η οποία έλαβε τη μορφή μιας τεχνητής μείωσης του συντελεστή. Το 2014, συγκεκριμένα, αυτός είχε φθάσει μόλις στο 0,005%.

Ακόμα, βέβαια, τίποτε δεν έχει τελειώσει. Η αρμόδια επίτροπος Ανταγωνισμού Μαργκρέτε Βεστάγκερ, που είχε κινήσει όλη την υπόθεση, διεξάγει και άλλες έρευνες για εφαρμογές της Apple και πόσο αυτές στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό σε διεθνή κλίμακα. Επιπροσθέτως, έχει ακόμα δύο μήνες περιθώριο η ίδια και η Κομισιόν για να εφεσιβάλουν την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Το σοβαρό ερώτημα που ανακύπτει, ωστόσο, είναι πολύ ευρύτερο. Εχει να κάνει με τη στάση της Ιρλανδίας, ειδικά σε μια περίοδο πολύ έντονης διεθνούς κινητικότητας για την κατάρτιση καθολικού φορολογικού πλαισίου αναφορικά με τα εταιρικά κέρδ,η υπό την αιγίδα του Οργανισμού για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ). Το γιατί, τώρα, συντάσσεται η Ιρλανδία με την Apple δεν μπορεί να ερμηνευθεί εύκολα, δεδομένου ότι η οικονομία της χώρας στη μετά την πανδημία φάση προσπαθεί να ανακάμψει. Το δημοσιονομικό της έλλειμμα προβλέπεται να εκτιναχθεί έως και στα 30 δισ. ευρώ, ήτοι στο 10% του ΑΕΠ φέτος, οπότε οι όποιοι αναδρομικοί φόροι θα της ήταν αναγκαίοι και καλοδεχούμενοι, εάν είχε αποφασίσει να τους διεκδικήσει. Ωστόσο, ο εταιρικός φόρος του 12,5% παραμένει σοβαρό δέλεαρ για τους ξένους κολοσσούς, όπως οι Apple, Facebook και Twitter. Ως εργοδότες στη χώρα, απασχολούν έναν στους δέκα ανθρώπους, συχνά οι θέσεις εργασίας είναι καλοπληρωμένες και, μεσούσης της κρίσης της πανδημίας, παρέμειναν όρθιοι.

Οπως παρατηρεί στο Reuters η σχολιάστρια Εϊμι Ντόνελαν, «η θέση, που επιλέγει το Δουβλίνο δείχνει ότι τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. με χαμηλό εταιρικό φορολογικό συντελεστή δεν είναι διατεθειμένα να διακυβεύσουν τις θέσεις εργασίας και το μακράς πνοής κίνητρο που προσφέρουν σε ξένους επενδυτές». Αν δε γυρίσουμε και τον χρόνο πίσω, θα διαπιστώσουμε και την αρχική αντίδραση της Ιρλανδίας στην απόφαση της Κομισιόν για τους οφειλόμενους αναδρομικούς φόρους το 2016. Ο τότε υπουργός Οικονομικών Μάικλ Νούναν είχε κάνει λόγο για «παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας» της Ιρλανδίας. Οπως εύστοχα παρατηρεί στους Irish Times οικονομολόγος της επενδυτικής εταιρείας Investec, «η κυβέρνηση ουδέποτε θα έδινε επιχειρήματα σε τρίτους να ισχυριστούν πως το φορολογικό της σύστημα δεν λειτουργεί με ισοτιμία και διαφάνεια, παρά το ότι αυτό προβλέπει κίνητρα προς πολυεθνικές υπό τη μορφή χαμηλών φόρων». Επιπλέον, το Δουβλίνο ήθελε να αποφύγει να δημιουργηθεί η οποιαδήποτε εντύπωση ότι δεν έχει υπό πλήρη έλεγχο το φορολογικό του σύστημα, με το να δώσει τη δυνατότητα στις Βρυξέλλες να επεμβαίνουν και να τροποποιούν τα δεδομένα με αναδρομική ισχύ.

Η συνολική στάση της Ιρλανδίας και άλλων χωρών με χαμηλό συντελεστή φορολογίας στην Ε.Ε. δείχνει πώς διαμορφώνεται το σκηνικό. Αρα για τη Μαργκρέτε Βεστάγκερ θα είναι δύσκολο να προωθήσει έναν κοινά αποδεκτό ψηφιακό φόρο πανευρωπαϊκής εμβέλειας για τους κολοσσούς υψηλής τεχνολογίας, ο οποίος αυτή τη στιγμή συζητείται. 

Από την πλευρά του, ο Τιμ Κουκ, διευθύνων σύμβουλος της Apple, όταν είχε εκδοθεί η απόφαση της Κομισιόν για τους αναδρομικούς φόρους, είχε αντιδράσει έντονα, χαρακτηρίζοντάς την «πολιτικάντικες αηδίες».

Μπορεί η τωρινή δικαστική απόφαση να ισχυριστεί κανείς πως τον δικαίωσε, αλλά τα πράγματα δεν είναι απλά. Η Μαργκρέτε Βεστάγκερ από τον Ιούνιο έχει ξεκινήσει έρευνες για το πώς επηρεάζει τον ανταγωνισμό το «κατάστημα εφαρμογών» της Apple (Apple Store), διότι ανταγωνιστές διαμαρτύρονται ότι η εταιρεία χρεώνει ένα 30% στις αγορές μέσω εφαρμογών, ενώ παράλληλα εμποδίζει τους δημιουργούς εφαρμογών να κατευθύνουν τους χρήστες σε φθηνότερες εναλλακτικές. Ακόμα, στο στόχαστρό της μπήκε και το σύστημα ηλεκτρονικών πληρωμών Αpple Pay για αγορές μέσω των έξυπνων κινητών της iPhone.