ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ε.Ε. εναντίον ΗΠΑ για τις πολυεθνικές

e-e-enantion-ipa-gia-tis-polyethnikes-2118389

Τον τελευταίο καιρό εντείνονται οι φωνές για έναν ανοιχτό πόλεμο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά των Ηνωμένων Πολιτειών λόγω της σωρείας υποθέσεων, τις οποίες έχει κινήσει κατά πολυεθνικών κολοσσών, όπως η Google, Amazon, McDonalds, Starbucks και Apple. Αφορμή είναι οι πολιτικές και οι πρακτικές τους, οι οποίες αντιβαίνουν στον θεμιτό ανταγωνισμό, τους εξασφαλίζουν προνομιακό φορολογικό καθεστώς σε συνεννόηση με τις κυβερνήσεις Βελγίου, Ολλανδίας, Λουξεμβούργου και Ιρλανδίας, και δημιουργούν ενίοτε και μονοπωλιακές συνθήκες. Σε ανακοίνωσή του ο υπεύθυνος διεθνούς φορολογικής πολιτικής του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών είχε διαμαρτυρηθεί, τον Σεπτέμβριο, επειδή η στάση της αρμόδιας επιτρόπου Ανταγωνισμού, Μαργκρέτε Βεστάγκερ, πλήττει τα έσοδα των αμερικανικών κολοσσών.

Το αντεπιχείρημα ειδικά στην περίπτωση των φορολογικών συμφωνιών με την κυβέρνηση του Βελγίου έχει να κάνει με το ότι πολλές από τις ωφελημένες εταιρείες είναι ευρωπαϊκές και όχι αμερικανικές. Σε ανακοίνωσή του, εκπρόσωπος της Μαργκρέτε Βεστάγκερ χαρακτήρισε αβάσιμες τις αναφορές περί «αντιαμερικανισμού», υπογραμμίζοντας πως οι κανόνες για τον ανταγωνισμό ισχύουν για όλες τις εταιρείες ανεξαιρέτως μεγέθους και προέλευσης. Πάντως, η Κομισιόν ζήτησε από το Βέλγιο να ανακτήσει 700 εκατ. ευρώ από φοροαπαλλαγές σε συνολικά 35 ευρωπαϊκές, αμερικανικές και λοιπές επιχειρήσεις. Οι ύποπτες φοροαπαλλαγές, τις οποίες υιοθέτησε το Βέλγιο για να προσελκύσει επενδύσεις από το 2004 και εντεύθεν, ευνόησαν και ευρωπαϊκούς ομίλους, όπως η καπνοβιομηχανία British American Tobacco, η φαρμακοβιομηχανία Basf και η ζυθοποιία AB Inbev.

Στην περίπτωση των φορολογικών προνομίων, που χορηγούσαν το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία, η Κομισιόν απεφάνθη τον Οκτώβριο του 2015 ότι είχαν επί έντεκα συναπτά έτη εκχωρήσει παράνομα φοροελαφρύνσεις στην ιταλική Fiat και την αμερικανική Starbucks αντίστοιχα. Από δε την Ολλανδία ζητεί να ανακτήσει 30 εκατ. ευρώ σε διαφυγόντες φόρους από τη Starbucks, αν και η κυβέρνηση της χώρας δεν διατίθεται να συμμορφωθεί. Τέλος, αναμένεται και η απόφαση της Κομισιόν για την Apple και τις συμφωνίες της με την Ιρλανδία πριν από είκοσι χρόνια. Ο φορολογικός συντελεστής για τις εταιρείες στην Ιρλανδία είναι 12,5% – έναντι 35% στις ΗΠΑ. Στο πλαίσιο της συμφωνίας, όμως, ο συντελεστής περιεστάλη έως και το 2%, λόγω της λογιστικής μεταφοράς πωλήσεων από το εξωτερικό σε θυγατρικές του ομίλου στην Ιρλανδία. Σύμφωνα με έρευνα της Γερουσίας, θυγατρική της Apple στην Ιρλανδία διατηρούσε εκεί το 60% της συνολικής κερδοφορίας, ώστε να μην επιβαρύνεται με υψηλότερη φορολόγηση στις ΗΠΑ.