ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αλλάζουν οι προτεραιότητες των εταιρειών επενδύσεων σε ακίνητα

capture--22

Αναζήτηση υψηλότερων αποδόσεων μέσω προσφοράς χαμηλότερων τιμημάτων και αποφυγή ακινήτων υψηλού κινδύνου, όπως τα εμπορικά καταστήματα, χαρακτηρίζουν τη νέα πραγματικότητα για τις εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία (ΑΕΕΑΠ). Κοινό παρονομαστή αποτελεί ο περιορισμός του επενδυτικού ρίσκου, σε μια «συνταγή» που προσομοιάζει με την αντίστοιχη της περιόδου 2012-2016.

Αυτό που σημειώνουν στελέχη του κλάδου είναι ότι η πανδημία και οι επιπτώσεις της στην ελληνική οικονομία ενδέχεται να επιστρέψουν στους αγοραστές/επενδυτές μέρος της διαπραγματευτικής δύναμης που είχαν απωλέσει τους προηγούμενους 18 μήνες, όταν το αγοραστικό ενδιαφέρον οδήγησε τις τιμές προς τα πάνω. Προς το παρόν, πάντως, δεν φαίνεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο, καθώς οι πωλητές δεν εμφανίζονται ιδιαιτέρως διαλλακτικοί στο να μειώσουν τις απαιτήσεις τους συγκριτικά με την περίοδο πριν από την πανδημία.

Στο πλαίσιο αυτό, οι εταιρείες αναπροσαρμόζουν τους στόχους και το επενδυτικό πλάνο που είχαν εκπονήσει για το 2020, εστιάζοντας σε διαφορετικές κατηγορίες ακινήτων και μειώνοντας το επίπεδο ρίσκου που είναι διατεθειμένες να αναλάβουν. Οπως αναφέρει στην «Κ» η κ. Αννα Αποστολίδου, διευθύνουσα σύμβουλος της Briq Properties, «αν και τα κτίρια γραφείων αποτελούσαν βασικό σκέλος της επενδυτικής μας στρατηγικής, μετά τις τελευταίες εξελίξεις τηρούμε στάση αναμονής και σίγουρα δεν θα προβούμε σε βεβιασμένες κινήσεις, ακόμα και αν η απόδοση είναι της τάξεως του 7%» (από 6%-6,5%, που είχαν διαμορφωθεί μέχρι και το τέλος του πρώτου τριμήνου). Σύμφωνα με την ίδια, βασικό μέλημα της εταιρείας είναι να διαπιστώσει ποιες θα είναι οι προθέσεις των χρηστών/εταιρειών αναφορικά με τις μελλοντικές τους ανάγκες, καθώς η τηλεργασία έχει περιπλέξει τα πράγματα. Αντίστοιχα, η εταιρεία θα αποφύγει να τοποθετηθεί στην αγορά των εμπορικών καταστημάτων και ασφαλώς και στα ξενοδοχεία, όπου πάντως έχει δημιουργήσει ένα χαρτοφυλάκιο πέντε ακινήτων. «Βλέπουμε ότι η αγορά των ξενοδοχείων δεν θα εξέλθει αλώβητη, πιθανώς ούτε και το 2021», προσθέτει η κ. Αποστολίδου.

Αυτό που δεν άλλαξε για την εταιρεία του κ. Φέσσα είναι η προσήλωση στον κλάδο των logistics, ο οποίος, λόγω ζήτησης και εξαιτίας της απουσίας σύγχρονων εγκαταστάσεων, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Εντός της εβδομάδας, η Briq προχώρησε στην απόκτηση δύο όμορων οικοπέδων συνολικής επιφάνειας 57.529 τ.μ. στον Ασπρόπυργο, αντί ποσού 3,45 εκατ. ευρώ. Στόχος είναι η ανάπτυξη ενός σύγχρονου κέντρου αποθήκευσης και διανομής, επιφάνειας μεγαλύτερης των 20.000 τ.μ. Το συνολικό ύψος της επένδυσης ενδέχεται να ξεπεράσει τα 13 εκατ. ευρώ.

«Αμυντική» στάση έχει υιοθετήσει και η Intercontinental International ΑΕΕΑΠ της οικογένειας Χαλικιά. Πριν από λίγες ημέρες, η εισηγμένη υπαναχώρησε από την επικείμενη αγορά ενός πολυώροφου κτιρίου 1.300 τ.μ. στην οδό Τσάκαλωφ 13, στο Κολωνάκι. Πρόκειται για αυτοτελές κτίριο με ισόγειο κατάστημα, για το οποίο η εταιρεία είχε πλειοδοτήσει σε διαγωνισμό της Τράπεζας Πειραιώς τον περασμένο Νοέμβριο, προσφέροντας τίμημα της τάξεως των 5,935 εκατ. ευρώ. Οι πρόσφατες εξελίξεις είχαν ωθήσει τη διοίκηση στο να μειώσει το προσφερόμενο τίμημα σε όλα τα ακίνητα για τα οποία διαπραγματευόταν το τελευταίο διάστημα, μεταξύ των οποίων και το συγκεκριμένο, κάτι το οποίο δεν δέχθηκε ο πωλητής, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η συναλλαγή. Παράλληλα, η διοίκηση εκτιμά ότι δεν πρόκειται να επιτευχθεί φέτος ο στόχος για νέες αγορές ακινήτων αξίας 40 εκατ. ευρώ.

Σε επιλεκτικότερες κινήσεις μειωμένου ρίσκου αναμένεται να στραφεί και η Trastor ΑΕΕΑΠ, η οποία, πάντως, προχώρησε σε μια από τις σημαντικότερες φετινές επενδύσεις. Πριν από λίγες ημέρες οριστικοποιήθηκε συμφωνία με τον κατασκευαστικό όμιλο «Αβαξ», αναφορικά με την απόκτηση δύο κτιρίων γραφείων, αντί ποσού 34 εκατ. ευρώ. Η «Αβαξ» έχει συμφωνήσει να παραμείνει ως μισθωτής των κτιρίων, στοιχείο που διασφαλίζει τα έσοδα και την απόδοση που θα εισπράξουν οι μέτοχοι της Trastor και ασφαλώς συνηγόρησε υπέρ του να ανάψει το πράσινο φως για τη σχετική συναλλαγή.

Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο της εισηγμένης, Τάσο Καζίνο, «από τις αρχές του έτους έχουμε επενδύσει 66,5 εκατ. ευρώ για την απόκτηση τριών κτιρίων γραφείων και ενός κέντρου logistics. Το ποσό αυτό θα αυξηθεί περαιτέρω σε 83,6 εκατ. ευρώ μόλις ολοκληρώσουμε τη συναλλαγή για την απόκτηση ακόμη ενός κτιρίου γραφείων, στη συμβολή των οδών Μιχαλακοπούλου και Ραψάνης, κάτι που αναμένεται να συμβεί τον Αύγουστο. Ανάλογα με το πώς θα εξελιχθεί η πανδημία και η οικονομία, ίσως να δαπανήσουμε επιπλέον 20 εκατ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2020», σημειώνει. Σύμφωνα με τον κ. Καζίνο, υπάρχουν ακόμα ευκαιρίες, τόσο στα γραφεία όσο και στα logistics. Υπενθυμίζεται ότι το 2019 η εισηγμένη επένδυσε συνολικά κεφάλαια 75 εκατ. ευρώ.

Προσαρμογές στο επενδυτικό της πλάνο έχει πραγματοποίησει και η Prodea, όχι σε ό,τι αφορά την αναστολή επενδύσεων, όσο στη διαφοροποίηση του μείγματος των χρήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, το κτίριο των 5.300 τ.μ. που είχε αποκτήσει η εταιρεία στη λεωφ. Συγγρού, κοντά στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, αναμένεται να αξιοποιηθεί ως γραφεία και όχι ως ξενοδοχείο, όπως σχεδιαζόταν αρχικά. Διαφοροποίηση θα πρέπει να αναμένεται και για τη μέχρι σήμερα τουριστικού χαρακτήρα επένδυση, ύψους 50 εκατ. ευρώ, που δρομολογούσε η Prodea στα Χανιά, σε κοινοπρακτικό σχήμα που είχε συστήσει με την Dimand Real Estate και την EBRD. Αρχικός στόχος ήταν η ανάπτυξη δύο ξενοδοχείων, ενώ υπό διερεύνηση ήταν και το ενδεχόμενο να προστεθούν μερικές εμπορικές χρήσεις. Πλέον, θα πρέπει να αναμένεται η ενίσχυση του εμπορικού σκέλους, καθώς υπάρχει ισχυρή ζήτηση.