ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Στο 2003 επέστρεψαν τα δηλωθέντα εισοδήματα

Αναμένεται να υποχωρήσουν κάτω από τα 72-73 δισ. ευρώ

sto-2003-epestrepsan-ta-dilothenta-eisodimata-561444421

Από εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα –πιθανότατα τα χαμηλότερα από τότε που μπήκε η χώρα στη Ζώνη του Ευρώ– θα ξεκινήσει η προσπάθεια ανασυγκρότησης της φορολογητέας βάσης. Το άθροισμα των δηλωθέντων εισοδημάτων και των 8,9 εκατ. φορολογουμένων αναμένεται να υποχωρήσει φέτος ακόμη και κάτω από τα 72-73 δισ. ευρώ. 

Αντίστοιχη «επίδοση» έχει να καταγραφεί πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004, κάτι που σημαίνει ότι η φορολογητέα βάση –τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα φυσικά πρόσωπα– θα διαμορφωθεί στα επίπεδα που ήταν και πριν από 15-17 χρόνια. 

Η συρρίκνωση των εισοδημάτων λόγω πανδημίας βρήκε τους φορολογουμένους σε ούτως ή άλλως δυσχερή θέση, λόγω της 10ετούς οικονομικής κρίσης που είχε προηγηθεί. Οι απώλειες από τα υψηλότερα επίπεδα που καταγράφηκαν τη διετία 2010-2011 (σ.σ. εισοδήματα 2009-2010) θα φτάσουν πλέον στα 31-33 δισ. ευρώ, καθώς από τα 104 δισ. ευρώ που δηλώθηκαν το 2011 (σ.σ. εισοδήματα 2010) θα φτάσουμε μια δεκαετία αργότερα στα 72-73 δισ. ευρώ. Η ανάκτηση των επιπέδων των 100 δισ. ευρώ συνιστά έναν από τους κεντρικούς στόχους της οικονομικής πολιτικής για την περίοδο μέχρι το 2025. 

Τρία είναι τα «όπλα» που έχει στη φαρέτρα του το οικονομικό επιτελείο. Πρώτον, η μείωση των φορολογικών συντελεστών, η οποία είναι από φέτος ιδιαίτερα αισθητή κυρίως στους αυτοαπασχολουμένους, ενώ από του χρόνου θα αποτυπωθεί και στα εκκαθαριστικά μισθωτών του ιδιωτικού τομέα αλλά και επιχειρήσεων. Δεύτερον, η προσδοκώμενη ανάπτυξη, καθώς το ΑΕΠ αναμένεται να επιστρέψει στα 210 δισ. ευρώ έως το 2025 (από 167 δισ. ευρώ το 2020) αν αξιοποιηθούν σωστά οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης. Και τρίτον, η περαιτέρω ενδυνάμωση του φοροελεγκτικού μηχανισμού της χώρας, ο οποίος από το επόμενο έτος θα έχει στα χέρια του νέα εφόδια όπως την ηλεκτρονική τιμολόγηση. Τη σύνδεση των ταμειακών μηχανών με το Taxis αλλά και την περαιτέρω αύξηση των ηλεκτρονικών πληρωμών από την πλευρά των φορολογουμένων.

Η δήλωση του υπουργού Οικονομικών Χρήστου Σταϊκούρα ότι φέτος δεν θα πληρώσουν φόρο οι μισοί φορολογούμενοι και ότι ένα επιπλέον ποσοστό –αυξημένο σε σχέση με πέρυσι– θα έχει σημαντική έκπτωση φόρου, ενισχύεται από τα στατιστικά στοιχεία των φετινών φορολογικών δηλώσεων. Μέχρι και την Παρασκευή είχαν υποβληθεί οι δηλώσεις 4,237 εκατομμυρίων φορολογουμένων, δηλαδή περίπου των μισών που έχουν υποχρέωση (σ.σ. το 2020 υποβλήθηκαν δηλώσεις 8,8 εκατομμυρίων φυσικών προσώπων, ενώ τόσες αναμένονται και φέτος). Το 52,5% των εκκαθαριστικών είναι μηδενικά και το 17,23% πιστωτικά, ενώ μόνο τα 3 στα 10 είναι χρεωστικά.
Ενώ λοιπόν είμαστε στα μισά του δρόμου όσον αφορά την υποβολή των δηλώσεων, επιβεβαιώνονται οι εκτιμήσεις όσων υποστήριζαν ότι η πανδημία θα επηρεάσει και την εκκαθάριση των φετινών δηλώσεων. Το 2020, χρεωστικά ήταν τα 3,189 εκατ. εκκαθαριστικά, ενώ το 2019 ήταν 3,03 εκατ. Φέτος, θα πέσουμε για πρώτη φορά αισθητά κάτω από το όριο των 3 εκατομμυρίων. Προς το παρόν, έχουν εκδοθεί 1,28 εκατ. εκκαθαριστικά με τα οποία οι φορολογούμενοι καλούνται να πληρώσουν πρόσθετο φόρο. Είθισται, αυτοί που σπεύδουν τελευταίοι να κάνουν τις δηλώσεις τους, να είναι και αυτοί που καλούνται να πληρώσουν επιπλέον. Σε κάθε περίπτωση όμως, δύσκολα ο αριθμός των χρεωστικών εκκαθαριστικών θα ξεπεράσει τα 2,7 εκατ. Από την άλλη, ήδη έχουν εκδοθεί 730.000 πιστωτικά εκκαθαριστικά και ενώ πέρυσι, με ολοκληρωμένη τη διαδικασία της εκκαθάρισης, επιστροφή φόρου πήρε 1,08 εκατ. Οσο για τα μηδενικά εκκαθαριστικά, είναι ήδη 2,25 εκατ., ενώ πέρυσι εκδόθηκαν συνολικά 4,5 εκατ. 
Η ολοκλήρωση της φετινής διαδικασίας αναμένεται ότι θα αποτυπώσει τον μικρότερο αριθμό χρεωστικών εκκαθαριστικών των τελευταίων 15 ετών, τον μεγαλύτερο αριθμό δικαιούχων επιστροφής φόρου και το χαμηλότερο δηλωθέν εισόδημα από το 2003-2004 και μετά, χαμηλότερο ακόμη και από τη μνημονιακή περίοδο.

sto-2003-epestrepsan-ta-dilothenta-eisodimata0

Σημαντικές οι απώλειες εσόδων

Η συρρίκνωση της φορολογητέας βάσης έχει και σοβαρό αρνητικό δημοσιονομικό αποτύπωμα. Ο τελικός λογαριασμός για τη φετινή χρονιά δεν έχει προκύψει ακόμη, καθώς θα πρέπει να ολοκληρωθεί η διαδικασία υποβολής των φορολογικών δηλώσεων προκειμένου να εξαχθούν τα οριστικά συμπεράσματα. Στο οικονομικό επιτελείο έχουν προεξοφλήσει σημαντικές απώλειες εσόδων συγκριτικά με πέρυσι, τόσο από τις δηλώσεις των φυσικών προσώπων όσο και από τις αντίστοιχες των νομικών προσώπων, καθώς εκτός από τη μείωση των δηλωθέντων κερδών θα έχουμε και τη μείωση της προκαταβολής φόρου, αλλά και του φορολογικού συντελεστή. Φέτος ενεργοποιείται η μείωση του συντελεστή προκαταβολής φόρου από το 100% στο 70%. Οσον αφορά τον συντελεστή φορολόγησης, μπορεί το 22% να ενεργοποιείται για τα κέρδη του 2021 (που θα φορολογηθούν του χρόνου), ωστόσο η φετινή προκαταβολή θα υπολογιστεί επί του συντελεστή 22% που θα εφαρμοστεί από του χρόνου και όχι επί του 24% που εφαρμόζεται για τελευταία φορά φέτος.

Πέρυσι ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων απέδωσε δημοσιονομικά 2,952 δισ. καθαρά, καθώς με τα χρεωστικά εκκαθαριστικά βεβαιώθηκαν 3,331 δισ. και αφαιρέθηκαν 378 εκατ. ευρώ των πιστωτικών εκκαθαριστικών (σ.σ. αυτός δεν είναι ο συνολικός φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων αλλά μόνο το ποσό που προκύπτει από την εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων). Φέτος αναμένεται να υπάρξει υποχώρηση κάτω και από τα 2,2 – 2,3 δισ. ευρώ. Εκτός από τη μείωση των εισοδημάτων λόγω της πανδημίας (κυρίως σε αυτοαπασχολούμενους, ιδιοκτήτες ακινήτων αλλά και μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα) ενεργοποιούνται τόσο η νέα φορολογική κλίμακα με τους χαμηλότερους συντελεστές όσο και το «πάγωμα» της εισφοράς αλληλεγγύης. Μέχρι στιγμής, με εκκαθαρισμένες περίπου τις μισές δηλώσεις, το κράτος εισπράττει μόλις 800 εκατ. καθαρά. Φυσικά, οι τελευταίες δηλώσεις είναι αυτές που φουσκώνουν κάθε χρόνο τον συνολικό λογαριασμό, ωστόσο είναι από τώρα δεδομένο ότι θα απέχουμε από τα περυσινά 2,95 δισ. 

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο προκύπτει σημαντικό δημοσιονομικό κόστος είναι η αύξηση των δικαιούχων κοινωνικών επιδομάτων, κυρίως επιδόματος τέκνων και ενοικίου. Λόγω της μείωσης των δηλωθέντων εισοδημάτων, αναμένεται ότι θα αυξηθεί ο αριθμός των δικαιούχων συνολικά, ενώ χιλιάδες περυσινοί δικαιούχοι θα εισπράξουν μεγαλύτερα ποσά. Αντίστοιχα, σημαντική αύξηση αναμένεται και στον αριθμό των φορολογουμένων που θα καταστούν δικαιούχοι της έκπτωσης 50% στον ΕΝΦΙΑ (σ.σ. χορηγείται μόνο σε όσους «πιάνουν» συγκεκριμένο εισοδηματικό κριτήριο).

sto-2003-epestrepsan-ta-dilothenta-eisodimata2
Το υπουργείο Οικονομικών ποντάρει στην ανάπτυξη για την αύξηση των φορολογικών εσόδων. Για την περίοδο μέχρι το 2025 υπάρχουν μεγάλες προσδοκίες λόγω και των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά και του πολυετούς προϋπολογισμού της Ε.Ε., οι οποίοι αθροιστικά μπορούν να φτάσουν τα 90-100 δισ. ευρώ.

Από το 2022 θα αρχίσουν να γεμίζουν ξανά τα κρατικά ταμεία

Η μετάλλαξη «Δέλτα» και η παράταση της πανδημίας και μέσα στο 2021 βάζει προσωρινό φρένο στην επιχείρηση ανάκτησης της φορολογικής βάσης. Οι αναστολές συμβάσεων εργασίας συνεχίζονται ακόμη και τώρα (έστω και σε μειωμένη έκταση συγκριτικά με το 2020), εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις δεν θα συμπληρώσουν ούτε φέτος 12μηνο κανονικής λειτουργίας, καθώς έχουν ήδη φορτωθεί αρκετούς μήνες lockdown, ενώ η τελική απόδοση του τουριστικού προϊόντος εξακολουθεί να αποτελεί το μεγάλο αίνιγμα της φετινής χρονιάς. Οσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, τα στοιχεία του α΄ εξαμήνου δείχνουν ότι οι επιχειρήσεις ανακτούν το χαμένο έδαφος, καθώς ήδη αποτυπώνεται σημαντική αύξηση εσόδων συγκριτικά με το 2020. Μένει όμως να φανεί αν αυτό θα αποτυπωθεί και στα δηλωθέντα κέρδη. Για το οικονομικό επιτελείο, στόχος είναι η κάμψη των δηλωθέντων εισοδημάτων στις δηλώσεις του 2021 να αποδειχθεί μια «παρένθεση» και από το 2022 και μετά να ξεκινήσει μια αδιάκοπη ανοδική πορεία, η οποία θα φέρει περισσότερα έσοδα στα κρατικά ταμεία παρά τη μείωση των φορολογικών συντελεστών.

Τα στοιχεία των τελευταίων 15 ετών δείχνουν ότι η σημαντική μεταβολή των φορολογητέων εισοδημάτων από τη μια χρονιά στην άλλη είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Από το 2006 έως και το 2011, δηλαδή μέσα σε μία 5ετία, τα δηλωθέντα εισοδήματα αυξήθηκαν από τα 80,557 δισ. ευρώ στα 103,7 δισ. ευρώ, με τον μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης να διαμορφώνεται περίπου στα 4,5-5 δισ. ευρώ ανά έτος. Αντίθετα, από το 2011 και μετά, που ξεκίνησε η περικοπή των μισθών και των συντάξεων, η μείωση ήταν ταχύτατη. Χρειάστηκαν μόλις τρεις χρονιές για να υποχωρήσουν τα φορολογητέα εισοδήματα από τα 103,7 δισ. ευρώ στα 71,3 δισ. ευρώ. Ηταν το αποτέλεσμα της έκρηξης της ανεργίας, της περικοπής των συντάξεων, του «κουρέματος» των μισθών καθώς και της απώλειας εισοδήματος από τους αυτοαπασχολούμενους αλλά και τους ιδιοκτήτες ακινήτων. Την τελευταία 2ετία, το 2019 και το 2020, αποτυπώθηκε μια τάση ανάκτησης του χαμένου εδάφους, ωστόσο οι φετινές φορολογικές δηλώσεις θα αποτυπώσουν την ανακοπή αυτής της πορείας λόγω πανδημίας.

Για την περίοδο μέχρι το 2025, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης μπορεί να επιτευχθεί με διαφορετικό τρόπο συγκριτικά με αυτόν που χαρακτήρισε την περίοδο έως και το 2010. Το ζητούμενο είναι η αύξηση των δηλωθέντων εισοδημάτων να έχει μόνιμο χαρακτήρα, ώστε να στηρίξει τα φορολογικά έσοδα σε βάθος χρόνου. Ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά που μπορούν να κάνουν τη διαφορά μέσα στην επόμενη χρονική περίοδο;

1. Η μείωση των φορολογικών συντελεστών περιορίζει αισθητά, συγκριτικά με τα τελευταία 15-20 χρόνια, το κίνητρο για φοροδιαφυγή. Οι αυτοαπασχολούμενοι από φέτος γνωρίζουν ότι κέρδος μέχρι 10.000 ευρώ επιβαρύνεται με φόρο μόλις 9%, ότι οι ασφαλιστικές εισφορές δεν συνδέονται πλέον με το ύψος των δηλωθέντων εισοδημάτων και ότι η εισφορά αλληλεγγύης θα είναι μηδενική. Το μόνο «χαράτσι» της μνημονιακής περιόδου που έχει απομείνει ενεργό είναι το τέλος επιτηδεύματος, η κατάργηση του οποίου είναι επίσης στην ατζέντα, εφόσον βρεθεί ο απαιτούμενος δημοσιονομικός χώρος. Αυτό σημαίνει ότι οι αυτοαπασχολούμενοι –περισσότεροι από ένα εκατομμύριο συνολικά, καθώς περιλαμβάνονται και οι αγρότες– δεν έχουν ισχυρό κίνητρο να περιορίζουν το ύψος των δηλωθέντων εισοδημάτων στις 2.000-3.000 ευρώ, όπως συνέβη κατά τη διάρκεια της μνημονιακής περιόδου. Διότι ήταν αυτή η επιλογή που τους στέρησε άλλα «προνόμια», όπως η ικανότητα καταπολέμησης των τεκμηρίων ή η πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τις επιχειρήσεις, οι οποίες από φέτος έχουν να ωφεληθούν από τον συνδυασμό μείωσης του συντελεστή φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων, φορολόγησης των μερισμάτων, υπολογισμού της προκαταβολής φόρου και κατάργησης της εισφοράς αλληλεγγύης.

2. Η αύξηση των δηλωθέντων εισοδημάτων είναι –σε περιόδους ανάπτυξης– φυσικό αποτέλεσμα της θετικής μεταβολής του ΑΕΠ. Για την περίοδο μέχρι το 2025, η ανάπτυξη έχει αυτή τη φορά και συγκεκριμένες, ποσοτικοποιημένες πηγές χρηματοδότησης, όπως οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης αλλά και του πολυετούς προϋπολογισμού της Ε.Ε., οι οποίοι αθροιστικά μπορούν να φτάσουν τα 90-100 δισ. ευρώ, ανάλογα και με το ποια θα είναι η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα. Η… ιστορία έχει δείξει ότι η επιστροφή του ΑΕΠ στα επίπεδα των 190-200 δισ. ευρώ (κάτι που προβλέπεται να γίνει το 2023-2024) μπορεί να επαναφέρει τα δηλωθέντα εισοδήματα πάνω από τα 85-90 δισ. ευρώ.

3. Οι φορολογικές αρχές θα έχουν τα επόμενα χρόνια τα περισσότερα όπλα που είχαν ποτέ στη φαρέτρα τους. Τα σχέδια επί χάρτου ετών για ηλεκτρονική υποβολή όλων των τιμολογίων, για διασύνδεση με το Taxis όλων των ταμειακών μηχανών, για τακτική εφαρμογή των «έμμεσων πρακτικών φορολογικού ελέγχου» αλλά και για… online διασταύρωση με τα στοιχεία του τραπεζικού συστήματος (καταθέσεις, δάνεια κ.λπ.) γίνονται από το 2022 πράξη, ανοίγοντας καινούργιο κεφάλαιο στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής. Στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης από το νέο έτος αναμένεται να συμβάλει και το νέο πλαίσιο παροχής κινήτρων για την αύξηση των ηλεκτρονικών πληρωμών. Οι νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης θα παρουσιαστούν το φθινόπωρο και θα ενεργοποιηθούν από τις αρχές του 2022. Το νέο πλαίσιο θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, κίνητρα για ηλεκτρονική πληρωμή επαγγελματικών ομάδων που θεωρούνται «ύποπτες» για φοροδιαφυγή, αλλά και παροχές σε καταναλωτές ώστε να συμβάλουν στην προσπάθεια εντοπισμού των φορολογικών μηχανισμών «μαϊμού».