ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι ελπίδες για ανάκαμψη κινδυνεύουν να σβήσουν από το μπαράζ φόρων

oi-elpides-gia-anakampsi-kindyneyoyn-na-svisoyn-apo-to-mparaz-foron-2134692

Για υπέρμετρες επιβαρύνσεις των ελληνικών επιχειρήσεων και των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, που αναχαιτίζουν κάθε επενδυτικό ενδιαφέρον και πιθανότητα ανάκαμψης της οικονομίας, έκαναν λόγο χθες οι τέσσερις εργοδοτικές ενώσεις ΣΕΒ, ΕΣΕΕ, ΓΣΕΒΕΕ και ΣΕΤΕ, σε κοινή τους ανακοίνωση.

Οπως αναφέρουν, «παρά τις διαβεβαιώσεις που έχουμε λάβει για την υλοποίηση άμεσων μέτρων σταθεροποίησης της οικονομίας και προσέλκυσης αναπτυξιακών επενδύσεων, για σταθερό και σταδιακά ελκυστικότερο φορολογικό πλαίσιο και κίνητρα για την ανάπτυξη και τις επενδύσεις, εντέλει, το πολυνομοσχέδιο που κατατέθηκε από το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης ακολουθεί άλλο δρόμο».

Εισπρακτικά μέτρα

Σύμφωνα με τον κ. Θεόδωρο Χαραγκιώνη, πρόεδρο του ομίλου Χαραγκιώνη, που δραστηριοποιείται στην ανάπτυξη ακινήτων επί δεκαετίες, «οι αποφάσεις που λαμβάνονται είναι λανθασμένες και χωρίς καμία αποτίμηση των μακροπρόθεσμων επιπτώσεών τους στην οικονομία. Ειδικά σε ό,τι αφορά τον κλάδο των ακινήτων, είναι σαφές ότι αντιμετωπίζεται καθαρά εισπρακτικά, με τους ιδιοκτήτες ακινήτων να έχουν την πολιτεία πρακτικά ως έναν κακό συνεταίρο, ο οποίος θα πάρει πάντα το μερίδιό του, είτε η περιουσία τους αποφέρει εισοδήματα είτε όχι», τονίζει χαρακτηριστικά ο κ. Χαραγκιώνης.

Υπενθυμίζεται ότι το πολυνομοσχέδιο επέφερε πληθώρα νέων επιβαρύνσεων στις επιχειρήσεις, καθώς πέραν της αύξησης του ΦΠΑ στο 24%, καταργήθηκε η εξαίρεση του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ για τα ιδιοχρησιμοποιούμενα παραγωγικά ακίνητα των επιχειρήσεων (π.χ. ξενοδοχεία), ενώ οι ξενοδόχοι επιβαρύνθηκαν επιπλέον με το τέλος διανυκτέρευσης.

Ταυτόχρονα, για όλα τα νομικά πρόσωπα αυξάνεται ο συντελεστής του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ που επιβάλλεται στα ακίνητά τους, από 0,5% σε 0,55%. Επίσης, επταπλασιάστηκε ο φόρος που καταβάλλουν σήμερα οι επενδυτικές εταιρείες ακινήτων (ΑΕΕΑΠ), οι εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου και οι εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, καθώς ο συντελεστής διαμορφώθηκε σε 0,375% ανά εξάμηνο, δηλαδή 0,75% ετησίως, έναντι 0,105% που κατέβαλλαν μέχρι σήμερα.

Μη ανταγωνιστικό πλαίσιο

Μάλιστα, ιδίως όσον αφορά τις ΑΕΕΑΠ, η επιβάρυνση αφορά τόσο τα κενά ακίνητα που δεν αποφέρουν εισόδημα όσο και τις καταθέσεις τους, με αποτέλεσμα ήδη να γίνεται λόγος για επιστροφές κεφαλαίου στους μετόχους, ρευστότητα που επί της ουσίας θα στερηθεί η ίδια η αγορά ακινήτων, καθώς τα κεφάλαια αυτά δεν θα διοχετευθούν για επενδύσεις. Οπως τονίζει ο κ. Αρης Καρυτινός, διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Πανγαία ΑΕΕΑΠ, «ο επταπλασιασμός του φόρου, το γεγονός ότι υπολογίζεται και επί των ακινήτων που δεν αποφέρουν κάποιο εισόδημα, αλλά και στα ρευστά διαθέσιμά μας, σε συνδυασμό και με την αναπροσαρμογή του συμπληρωματικού φόρου ΕΝΦΙΑ από το 0,25% στο 0,35%, καθιστούν το θεσμικό πλαίσιο του κλάδου μη ανταγωνιστικό, π.χ. με της γειτονικής Τουρκίας». Ταυτόχρονα, κατά τον ίδιο, αποθαρρύνονται οι επενδυτές από το να τοποθετηθούν σε οικόπεδα, με στόχο την ανάπτυξή τους, κινήσεις που μελετούσαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το τελευταίο διάστημα, οι εταιρείες του κλάδου. Πλέον, κρίνεται ασύμφορη η κατοχή ενός οικοπέδου, καθώς θα σημάνει την πληρωμή φόρου και μάλιστα σημαντικού, από την πρώτη ημέρα, τη στιγμή που θα απαιτηθούν αρκετά χρόνια, έως ότου το ακίνητό αυτό αποφέρει τα πρώτα του έσοδα.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον κ. Χαραγκιώνη, το «χτύπημα» στις ΑΕΕΑΠ θα αποδειχθεί καθοριστικό συνολικά για την αγορά ακινήτων, καθώς οι εν λόγω εταιρείες ήταν οι μόνοι ενεργοί θεσμικοί επενδυτές ακινήτων κατά τη διάρκεια των ετών της οικονομικής κρίσης.

Επιπτώσεις σε «κόκκινα» δάνεια και τράπεζες

Οπως τονίζουν φορείς του κλάδου των ακινήτων, μια πιθανή αποχώρηση των επενδυτικών εταιρειών ακινήτων από την πραγματοποίηση αγορών στο ελληνικό real estate, εξαιτίας της υψηλής φορολόγησής τους, θα είχε και άλλες παράμετρες απώλειες, καθώς οι ΑΕΕΑΠ εμφανίζονταν ως βασικοί ενδιαφερόμενοι για την απόκτηση ακινήτων που είναι συνδεδεμένα με «κόκκινα» δάνεια είτε από τις ίδιες τις τράπεζες είτε από τις εταιρείες που θα αποκτήσουν τα εν λόγω δάνεια. Πλέον, τίθεται εν αμφιβόλω το κατά πόσο θα ενδιαφερθούν οι εγχώριες ΑΕΕΑΠ, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την είσοδο κερδοσκοπικών κεφαλαίων υψηλού ρίσκου, που θα ζητήσουν υπέρμετρες αποδόσεις και θα αναγκάσουν τις τράπεζες να αποτιμήσουν τα χαρτοφυλάκια των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους σε σαφώς χαμηλότερο ύψος.