ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Από τη… σκληρή διαπραγμάτευση στον ρεαλισμό

Από τη… σκληρή διαπραγμάτευση στον ρεαλισμό

«Οι διαπραγματεύσεις για τις μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα συνεχίζουν να προχωρούν. Ωστόσο […] δεν είναι πιθανό να υπάρξει συμφωνία στο σημερινό Eurogroup. Παρά την πρόοδο στην ουσία και τον τόνο των διαπραγματεύσεων, […] χρειάζεται να γίνει περισσότερη δουλειά, σύμφωνα με τον Γερούν Ντάισελμπλουμ. […] Οπως πάντα, τα βασικά ζητήματα αφορούν το μέγεθος και το είδος των μέτρων λιτότητας που είναι απαραίτητα για να κλείσει το δημοσιονομικό κενό της Ελλάδας».

Η εκτίμηση αυτή του Eurasia Group για την αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος δημοσιεύθηκε στις 11 Μαΐου του 2015. Αξίζει να θυμηθούμε το πλαίσιο εντός του οποίου η διεθνής εταιρεία πολιτικών αναλύσεων είχε συντάξει το σημείωμα αυτό. Ηταν μόλις δύο εβδομάδες μετά τον ανασχηματισμό της ομάδας διαπραγμάτευσης, με την υποβάθμιση του Γιάνη Βαρουφάκη και των στενών συνεργατών του και την αναβάθμιση του Ευκλείδη Τσακαλώτου και –στο επίπεδο των τεχνικών κλιμακίων– του Γιώργου Χουλιαράκη. Η απόφαση αυτή του Αλέξη Τσίπρα είχε έλθει δύο μέρες μετά το ολέθριο Eurogroup στη Ρίγα, όπου κατέστη σαφής η οικτρή κατάσταση των δημοσίων οικονομικών της χώρας και η πλήρης απώλεια εμπιστοσύνης των εταίρων στο πρόσωπο του κ. Βαρουφάκη.

Υστερα από τρεισήμισι μήνες αδιέξοδης διαπραγμάτευσης, τα ταμεία του ελληνικού Δημοσίου ήταν σχεδόν τελείως άδεια. Ο πρωθυπουργός εξετράπη την τελευταία στιγμή από την επιλογή της μη πληρωμής των 750 εκατομμυρίων ευρώ που όφειλε την επόμενη μέρα η Ελλάδα στο ΔΝΤ, με την παρέμβαση του Γιάννη Στουρνάρα και τη χρήση των αποθεματικών που διατηρεί η χώρα ως μέλος του Ταμείου στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Ηταν η περίοδος που οι θιασώτες της ρήξης πίεζαν να δοθεί προτεραιότητα στην καταβολή μισθών και συντάξεων έναντι της αποπληρωμής οφειλών προς τους πιστωτές της χώρας. Σε μυστική σύσκεψη στα μέσα Μαΐου, υπό τον αντιπρόεδρο Γιάννη Δραγασάκη, επιχειρήθηκε να διαπιστωθεί ο βαθμός ετοιμότητας της Ελλάδας να καλύψει βασικές τις ανάγκες –σε ενέργεια, τρόφιμα, φάρμακα– σε περίπτωση ρήξης. Κατά την ίδια περίοδο, η πλευρά Λαφαζάνη διέρρεε την αισιοδοξία της ότι η επικείμενη συμφωνία για την κατασκευή ρωσικού αγωγού φυσικού αερίου θα έφερνε προκαταβολικά έσοδα 5 δισ. ευρώ στη χώρα. Τη συνέχεια τη θυμούνται όλοι…

Μετατραυματικό στρες

Τις τελευταίες εβδομάδες, η φαινομενολογία της διαπραγμάτευσης ήταν ανατριχιαστικά παρόμοια με την τραυματική περυσινή εμπειρία: η αισιοδοξία (κυρίως της ελληνικής πλευράς) για επικείμενη συμφωνία συνεχώς διεψεύδετο, τα μέτωπα –μεταξύ Αθήνας και πιστωτών, αλλά και εντός του στρατοπέδου των τελευταίων– παρέμεναν ανοιχτά, η στρόφιγγα της χρηματοδότησης παρέμενε κλειστή και ο Ιούλιος των μεγάλων οφειλών πλησίαζε επικίνδυνα.

Ωστόσο, όπως φάνηκε και από το Eurogroup της 9ης Μαΐου, οι συνθήκες –και οι σχέσεις της Αθήνας με τους εταίρους– είναι φέτος ουσιωδώς διαφορετικές. Πέρυσι, ο κ. Βαρουφάκης είχε σχεδόν πιαστεί στα χέρια με τον κ. Ντάισελμπλουμ. Ο κ. Τσακαλώτος, αντιθέτως, ευχαρίστησε τον πρόεδρο του Eurogroup στη συνέντευξη Τύπου για τη συμβολή του στη θετική κατάληξη της συνεδρίασης. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ήρε τις αντιρρήσεις του κατά την έναρξη συζητήσεων για το χρέος. Ακόμα και ο Πέτερ Κάζιμιρ, ο Σλοβάκος υπουργός Οικονομικών που το περυσινό καλοκαίρι δεν έχανε ευκαιρία να εκφράσει την περιφρόνησή του για την Ελλάδα (κυρίως μέσω Twitter), τιτίβισε την ημέρα εκείνη: «Eurogroup τέλος. Πολύ καλύτερα του αναμενομένου».

Οπως σημειώνει στην «Κ» ο Μουτζτάμπα Ραχμάν, επικεφαλής ανάλυσης για την Ευρωζώνη του Eurasia Group: «Η συνολική κατάσταση είναι πολύ λιγότερο απρόβλεπτη σε σχέση με πέρυσι». Οι βασικοί λόγοι, κατά τον Ραχμάν, είναι πως «η ελληνική κυβέρνηση συμπεριφέρεται καλύτερα» και ότι οι Ευρωπαίοι έχουν αυξημένο κίνητρο για έναν έγκαιρο συμβιβασμό «εξαιτίας του βρετανικού δημοψηφίσματος και της προσφυγικής κρίσης».

Ο πρωθυπουργός

Η πιο κρίσιμη αλλαγή αφορά τον ίδιο τον Ελληνα πρωθυπουργό: μετά το χάος του δημοψηφίσματος και των κλειστών τραπεζών, το τραύμα της υπογραφής του τρίτου μνημονίου και την επανεκλογή του τον Σεπτέμβριο, ο Αλέξης Τσίπρας δεν ήταν έτοιμος να ξαναρίξει τα ζάρια με νέα προσφυγή στον λαό. Οι ιδεοληψίες, οι ερασιτεχνισμοί και οι λάθος υπολογισμοί δεν έχουν εξαλειφθεί. Παρ’ όλα αυτά, ιδιαίτερα μετά και την ψήφιση του ασφαλιστικού και φορολογικού νομοσχεδίου την Κυριακή 8 Μαΐου και τη διαφαινόμενη ψήφιση του πολυνομοσχεδίου σήμερα, δείχνει αποφασισμένος να κλείσει την αξιολόγηση και να βάλει τέλος στην εκλογολογία. Η ελπίδα του είναι ότι η ολοκλήρωση της αξιολόγησης και τα θετικά συνεπακόλουθα, ειδικά σχετικά με τη ρευστότητα κράτους και τραπεζών, θα οδηγήσει σε ανάκαμψη της οικονομίας, την οποία θα πιστωθεί η κυβέρνησή του.

Επιπλέον, παρά τις πιέσεις από τους περιώνυμους «53», είναι φανερό ότι ο κ. Τσίπρας έχει μεγαλύτερη άνεση κινήσεων εσωκομματικά σε σχέση με πέρυσι. Τότε, κάθε σκέψη που έκανε για συμβιβασμό προκαλούσε θύελλα αντιδράσεων από την πρόεδρο της Βουλής ή τα στελέχη της Αριστερής Πλατφόρμας, ενώ ο κ. Βαρουφάκης έκανε τους δικούς του, παράλληλους σχεδιασμούς. Στο πλευρό του πρωθυπουργού, εξάλλου, πιο αξιόπιστος από ποτέ, στέκονται ο «αντιμνημονιακός» Πάνος Καμμένος και σύσσωμη η Κοινοβουλευτική Ομάδα των ΑΝΕΛ.

Μία ακόμα ζωτική διαφορά είναι ότι πέρυσι, η προθεσμία της 30ής Ιουνίου αφορούσε την εκπνοή του προγράμματος: μετά την πάροδό της (και πριν από τη μεγάλη στροφή του κ. Τσίπρα), η Ελλάδα δεν είχε πρόσβαση σε κανενός είδους χρηματοδότηση και βρισκόταν σε κατάσταση οικονομικής κατάρρευσης. Το νέο πρόγραμμα που υπεγράφη τον περασμένο Ιούλιο λήγει το 2018, ενώ οι πόροι για την Ελλάδα –εκ των οποίων έχουν μείνει αδιάθετα 65 δισ. ευρώ– έχουν ήδη εγκριθεί. Υπάρχει, λοιπόν, ένα κρίσιμο δίχτυ ασφαλείας που δεν υπήρχε πέρυσι. Ταυτοχρόνως, το καθεστώς των κεφαλαιακών ελέγχων εξασφάλισε ότι η παράταση της διαπραγματευτικής αγωνίας δεν συνοδεύθηκε από τη μαζική εκροή καταθέσεων που σημειώθηκε πέρυσι.

Μεταξύ των βασικών εταίρων-δανειστών είναι εμφανής η πιο υποστηρικτική στάση του Σοσιαλιστή προέδρου της Γαλλίας, Φρανσουά Ολάντ και των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών γενικότερα. Ο κ. Ολάντ, από την πρώτη του επίσημη συνάντηση με τον κ. Τσίπρα τον Φεβρουάριο του 2015, τον είχε πάρει από κοντά, συμβουλεύοντάς τον μεταξύ άλλων να μην τηρήσει συγκρουσιακή στάση απέναντι στο Βερολίνο.

Η συμβολή των Γάλλων

Η χαοτική προσέγγιση της Αθήνας στη διαπραγμάτευση πέρυσι δεν άφησε πολλά περιθώρια στο Παρίσι για ενεργό στήριξη (αν και οι Γάλλοι έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην άμυνα κατά του σχεδίου Σόιμπλε τον Ιούλιο). Φέτος, τόσο ο κ. Ολάντ όσο και ο Γερμανός αντικαγκελάριος και πρόεδρος του SPD Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, αλλά και ο επικεφαλής των Σοσιαλιστών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Τζιάνι Πιτέλα, έχουν ταχθεί πιο ανοιχτά στο πλευρό του κ. Τσίπρα. Μαζί με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, έχουν συμβάλει σημαντικά στην εξεύρεση μιας συμβιβαστικής λύσης για το κλείσιμο της αξιολόγησης, που να μη συντάσσεται πλήρως με τις απαιτήσεις του ΔΝΤ για προληπτική νομοθέτηση μέτρων. Ο σημαντικότερος εταίρος, όμως, η γερμανική κυβέρνηση, δεν δείχνει να έχει μεγάλα περιθώρια ευελιξίας. Οι σχέσεις της Αγκελα Μέρκελ με τον κ. Τσίπρα έχουν ανακάμψει από το ναδίρ στο οποίο βρέθηκαν το περασμένο καλοκαίρι, κυρίως χάρη στη στάση του τελευταίου στο προσφυγικό.

Ωστόσο, δεν πρέπει να αναμένονται γενναίες παραχωρήσεις από τους Γερμανούς – σίγουρα όχι πριν από τις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2017 και ενδεχομένως ούτε μετά (ανάλογα και με τη σύνθεση του νέου κοινοβουλίου και της νέας κυβέρνησης). Επιπλέον, παραμένει αβέβαιος ο ρόλος του ΔΝΤ: η οριστική αποχώρησή του από το ελληνικό πρόγραμμα μπορεί να ερμηνευθεί βραχυπρόθεσμα ως νίκη του κ. Τσίπρα, αλλά αφαιρεί από την εξίσωση τον παράγοντα που ασκεί τις ισχυρότερες πιέσεις για χαμηλότερα πλεονάσματα και μεγαλύτερη ελάφρυνση χρέους.

Δύσκολος ο τρόπος

Παράλληλα, η στήριξη που απολαμβάνει από τους Ευρωπαίους Σοσιαλιστές, παρότι συμβάλλει σε ένα πιο θετικό κλίμα για την ελληνική κυβέρνηση στην Ευρώπη, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα μεταφραστεί σε έντονη κινητοποίηση για άμβλυνση της λιτότητας στην Ελλάδα. Ακόμα και αν υπάρχει η θέληση –και αν εξακολουθούν να βρίσκονται κεντροαριστερές δυνάμεις στην κυβέρνηση στη Γαλλία και ση Γερμανία το 2018– δεν είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει ο τρόπος.

Με τους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα ως έχουν και παρά τον πανηγυρικό τόνο των πρόσφατων δηλώσεων του πρωθυπουργού, η οικονομία θα παραμείνει εγκλωβισμένη στη λιτότητα, με τη «δαμόκλειο σπάθη» του δημοσιονομικού «κόφτη» να επικρέμαται πάνω από οποιαδήποτε υποψία ανάκαμψης. Εν τω μεταξύ, με τα «κόκκινα» δάνεια να αγγίζουν πλέον το ύψος των καταθέσεων, οι τράπεζες δύσκολα θα μπορέσουν να χρηματοδοτήσουν νέες επιχειρήσεις με καλύτερες προοπτικές.

Οπως παρατηρεί στην «Κ» ο Αλεσάντρο Λέιπολντ, επικεφαλής οικονομολόγος του Lisbon Council και πρώην διευθυντής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ: «Η κατάσταση θα μπορούσε να αρχίσει να βελτιώνεται – υπό τον όρο να μην ενεργοποιηθούν τα προληπτικά μέτρα. Αλλά, δυστυχώς, οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ μοιάζουν πιο ρεαλιστικές. Το Ταμείο έπρεπε να είχε τηρήσει πιο αυστηρή στάση, επιμένοντας στην αναθεώρηση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα στο 1,5% του ΑΕΠ».

Το 2016, λοιπόν, φαίνεται ότι θα κυλήσει πιο ομαλά από το 2015. Οι ενδείξεις, όμως, δεν προϊδεάζουν για πραγματική έξοδο από την κρίση, αλλά μάλλον για παράταση της αγωνίας.