REAL ESTATE

Παλαιές κατοικίες με ακριβή συντήρηση διαθέτουν οι Ελληνες

palaies-katoikies-me-akrivi-syntirisi-diathetoyn-oi-ellines-2084778

Περισσότερα χρήματα από όλους τους υπόλοιπους Ευρωπαίους δαπανούν οι Ελληνες για τη συντήρηση των κατοικιών τους, καθώς αυτές γίνονται όλο και παλαιότερες. Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους για τους οποίους έχει αρχίσει να περιορίζεται σταδιακά το ποσοστό της ιδιοκατοίκησης στη χώρα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας απογραφής του κτιριακού αποθέματος της χώρας (2011), προκύπτει ότι από το σύνολο των κτιρίων που ανήκουν σε ιδιώτες το μεγαλύτερο ποσοστό 74,8% χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως κατοικία.

Η ιδιοκατοίκηση

Εν ολίγοις, το ποσοστό της ιδιοκατοίκησης, παρότι παραμένει πολύ υψηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, εντούτοις καταγράφει αισθητή πτώση σε σχέση με τα στοιχεία της προηγούμενης απογραφής (πριν από δέκα χρόνια), όταν είχε ανέλθει σε 81%. Πρόκειται για σαφές δείγμα τού ότι η κρίση στην κτηματαγορά έχει άμεσο αντίκτυπο και στην ιδιοκτησία, καθώς όλο και περισσότερα νοικοκυριά υποχρεώθηκαν να πωλήσουν το ακίνητό τους, είτε λόγω φορολογικών υποχρεώσεων είτε λόγω δανείων.

Με βάση τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), προκύπτει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των κτιρίων (704.340 κτίρια) κατασκευάστηκε την περίοδο 1971-1980 (ποσοστό 17,2%), δηλαδή πριν από τουλάχιστον 35 χρόνια. Τα αμέσως επόμενα ποσοστά είναι 15,6% (639.475 κτίρια) που κατασκευάστηκαν τη χρονική περίοδο 1961-1970 και 14% (573.250 κτίρια) που κατασκευάστηκαν την περίοδο 1946-1960. Επίσης, από τη μελέτη των στοιχείων των κτιρίων προκύπτει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοικιών (16,4%), των εργοστασίων-εργαστηρίων (16,6%), των καταστημάτων-γραφείων (15%), των σταθμών αυτοκινήτων (14,1%) και των νοσοκομείων-κλινικών (15,6%) κατασκευάστηκε την περίοδο 1971-1980, των ξενοδοχείων (15,3%) την περίοδο 1986-1990 και των σχολικών κτιρίων (17,1%) την περίοδο 1946-1960.

Σύμφωνα με την απογραφή, ο συνολικός αριθμός των κτιρίων της χώρας ανήλθε σε 4.105.637 κτίρια από τα οποία το μεγαλύτερο ποσοστό, 19,1% (783.752 κτίρια), βρίσκεται στην Περιφέρεια Αττικής και το μικρότερο, 3,4% (140.810 κτίρια), βρίσκεται στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων. Το 97% του συνόλου των κτιρίων της χώρας ανήκει σε ιδιώτες, το 2,9% στο Δημόσιο και το υπόλοιπο 0,1% και στους δύο φορείς. Από το σύνολο των κτιρίων της χώρας, το μεγαλύτερο ποσοστό 51,5% είναι ισόγεια ενώ ποσοστό 33,3% των κτιρίων έχουν έναν όροφο.

Οσον αφορά το υλικό κατασκευής, προκύπτει ότι η μεγαλύτερη συγκέντρωση κτιρίων από μπετόν, με 96,8%, εντοπίζεται στην Αθήνα, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό κτιρίων από μέταλλο με 2,8% εντοπίζεται στη Δυτική Αττική. Αντίστοιχα, στη Λευκάδα εντοπίζεται το μεγαλύτερο ποσοστό ξύλινων κατοικιών με 5,9%, στο Κιλκίς καταγράφεται το μεγαλύτερο ποσοστό κτιρίων κατασκευασμένων από τούβλα/τσιμεντόλιθους με ποσοστό 49,5%, ενώ το 58,5% των κτιρίων της Ανδρου είναι κατασκευασμένο από πέτρα.

Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από την παλαιότητα και το υλικό κατασκευής, η χρήση κατοικίας στην Ελλάδα έχει εξελιχθεί σε οικονομικό άχθος, τόσο για τους ενοικιαστές όσο και για τους ιδιοκτήτες, και μάλιστα χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η φορολογική επιβάρυνση που συνοδεύει πλέον την κατοχή κι εκμετάλλευση ακινήτων. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη φετινή έρευνα της Housing Europe, της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας για τη Δημόσια, Συνεταιριστική και Κοινωνική Στέγη, η Ελλάδα διαθέτει τα μεγαλύτερα έξοδα κατοικίας ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών της, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Υψηλές δαπάνες

Συγκεκριμένα, τα έξοδα κατοικίας διαμορφώνονται στο 37%, ποσοστό που εκτοξεύεται σχεδόν στο 65% για τα νοικοκυριά που βρίσκονται κοντά στο όριο της φτώχειας. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ε.Ε. διαμορφώνεται σε 22,2% και 41% αντίστοιχα. Ως έξοδα υπολογίζονται το ενοίκιο για τους ενοικιαστές ή η δόση του στεγαστικού δανείου για τους ιδιοκτήτες, όπως επίσης και οι δαπάνες θέρμανσης, ύδρευσης, ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεφωνίας και κοινοχρήστων. Από τα στοιχεία αυτά καθίσταται σαφές ότι η συνεχής υποχώρηση των εσόδων των νοικοκυριών (π.χ. μειώσεις μισθών και συντάξεων), σε συνδυασμό με τη σταθερή άνοδο των υπόλοιπων δαπανών, όπως ρεύμα, πετρέλαιο θέρμανσης, έχει φέρει όλο και περισσότερους σε εξαιρετικά δυσμενή οικονομική θέση.

Αρνητική πρωτιά

Αντίστοιχα, σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, στην Ελλάδα καταγράφεται και το υψηλότερο ποσοστό πληθυσμού που κρίνεται υπερβολικά βεβαρημένος με τα έξοδα κατοικίας του, με 33,1%. Είναι χαρακτηριστικό ότι η χώρα καταλαμβάνει κι άλλες αρνητικές πρωτιές, καθώς διαθέτει το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού που έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τις εταιρείες ρεύματος, νερού ή τηλεφώνου (31,8%). Επίσης, το ποσοστό του πληθυσμού που έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές αναφορικά με την εξυπηρέτηση του στεγαστικού του δανείου αγγίζει το 14,9%, ενώ ανάλογο είναι και το ποσοστό εκείνων που χρωστούν ενοίκια. Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Ιρλανδία και έπεται η Κύπρος. Υπενθυμίζεται άλλωστε ότι το ποσοστό των «κόκκινων» δανείων στην Ελλάδα έχει εκτιναχθεί τα τελευταία χρόνια, από το 3,6% το 2008 σε 28,1% του συνολικού χαρτοφυλακίου στεγαστικών δανείων στο τέλος του 2014.