ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΟΣ

Οι πραλίνες των Βρυξελλών

Οι πραλίνες των Βρυξελλών

Βρέχει και κάνει πολύ κρύο. Είναι 28 Δεκεμβρίου κι εδώ, στην πρωτεύουσα του Ευρωκοινοβουλίου, ο καιρός αυτός είναι αναμενόμενος. Στο ταξί από το αεροδρόμιο προς το ξενοδοχείο χαζεύουμε τη μουντή πόλη με τα ψηλά κτίρια, που κανένα ενδιαφέρον δεν προκαλούν σε πρώτη εντύπωση. Αφήνουμε τις βαλίτσες και, αρματωμένοι με σκουφιά, γάντια, ομπρέλες και γαλότσες, αποφασίζουμε να εξερευνήσουμε τη «Μέκκα της σοκολάτας».

Βγαίνοντας από το ξενοδοχείο και περπατώντας μόνο λίγα μέτρα, βρισκόμαστε στην Παλιά Πόλη και στη Μεγάλη Πλατεία (Grand-Place), που είναι πλακόστρωτη και περικυκλωμένη από επιβλητικά κτίρια διαφόρων ρυθμών, χαρακτηριστικά δείγματα της βελγικής αρχιτεκτονικής και Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

Η βροχή δυναμώνει και η βόλτα έχει αρχίσει να γίνεται δυσάρεστη. Πάνω στην πλατεία, μια μπιραρία, σαν να έχει βγει από τους «Πειρατές της Καραϊβικής», μάς καλεί να τσιμπήσουμε κάτι και να δοκιμάσουμε – ποια να πρωτοδοκιμάσουμε δηλαδή– τις διάσημες μπίρες, 2.500 χιλιάδες περίπου διαφορετικές ετικέτες διαθέτει το Βέλγιο. Απαραίτητο συνοδευτικό σνακ οι τηγανητές πατάτες και τα αχνιστά μύδια, που αυτή την περίοδο είναι και ψωμωμένα και πεντανόστιμα. Οι δύο μεζέδες-σπεσιαλιτέ των Βρυξελλών, που βρίσκει κανείς παντού, από καντίνες στον δρόμο μέχρι τα πιο γκουρμέ εστιατόρια, σε όλες τις πιθανές παραλλαγές. Με γεμάτο στομάχι και πιο μάχημοι από πριν, ξαναβγαίνουμε στα στενά σοκάκια με τα μικροσκοπικά παραμυθένια ζαχαροπλαστεία, τις αντικερί, σε πιο μικρές πλατείες με σιντριβάνια και το μανεκέν Πις, το γνωστό μπρούντζινο αγαλματάκι του αγοριού που ουρεί – σήμα κατατεθέν της πόλης–, μέχρι που φτάνουμε στην εντυπωσιακή, σκεπαστή εμπορική στοά των Βρυξελλών Galleries Royales Saint-Hubert. Μοιάζει με προθάλαμο παλατιού.

Καφέ, εστιατόρια, μπιστρό, κοσμηματοπωλεία και φυσικά οι οίκοι της σοκολάτας: Pierre Marcolini, Godiva, Neuhaus, Leonidas, Maison Dandoy, Mary κ.ά. Ούτε όταν είχα δει το «Chocolat» δεν είχα νιώσει τέτοια λιγούρα. Δεν ξέρω τι να πρωτοδιαλέξω και τι να πρωτοδοκιμάσω. Κάποια από αυτά απλησίαστα σε τιμές, πραγματικά έργα τέχνης. Περίτεχνες κασετίνες, κουτιά σε ό,τι σχήμα και με ό,τι υλικό θέλει ο καθένας, ακόμα και κατά παραγγελία, με ό,τι σοκολατάκι και πραλίνα μπορεί να φανταστεί κανείς. Στη βιτρίνα του Pierre Marcolini έχω σαστίσει με τα κομψοτεχνήματα, που μοιάζουν με κοσμήματα. Σαν μαγνήτης με τραβάει η σοκολατερί Mary, ένα κατάστημα βίντατζ αισθητικής, που μοιάζει να έχει βγει από άλλη εποχή. Είναι ο επίσημος προμηθευτής σοκολάτας της βασιλικής οικογένειας του Βελγίου, όπως μαθαίνω αργότερα. Από το 1919 η Mary Delluc ξεκίνησε να δημιουργεί τις συγκλονιστικές σοκολάτες της. Ως προς την εμφάνιση και το αμπαλάζ, αυτό που βλέπω να απλώνεται μπροστά μου ξεπερνά κάθε προσδοκία. Μια ευγενική υπάλληλος μου προτείνει να δοκιμάσω μια πραλίνα. Το σοκολατάκι λιώνει αμέσως στο στόμα, απελευθερώνοντας φίνα αρώματα, που ξυπνούν γευστικούς θύλακες την ύπαρξη των οποίων αγνοούσα. Η απόλυτη αρμονία γεύσης, υφής και αρώματος. Τα θέλω όλα. Παίρνω όμως όσα αντέχει το βαλάντιό μου, ως ανάμνηση της μαγικής στιγμής, και φεύγω για… οφθαλμόλουτρο σε άλλες γειτονιές. Όπου κι αν πάω, ο αέρας μυρίζει σοκολάτα. Μην αντέχοντας να αντισταθώ στον πειρασμό, ολοκληρώνω την υπερβολική κατανάλωση γλυκού με μια τραγανή τετράγωνη βάφλα πασπαλισμένη με άχνη ζάχαρη, το κλασικό γλυκό του δρόμου.

Ξυπνάω πιασμένη από τον ύπνο στον καναπέ και, πριν καλά καλά καταλάβω πού βρίσκομαι, βλέπω μπροστά μου το κουτάκι με τις πραλίνες από τη Mary. Με τη γεύση από το σοκολατάκι ζωντανή ακόμη, το αρπάζω με λαιμαργία, να καταβροχθίσω ό,τι έχει μείνει. Κάτω από το χρυσόχαρτο αποκαλύπτεται το κενό. Next year…