ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Θυμηθείτε το όνομά τους

063_1029486970-1
063_1029486998

Ο Νίκος Labôt και η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, σκηνοθέτης και πρωταγωνίστρια της ταινίας «Η δουλειά της» –που κέρδισε εντυπώσεις και βραβεία στα φεστιβάλ του εξωτερικού και συναντά τώρα το ελληνικό κοινό–, μιλούν στο «Κ» για το πώς κατάφεραν να χτίσουν μια αξέχαστη ηρωίδα από τα πιο απλά υλικά.

Λίγο πριν από τα 40, η Παναγιώτα, μια σχεδόν αναλφάβητη σύζυγος και μητέρα στην Ελλάδα της κρίσης, χρειάζεται να αναζητήσει για πρώτη φορά δουλειά όταν ο άντρας της χάνει τη δική του. Χωρίς εφόδια, θα προσληφθεί ως καθαρίστρια σε ένα εμπορικό κέντρο και, παρά την εκμετάλλευση που θα βιώσει εκεί, θα ανακαλύψει για πρώτη φορά την αίσθηση της οικονομικής και συναισθηματικής ανεξαρτησίας. 

Από πολύ κοντά –σαν να κοιτάμε από την κλειδαρότρυπα μέσα σε ένα μικροαστικό αθηναϊκό σπίτι που φαίνεται οικείο, ακόμα κι αν δεν μοιάζει με το δικό μας– όχι απλώς παρακολουθούμε, αλλά συμπορευόμαστε με μια ψυχή που προχωράει: από το να νιώθει και να είναι αόρατη, εκτός αν πρέπει να φροντίσει, να παρηγορήσει, να στηρίξει τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, μέχρι τη μεταμόρφωσή της σε έναν άνθρωπο αυτόνομο, που δικαιούται τη δική του ματιά στον κόσμο. 

Αυτή είναι η ιστορία της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Νίκου Labôt, που, έχοντας κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα της τον Σεπτέμβριο στο Διεθνές Φεστιβάλ του Τορόντο και συλλέγοντας έκτοτε βραβεία στα φεστιβαλικά ταξίδια της ανά τον κόσμο (μεταξύ αυτών και το Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τη Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου), συναντά τώρα το ελληνικό κοινό. 

Είναι μια φαινομενικά απλή ιστορία, δοσμένη με μέσα που μοιάζουν επίσης απλά – μόνο που τίποτα δεν είναι απλό στο να πεις οτιδήποτε με τόσο αυθεντικό τρόπο. Ο Νίκος Labôt το καταφέρνει αθόρυβα, με τη βοήθεια της συγκλονιστικής του πρωταγωνίστριας, αλλά και συνολικά ενός καστ που «κεντάει». Για τι πράγμα είναι η ταινία; Για την κρίση; Θα μπορούσε. Για τη γυναικεία χειραφέτηση; Φυσικά. Για την ελληνική οικογένεια; Σε μεγάλο βαθμό. Όμως, το «Η δουλειά της» δεν περιορίζεται σε μια θεματική που έχει αποφασίσει εξαρχής ότι θα θίξει. «Ήθελα να φτιάξω μια ταινία που να μοιάζει να συμβαίνει δίπλα μας», μου λέει ο Νίκος Labôt όταν συναντιόμαστε από κοντά. «Τα θέματα που διαπραγματεύεται –η πατριαρχία, τα εργασιακά δικαιώματα, η χειραφέτηση της γυναίκας– δεν μπήκαν “φορετά”, δεν αποφάσισα συνειδητά πόσο από το καθένα θα βάλω τεχνητά στη συνταγή. Ακολούθησα τη ζωή αυτής της γυναίκας, τα υπόλοιπα ήρθαν μόνα τους». 

thymitheite-to-onoma-toys0

Ακραίο και οικείο

Η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου κάθεται δίπλα του. Είναι όμορφη και πρώτη φορά προσέχω πόσο γοητευτική είναι η φωνή της· στην ταινία η Παναγιώτα μιλάει λίγο και η Μαρίσσα παίζει με το πρόσωπο, το σώμα και κυρίως με το βλέμμα της. Τι είδες στην Παναγιώτα; «Διάβαζα έναν χαρακτήρα που με έκανε να νιώθω πράγματα χωρίς να έχω αναφορές για την ύπαρξη ενός τέτοιου ανθρώπου στη ζωή μου. Έμοιαζε μια ακραία περίπτωση για την εποχή μας –μια αναλφάβητη γυναίκα που δεν έχει δουλέψει ποτέ–, όμως είχε κάτι εξαιρετικά οικείο. Νομίζω ότι με άγγιξε αυτό που εν τέλει άγγιξε και τους θεατές. Η διαδικασία του κάθε ανθρώπου να ανακαλύψει τον εαυτό του και έπειτα η διαδικασία της αποδοχής του εαυτού, όταν έχεις πια την επιλογή της δικής σου ματιάς, είναι κάτι που δεν μπορεί παρά να νιώσει ο κάθε άνθρωπος σαν διαδρομή δική του. Και αυτή τη διαδρομή ο Νίκος την αποδίδει πολύ λεπτά και καθόλου διδακτικά. Αυτό με κρατούσε εξαρχής. Ο Νίκος και η επιμονή του στον τρόπο που έβλεπε και ήθελε να κάνει αυτή την ταινία». 

Σου έμαθε πράγματα η Παναγιώτα; «Ανοιξε το βλέμμα μου απέναντι στους ανθρώπους γύρω μου. Παρότι είμαστε μακριά ως περιπτώσεις, η Παναγιώτα σε κάνει να συνειδητοποιήσεις ότι το βασικότερο κοινό μας είναι ότι είμαστε διαφορετικοί – αυτό είναι το κοινό που έχουμε με όλους τους ανθρώπους, είμαστε όλοι διαφορετικοί».  

Φυσικά, για να καταφέρουν να φτιάξουν ένα τόσο γνήσιο αποτέλεσμα, η διαδικασία δεν ήταν εύκολη. Η προετοιμασία κράτησε δύο χρόνια, με τον Νίκο να γράφει το background της Παναγιώτας από μικρή ηλικία μέχρι την ώρα που τη συναντάμε στην ταινία, με τους δυο τους να συζητούν για το παρελθόν της Μαρίσσας, να βρίσκουν κοινά και διαφορές, να χτίζουν από την αρχή αυτή τη γυναίκα. Μετά το θεωρητικό κομμάτι, μπήκε το πρακτικό, να τη φτιάξουν εξωτερικά. Η Μαρίσσα δεν έκοβε τα μαλλιά της, δεν έβγαζε τα φρύδια και το μουστάκι της για ενάμιση χρόνο, μέχρι το τέλος των γυρισμάτων, ενώ πήρε δώδεκα με δεκατέσσερα κιλά. Πρόβες επί προβών πρώτα οι δυο τους και έπειτα με όλο το καστ, για να φτιάξουν έναν κόσμο αληθινό. 

Πόσο επηρέασε τη δική σου ζωή αυτή η μεταμόρφωση; «Κουβαλούσα ένα σώμα που δεν συνήθιζα να κουβαλώ, αλλά κατά τα άλλα δεν με επηρέασε. Θα έλεγα ότι απολάμβανα τα κιλά που είχα βάλει. Όταν έφευγα από το γύρισμα κάθε βράδυ, ήταν αστείο, γιατί έβαζα το κόκκινο κραγιόν μου και έλεγε ο Νίκος: “Μα πού πήγε η Παναγιώτα;”».

Η αίσθηση του να είσαι αόρατος

Η εμπειρία τους με το κοινό του εξωτερικού απέδειξε ότι τα θέματα της ταινίας είναι οικουμενικά. «Στο Βέλγιο σηκώθηκε σε ένα αμφιθέατρο μια καθαρίστρια και είπε ότι εγώ αυτό το έχω ζήσει χωρίς να έχει κρίση η χώρα μου ή χωρίς να έχω ακριβώς τέτοια αφεντικά», λέει ο Νίκος. «Η αίσθηση ότι είσαι αόρατος και δεν σε υπολογίζει κανείς, αυτό είναι οικείο. Εγώ είχα στο μυαλό μου την ελληνική οικογένεια, τις αγκυλώσεις που έχει, τον ρόλο της γυναίκας και την Ελληνίδα μάνα. Όμως, πάει σε τόσο βάθος, που νομίζω ότι αγγίζει θέματα πανανθρώπινα. Ειδικά στο θέμα του ρόλου της γυναίκας και της μητρότητας». Η Μαρίσσα συνεχίζει: «Το ότι η μάνα πρέπει να είναι για όλα εκεί δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Αυτή η πίεση που νιώθει είναι ίδια, συνεχίζει να θεωρείται αυτονόητο ότι εκείνη πρέπει να δώσει λύσεις, να στηρίξει τους υπόλοιπους, να παρηγορήσει. Δίνονται δικαιώματα, αλλά δεν άρονται τα βάρη που πρέπει να μοιράζονται. Η γυναίκα πρέπει να επαληθεύει διαρκώς το δικαίωμα που της έχει δοθεί και να επιβεβαιώνει συνέχεια τους ρόλους της. Σαν να πρέπει να αποδεικνύεις ότι είσαι καλή σε όλους για να τους δικαιούσαι». 

thymitheite-to-onoma-toys2

Ησυχία, παρακαλώ 

Συνηθίζουμε να ψάχνουμε τις περίπλοκες ιστορίες· θεωρείς ότι έχει παραγνωριστεί η έννοια της απλότητας; ρωτάω τον Νίκο. «Ήταν συνειδητή η επιλογή να κάνω μια ταινία απλή και “ήσυχη”, σε αντίθεση με τους καιρούς. Ήθελα να μένω όσο πιο κοντά στην ουσία του πράγματος, στην Παναγιώτα, στην καρδιά της, στον κόσμο της, οπότε έκοβα πράγματα. Κάνοντας αυτή την τέχνη, αν κάποιος θέλει να πει κάτι, πρέπει να μείνει πιστός στην αλήθεια του και να βρει τα κατάλληλα εκφραστικά μέσα για να το κάνει. Σε αυτή την ταινία, αυτή ήταν η επιλογή μου, η ησυχία. Και το μήνυμα πήγε, παρότι είμαστε συνηθισμένοι σε πιο loud καταστάσεις. Νομίζω ότι έχουμε κουραστεί από τη φωνή και από το να δείχνεις με το δάχτυλο. Είναι όλα πολύ δυνατά, η τηλεόραση είναι δυνατά, οι συζητήσεις γίνονται σε υψηλούς τόνους, ο κόσμος έχει οργή και δεν ακούει. Νομίζω ότι οι παύσεις σε κάνουν να ακούσεις καλύτερα. Κάπως έτσι λειτουργεί και αυτή η ιστορία…»   ■

Η ταινία «Η δουλειά της» προβάλλεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους σε διανομή Weird Wave.