ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Πολίτης των ξενοδοχείων

Πολίτης των ξενοδοχείων

«Δεν είμαι ένας ρεπόρτερ, είμαι ένας δημοσιογράφος. Δεν είμαι ένας συντάκτης, είμαι ένας ποιητής», έγραψε κάποτε ο συγγραφέας Γιόζεφ Ροτ στον αρχισυντάκτη της «Frankfurter Zeitung», εφημερίδας με την οποία συνεργάστηκε υποστηρίζοντας την έτερη ιδιότητά του: «Ο Ροτ ήταν μισός μυθιστοριογράφος και μισός δημοσιογράφος. Αφοσιώθηκε με θαυμαστή ισορροπία και στους δυο αυτούς τρόπους γραφής», γράφει ο Μάικλ Χόφμαν στην εισαγωγή της έκδοσης «Τα χρόνια των ξενοδοχείων» (εκδ. Άγρα), που περιλαμβάνει αποκλειστικά δημοσιογραφικά κείμενα του Ροτ από τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, τα χρόνια δηλαδή που επί της ουσίας αποτελούν το σύνολο της ενήλικης ζωής του. Ο Ροτ πέθανε το 1939, σε ηλικία 44 ετών, από το αλκοόλ.

Γεννήθηκε στην πόλη Μπρόντι της σημερινής Ουκρανίας, που τότε ήταν κομμάτι της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, την οποία ο συγγραφέας θεωρούσε ως πατρίδα του και η οποία έπαψε να υφίσταται μετά τον Α’ Παγκόσμιο. Ο Ροτ έμεινε μετέωρος, «περιπλανώμενος στην Ευρώπη ανάμεσα στους πολέμους», όπως αναφέρει ο υπότιτλος της έκδοσης, ένας μελετητής τόπων, στιγμών και ανθρώπων, που έζησε για χρόνια σε δωμάτια ξενοδοχείων. «Εδώ στο λόμπι κάθομαι. Εδώ είναι το σπίτι μου και ο κόσμος», γράφει κάπου. «Είμαι ένας πολίτης των ξενοδοχείων. Ένας πατριώτης των ξενοδοχείων. […] Αγαπώ το “απρόσωπο” αυτών των δωματίων, όπως αγαπά ο καλόγερος το κελί του. Κι όπως άλλοι χαίρονται ξαναβλέποντας τα κάδρα, τα πιάτα, τα κουτάλια, τα παιδιά τους και τις βιβλιοθήκες τους, εγώ χαιρετώ τη φθηνή ταπετσαρία, τη θαμπή αθώα πορσελάνη της λεκάνης, τις μεταλλικές αστραφτερές βρύσες του νιπτήρα και το πιο σοφό απ’ όλα τα βιβλία: τον τηλεφωνικό κατάλογο». Ο Ροτ λέγεται ότι κυκλοφορούσε μονάχα με δυο βαλίτσες. Δεν είχε βιβλία, ούτε καν τα δικά του.

Στα κείμενά του κυριαρχεί η παρατήρηση. Η παρατήρηση μιας Ευρώπης που αποχαιρετά βίαια το παρελθόν της. Ο Ροτ καταγράφει την πραγματικότητα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ταξιδεύει στην Πολωνία, την Αλβανία και τη Σοβιετική Ένωση, και παρατηρεί τόσο καλά, που καταφέρνει να δει. Και αυτό που βλέπει είναι, όπως λέει, «η θυγατρική της κόλασης στη Γη». Αναφέρεται στην άνοδο του Τρίτου Ράιχ. Σε ένα κείμενο του 1934, αναφερόμενος κυρίως στον Γκαίμπελς, γράφει ότι «είναι η πρώτη φορά, από τότε που άρχισε να χύνεται αίμα σε τούτη τη Γη, που ένας δολοφόνος ξεπλένει τα ματωμένα χέρια του σε άφθονο τυπογραφικό μελάνι. Η πρώτη φορά, από τότε που άρχισαν να λέγονται ψέματα σε τούτη τη Γη, που ένας ψεύτης έχει στη διάθεσή του τόσο δυνατά και τόσο πολλά μεγάφωνα».

Η αγάπη του για τα ξενοδοχεία ήταν γνωστή στους αναγνώστες του και χάρη στο μυθιστόρημά του «Hotel Savoy» (εκδ. Άγρα), ενώ η δημοσιογραφική του γραφή είχε ήδη εκτιμηθεί από το εξαιρετικό «Βερολινέζικα χρονικά» (εκδ. Άγρα). Τα «Χρόνια των ξενοδοχείων» προστίθενται στην κληρονομιά του. Διαβάζεται παράλληλα με πολλές ακόμα γερμανόφωνες καταγραφές για την ίδια εποχή, όπως το «Αυτός ο πόλεμος» (εκδ. Πόλις) του Τόμας Μαν, το «Ήμουν ένας Γερμανός» (εκδ. Ερατώ) του Ερνστ Τόλλερ, τα «Παιδικά χρόνια στο Βερολίνο το χίλια εννιακόσια» (εκδ. Άγρα) του Βάλτερ Μπένγιαμιν, τα αυτοβιογραφικά κείμενα του Ελίας Κανέτι («Πυρσός στο αυτί», «Παιχνίδι των ματιών», εκδ. Καστανιώτη), ορισμένα από τα μυθιστορήματα του Φάλαντα, του Κέστνερ και του Μπροχ και, κυρίως, το συγκλονιστικό έπος του Στέφαν Τσβάιχ «Ο κόσμος του χθες» (εκδ. Printa).