ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Μια μέρα στο Διαφάνι

vagelis_zavos_melises_back_stage_0040
vagelis_zavos_melises_back_stage_0024
vagelis_zavos_melises_back_stage_0034

Όπως σε όλα τα χωριά της ελληνικής επαρχίας, η κίνηση και οι καθημερινές υποχρεώσεις ξεκινούν νωρίς στο γραφικό Διαφάνι. Οι κάμερες και τα μόνιτορ του σκηνοθέτη παίρνουν θέση, οι ηχολήπτες ετοιμάζουν τα μικρόφωνα, το ενδυματολογικό φέρνει τα ρούχα και τα τοποθετεί τακτικά στο καμαράκι της Βιολέτας, που σήμερα θα χρησιμοποιηθεί ως καμαρίνι, οι ηθοποιοί αλλάζουν ρούχα και συγκεντρώνονται στο κουρείο, όπου έχει στηθεί σήμερα ο χώρος του μακιγιάζ. Την πλατεία του χωριού διατρέχουν καλώδια και σε ένα κομμάτι ήλιου στη γωνία του σπιτιού του Δούκα Σεβαστού οι βοηθητικοί ηθοποιοί ψιλοκουβεντιάζουν. Στο καφενείο επικρατεί αναστάτωση, καθώς λειτουργεί περίπου ως το «στρατηγείο» του σημερινού γυρίσματος. Σε μια γωνιά, η Κατερίνα Διδασκάλου και ο Γιάννης Στάνκογλου κάνουν πρόβα τα λόγια τους για την επόμενη σκηνή. Το πρόγραμμα είναι πολύ «σφιχτό», δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο, «ξεκλέβουμε» όμως λίγα λεπτά για να συνομιλήσουμε με τους πρωταγωνιστές της σειράς, την οποία παρακολουθούν κάθε βράδυ στον ΑΝΤ1 περίπου 1.600.000 τηλεθεατές. 

«Είναι η σειρά που ξαναφέρνει τη μυθοπλασία στο προσκήνιο», πιστεύει ο Γιάννης Στάνκογλου. «Το θέμα είναι από εκεί και πέρα τι κάνουν οι καναλάρχες, τι κάνουν τα κανάλια, πώς ρισκάρουν. Η καλή τηλεόραση εμπεριέχει τη μυθοπλασία και ελπίζω ότι με την επιτυχία που είχαν οι “Άγριες Μέλισσες” θα σκεφτούν πιο σοβαρά να ρίξουν περισσότερο βάρος στην ουσιαστική δουλειά». 

«Πιστεύω ότι μπαίνουμε σε μια τηλεοπτική άνοιξη, που είθε να κρατήσει», υπερθεματίζει η Κατερίνα Διδασκάλου και συνεχίζει: «Ανήκω σε αυτούς που αγαπούν την τηλεόραση και θέλω να γίνεται καλή τηλεόραση. Είναι πολύ μεγάλη ευθύνη για όλους εμάς, γιατί η αισθητική μιας χώρας καθορίζεται και από την τηλεόραση. Θέλει λοιπόν πολύ μεγάλη προσοχή».

mia-mera-sto-diafani0
Η Δανάη Μιχαλάκη και ο Γιάννης Κουκουράκης εν ώρα γυρίσματος.

Κυνηγώντας τον χρόνο

Ο σκηνοθέτης Λευτέρης Χαρίτος βρισκόταν στο Βανκούβερ όταν έλαβε στο κινητό του ένα μήνυμα από την Ντίνα Κάσσου, επιμελήτρια σεναρίων στην εταιρεία παραγωγής JK Productions, που τον ρωτούσε αν θα έκανε καθημερινό εποχής – το μήνυμα εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι προοριζόταν για άλλο σκηνοθέτη! Της ζήτησε να δει τα πρώτα σενάρια, διά χειρός Μελίνας Τσαμπάνη, τα οποία έλαβε τον Οκτώβριο του 2018 και τον γοήτευσαν τόσο ώστε να ενταχθεί στην ομάδα που συναποτελούσε τις «Άγριες Μέλισσες». 

Στις αρχές του 2019 ξεκίνησαν οι συζητήσεις για τον σχεδιασμό της παραγωγής, που ανέλαβε η εταιρεία JK Productions του Γιάννη Καραγιάννη, και τον Μάρτιο η διαδικασία του κάστινγκ, που ολοκληρώθηκε έπειτα από τέσσερις μήνες. Τον Ιούνιο άρχισε να κατασκευάζεται το χωριό, σε εξωτερικό χώρο έκτασης πέντε στρεμμάτων, στις εγκαταστάσεις του στούντιο Κάπα στα Σπάτα. Στις αρχές Σεπτεμβρίου ήταν έτοιμη η πλατεία του χωριού, το εξωτερικό του σπιτιού του Δούκα Σεβαστού, του κοινοτικού γραφείου, του αστυνομικού τμήματος, του καταστήματος με «είδη προικός» και του σχολείου, επίσης το κουρείο, το καφενείο και το καμαράκι της Βιολέτας. Στα υπόγεια του στούντιο στήθηκαν το εσωτερικό του αστυνομικού τμήματος, το σπίτι του ενωμοτάρχη, το σπίτι του Σεβαστού. Οι υπόλοιποι χώροι γυρισμάτων, το σπίτι των αδελφών Σταμίρη, του Μιλτιάδη, του Νέστορα, το ραφτάδικο και το δώμα του Κυπραίου, βρίσκονται στα παλιά στούντιο του Φίνου, σε πολύ κοντινή απόσταση. Τα πρώτα γυρίσματα σε χωράφια έγιναν έξω από τη Θήβα, στη λίμνη Κωπαΐδα, ενώ σήμερα γίνονται κυρίως στο Κάτω Σούλι, στα Σπάτα, στην Παιανία. Εργάζονται ταυτόχρονα δύο συνεργεία, στο ένα είναι επικεφαλής ο σκηνοθέτης Σπύρος Μιχαλόπουλος και στο άλλο ο Σταμάτης Πατρώνης, καθώς πρέπει να γυρίζονται δεκαέξι σκηνές την ημέρα, ώστε να συγκεντρώνεται το υλικό ενός επεισοδίου σε μιάμιση μέρα – χρειάζονται και τρεις ημέρες για το μοντάζ. Τα γυρίσματα διαρκούν δέκα ώρες και γίνονται από Δευτέρα έως Παρασκευή.

«Οι ηθοποιοί κάνουν έναν άθλο», λέει ο Λευτέρης Χαρίτος. «Η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίζουμε είναι να διατηρήσουμε το επίπεδο ποιότητας και την επιτυχία της σειράς, εργαζόμενοι το ίδιο σκληρά όπως μέχρι τώρα, μένοντας παράλληλα πιστοί στα στενά χρονικά περιθώρια. Αυτό, υποσυνείδητα, βάζει σε όλους μας μια πίεση, γιατί ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε εκπτώσεις».

Πίσω στο καφενείο του χωριού, η Μαρία Κίτσου προσπαθεί να προφυλαχθεί από τον παγωμένο αέρα, γιατί αισθάνεται τα πρώτα συμπτώματα ενός άσχημου κρυολογήματος. Έχει πολύ συγκεκριμένη άποψη για τους λόγους της επιτυχίας της σειράς: «Υπάρχει μια εξαιρετική σκηνοθετική ομάδα. Επίσης η Μιράντα Ροσταντή και ο Λευτέρης Χαρίτος έκαναν πολύμηνο κάστινγκ και επένδυσαν σε ανθρώπους κυρίως με θεατρική εμπειρία· το να κάνεις τηλεόραση και να είσαι θεατρικός ηθοποιός είναι σαν να έχεις τελειώσει πανεπιστήμιο, έχεις πολύ γερές αποσκευές. Όλοι μας το έχουμε πάρει “ζεστά”, θέλουμε να πούμε αυτή την ιστορία, τη ζούμε, μας αφορά, το έχουμε κάνει προσωπική υπόθεση. Το σενάριο της Μελίνας Τσαμπάνη είναι καταπληκτικό, με χαρακτήρες που είναι πολύπλευροι, στρογγυλοί, τρισδιάστατοι, βαθιά ανθρώπινοι». 

Όσο η ώρα περνά, η πλατεία γεμίζει με ηθοποιούς της σειράς, που χαιρετιούνται εγκάρδια, πιάνουν ψιλοκουβέντα, χωρίζονται σε ομάδες και κάνουν πρόβα. «To “είμαστε μια οικογένεια” στη δουλειά μας είναι κλισέ ως φράση, αλλά στην πραγματικότητα καθόλου συνηθισμένο ως κατάσταση. Όταν ισχύει φαίνεται, και ο κόσμος το εισπράττει. Υπάρχει καλλιτεχνική σύμπνοια, αυτό είναι το σημαντικό, όχι το ότι περνάμε καλά, αν και ισχύει και αυτό», τονίζει ο Αναστάσης Ροϊλός.

mia-mera-sto-diafani1
Ο σκηνοθέτης Σπύρος Μιχαλόπουλος και η Κατερίνα Διδασκάλου.

Στόχος η διεύρυνση της αγοράς

Ενώ το συνεργείο ετοιμάζει το καφενείο για γύρισμα, στην πλατεία του χωριού φτάνει ο παραγωγός Γιάννης Καραγιάννης, για να καλημερίσει τους συνεργάτες του. «Όλοι νιώθουμε πολύ ικανοποιημένοι, γιατί ξεκινήσαμε με ρίσκο και με αμφιβολίες και αμφισβητήσεις σχετικά με το αν θα αρέσει, και είμαστε πολύ χαρούμενοι που ο κόσμος την αγκάλιασε», εξομολογείται και προσθέτει: «Πιστεύω ότι η μυθοπλασία είναι υποβαθμισμένη. Εγώ θέλω να ανεβάσω πιο ψηλά τον πήχη της μυθοπλασίας. Πρέπει να καταφέρουμε μια ελληνική σειρά να πουλιέται και να προβάλλεται στο Netflix. Ο πατέρας μου, ο Γιώργος Καραγιάννης, έκανε πολλές ελληνικές ταινίες και, όταν παιδάκι πήγαινα σε αυτές τις δουλειές, ένας ήταν ο στόχος: να μεγαλώσει η αγορά, οι σειρές και οι ταινίες να ταξιδέψουν στο εξωτερικό».

Ο ήλιος έχει ανέβει ψηλά στον ουρανό, παίζει κρυφτό όμως με τα σύννεφα και δυσκολεύει αρκετά το γύρισμα, καθώς αλλάζουν το φως και οι σκιές στα πρόσωπα. Η Δανάη Μιχαλάκη και ο Γιάννης Κουκουράκης έχουν ολοκληρώσει άλλη μια σκηνή συνάντησης της Δρόσως και του Κωνσταντή στη βρύση του χωριού. Οι δύο ηθοποιοί διαπιστώνουν καθημερινά τη δημοφιλία της σειράς, καθώς άνθρωποι όλων ηλικιών τούς σταματούν στα μέσα μεταφοράς, στον δρόμο, σε καταστήματα για να συνομιλήσουν μαζί τους. «Είναι όμορφο να σε βλέπουν και να σου δίνουν συγχαρητήρια για τη δουλειά που κάνεις, παίρνεις ευχαρίστηση. Είναι όμως ταυτόχρονα λίγο περίεργο στον δρόμο να σε φωνάζουν “Δρόσω” και όχι με το όνομά σου. Μερικές φορές προσπαθώ να αγνοήσω τη δύναμη της τηλεόρασης όταν είμαι έξω και να θυμηθώ τις παλιές εποχές, που απλώς ήμουν στο λεωφορείο χωρίς να μου μιλά κανείς».

Ο Γιάννης Κουκουράκης παίζει με τη «μασκότ» του σετ, ένα χαρούμενο σκυλάκι ονόματι Σούκι, ξεκλέβοντας λίγες στιγμές χαλάρωσης πριν από την επόμενη σκηνή. «Η δουλειά δεν τελειώνει εδώ, στο σπίτι δουλεύω τον χαρακτήρα. Μελετάω, σημειώνω τις αντιδράσεις, τους τονισμούς, τα χρώματα της φωνής, την κίνηση του σώματος, του προσώπου προσπαθώντας να μη βγει αληθοφανές, αλλά αληθινό, να μη βγει χαρακτήρας, αλλά να βγει άνθρωπος».

Ιστορικές ανακρίβειες;

Η σειρά έχει δεχτεί επικρίσεις σχετικά με το πόσο πιστά έχει απεικονίσει την εποχή, τη Θεσσαλία του 1958. «Ο σκηνογράφος Αντώνης Χαλκιάς και η ενδυματολόγος Γιούλα Ζωιοπούλου έκαναν μεγάλη έρευνα», διευκρινίζει ο Λευτέρης Χαρίτος και επισημαίνει ότι «κάνουμε μια καθημερινή σειρά στον 21ο αιώνα, δεν κάνουμε ντοκιμαντέρ, δεν καταγράφουμε την εποχή, χρησιμοποιούμε στοιχεία της εποχής». ■