ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Παράγουμε, αγοράζουμε, μαγειρεύουμε ελληνικά

Παράγουμε, αγοράζουμε, μαγειρεύουμε ελληνικά

Πώς η χώρα μας μπορεί να γίνει το βιολογικό περιβόλι της Ευρώπης.

«Κλαδί χωρίς ρίζα δεν μεγαλώνει. Αυτή τη ρίζα θέλω να γνωρίσω και να συμβάλω στην καινούργια ανθοφορία της».
Εύη Βουτσινά, «Λευκαδίτικα μαγειρέματα», 2008

Αυτόν τον καιρό σκέφτομαι διαρκώς το ηχηρό σκαμπίλι που έχουν φάει οι Έλληνες οινοποιοί. Ένας κλάδος που έχει δουλέψει σκληρά και με αυτεπίγνωση, με τόλμη και αποτελεσματικότητα τα τελευταία χρόνια. Χειροκροτούμε με ενθουσιασμό το ευφάνταστο δημιουργικό δαιμόνιο των παραγωγών, τις καινοτομίες τους, καμαρώνουμε την πρόοδό τους. Η πληγή που άνοιξε προσφάτως στον κλάδο με το κλείσιμο των εστιατορίων είναι βαθιά και θα πάρει καιρό να κλείσει, ακόμα και όταν με το καλό ανοίξουν ξανά. Και ακόμα δεν γνωρίζουμε σε τι βαθμό έχει επηρεάσει η νέα πραγματικότητα τις εξαγωγές. Ένα είναι σαφές: τώρα περισσότερο από ποτέ, είναι αδήριτη ανάγκη να στηρίξουμε το επώνυμο ελληνικό κρασί.

Τώρα περισσότερο από ποτέ, πρέπει να στηριχθεί η παραγωγή ποιοτικών ελληνικών τροφίμων συνολικά. Σκέφτομαι τις δυνατότητες της χώρας μας, πόσο εύρωστος θα μπορούσε να είναι ο πρωτογενής τομέας. Μετράω τις τοπικές ιδιαιτερότητες, τα σπάνια σε όλο τον κόσμο προϊόντα, τη θαυμαστή βιοποικιλότητα, τη σπαρταριστή πολυτροπία της ελληνικής γαστρογεωγραφίας. Τα λάδια μας, τα τυριά μας, τις ελιές, τα μέλια μας, τα μυριστικά μας. Χάνω το μέτρημα: «Έχουμε περί τα 6.000 αρωματικά φυτά, από τα οποία τα 1.700 είναι ενδημικά», είχε πει σε παλαιότερη συνέντευξή του στον «Γαστρονόμο» ο Μόσχος Πολυσίου, ομότιμος καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου. Ο αριθμός είναι ιλιγγιώδης, μιλάει από μόνος του. Και πόσα ακόμη.

Είμαστε πίσω και ήρθε η ώρα να κάνουμε επανεκκίνηση. Χρειαζόμαστε έναν σαφέστερο εθνικό γαστρονομικό προσδιορισμό. Χρειαζόμαστε εθνική στρατηγική, η πολιτεία επιτέλους να βάλει μπρος το μεγάλο σχέδιο της ανασυγκρότησης του αγροδιατροφικού τομέα. Χρειαζόμαστε σημαντικά παραγωγικά μεγέθη, χρειάζεται σύμπνοια ο πρωτογενής τομέας, να συλλειτουργήσει, πρέπει να έχει τονάζ για να χτυπήσει την πόρτα του εξωτερικού. Σύμφωνοι, αλλά δεν πρέπει να χάσουμε τη μοναδικότητά μας. Η Ελλάδα μπορεί να γίνει το μπουτίκ, το βιολογικό περιβόλι της Ευρώπης. Οι μη εντατικές παραγωγές εξασφαλίζουν προϊόντα με ποιοτικά χαρακτηριστικά, που προσφέρουν ανταγωνιστικότατο πλεονέκτημα. Αυτό είναι όλο κι όλο το μπράντινγκ που έχουμε ανάγκη.

Όμως πρέπει προεχόντως να κατανοήσουμε το εξής: τη δύναμη όποιας αλλαγής, μικρής ή μεγάλης, την έχουμε στα χέρια μας οι καταναλωτές. Με τις επιλογές μας ορίζουμε το μέλλον μας. Και πλέον δεν έχουμε άλλο καιρό για χάσιμο. Πρέπει να γίνουμε ελληνοκεντρικοί για να σταθούμε στα πόδια μας.■