ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Όταν το μπαλκόνι μας έγινε το νέο «έξω»

p4231135

Η ρουτίνα και οι σκέψεις μας αυτόν τον ενάμιση μήνα της καραντίνας που η ζωή μας μεταφέρθηκε σταδιακά στο μπαλκόνι.

Αυτές τις γραμμές τις γράφω στο μπαλκόνι. Αυτό σημαίνει ότι έχω μπαλκόνι και ότι επίσης έχω δουλειά. Πέρασα δηλαδή αυτόν τον καιρό με δύο σημαντικά πλεονεκτήματα. Και με ένα ακόμα, που δεν προκύπτει από την προηγούμενη φράση· δεν νόσησα. Ούτε εγώ ούτε οι πολύ κοντινοί μου άνθρωποι. Οπότε μέχρι αυτές τις πρώτες μέρες του Μαΐου η περιπέτεια του κορονοϊού έχει περάσει για μένα με τις λιγότερες απώλειες. Όχι ότι δεν υπήρξαν. Ο εγκλεισμός επιβάρυνε την ψυχολογία ακόμα και των πιο τυχερών, γέννησε καινούργια άγχη, έφερε δυσκολίες στον ύπνο, μια παράξενη κόπωση. Τουλάχιστον, όμως, μπορώ και γράφω αυτές τις γραμμές στο μπαλκόνι.

Είναι ψηλά, στρατηγική θέση, μπορώ να παρατηρήσω δεκάδες άλλα μπαλκόνια γύρω μου, χαζεύω τη γειτονιά σαν τον Τζέιμς Στιούαρτ στον «Σιωπηλό μάρτυρα» του Χίτσκοκ, μόνο που στην περίπτωσή μου δεν έχω να διαλευκάνω κάποιο έγκλημα. Ίσως μπορώ όμως να λύσω έναν γρίφο: πώς πέρασε αυτός ο καιρός; Ώρες ώρες νιώθω ότι ζούσαμε έτσι από πάντα. Προσπαθώ να θυμηθώ τις πρώτες μέρες. Είχε κρύο ακόμη και τα μέτρα της καραντίνας επιβαρύνονταν με εκείνο το τρομακτικό «επ’ αόριστον». Η έξοδος στο μπαλκόνι ήταν σύντομη, σχεδόν αντανακλαστική. Να βεβαιωθούμε ότι ο Υμηττός ήταν ακόμη στη θέση του, το αυτοκίνητο ακόμη παρκαρισμένο στη γωνία και, αν ήμασταν τυχεροί, ίσως βλέπαμε και κάποιον να βγάζει τον σκύλο του βόλτα. Κοίτα, η ζωή συνεχίζεται. Ο φόβος απέναντι στον «αόρατο εχθρό» και το σοκ του εγκλεισμού, η στέρηση του αυτονόητου, μούδιασε ξαφνικά ολόκληρη τη χώρα. Ντυμένοι με μπουφάν, προσθέτοντας στο γενικό γκρίζο, παίρναμε μια ανάσα από καθαρό αέρα και πάλι μέσα. Όσο για το συντονισμένο χειροκρότημα προς τους γιατρούς, που σε κάποιες ευρωπαϊκές πόλεις λειτούργησε ως ραντεβού στα μπαλκόνια, και κάποια στιγμή οργανώθηκε και στην Ελλάδα, στη δική μου γειτονιά τουλάχιστον δεν το είδα να συμβαίνει.

otan-to-mpalkoni-mas-egine-to-neo-exo0
Τηλεργασία ή απλή διαδικτυακή περιπλάνηση – πίσω, η πλατεία Αυδή στο Μεταξουργείο. (Φωτογραφία: Δημήτρης Μιχαλάκης)

Χρειάστηκε να περάσει λίγο ο καιρός για να αρχίσω να βλέπω γύρω μου ζωή, έπρεπε να μπει ο Απρίλιος, να έρθουν οι πρώτες ηλιόλουστες μέρες, να γίνει και η καμπύλη λίγο επίπεδη, επιτέλους, δεν είναι τόσο τραγικά τα πράγματα, θα περάσει, λίγη αισιοδοξία. Μια ηλικιωμένη κυρία ακριβώς απέναντι φτιάχνει τα λουλούδια της – όποτε και να κοίταξα αυτό το διάστημα, ήταν στο πόστο της. Πάνω κάτω με αργό βήμα, πάντα με μια ροζ ρόμπα κι ένα μικρό σκυλάκι σαν σκιά, κλαδεύει, ποτίζει, μυρίζει και μετά πάλι το ίδιο. Πάνω κάτω. Κλαδεύει, ποτίζει, μυρίζει. Κάθε που αντιλαμβάνεται την παρουσία μου, σηκώνει το χέρι της. Καλημέρα σας. Ένα ζευγάρι παραδίπλα καθιέρωσε τη μαγειρική στο μπαλκόνι, ένα μεσημέρι μάλιστα καρφώσανε κι ένα μεταλλικό ράφι να ακουμπούν τα σκεύη, για διευκόλυνση. Κοίτα, η ζωή συνεχίζεται. Ακριβώς από κάτω ένας κύριος έχει εγκατασταθεί σε μια καρέκλα σκηνοθέτη και δουλεύει στο λάπτοπ του. Κάθε τόσο χτυπάει το τηλέφωνό του. Τηλεργασία, υποθέτω. Μου δίνει την εντύπωση ότι κουνάει νευρικά το πόδι του, αλλά μπορεί να είναι και ιδέα μου. Δεν μοιάζει να μετακόμισε πρόσφατα, αλλά είναι η πρώτη φορά που τον βλέπω.

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

Το ακούσαμε εκατό φορές: η πλειονότητα συμμορφώθηκε στα μέτρα. Έγινε είδηση και στα ξένα μέσα ότι οι Έλληνες έμειναν στο σπίτι τους. Είναι ώρες ώρες λες και ο υπόλοιπος κόσμος πιστεύει ότι στην Ελλάδα κατοικούν 10 εκατομμύρια εκδοχές του Αλέξη Ζορμπά, 10 εκατομμύρια ανένταχτοι γλεντζέδες που μόνο πίνουν και χορεύουν και δεν τους νοιάζει τίποτα. Καμιά φορά μάς αρέσει κι εμάς να το πιστεύουμε αυτό για τους εαυτούς μας, αν και ξέρουμε ότι δεν είναι αλήθεια. Έπειτα από δέκα χρόνια «συμμόρφωσης» έχουμε μάθει να ακούμε. Καλώς ή κακώς. Έχουμε μάθει και να φοβόμαστε. Και το «απαγόρευση κυκλοφορίας» δεν είναι μόνο σκληρό ως κατάσταση, είναι και ως φράση. Καλύτερα μέσα. Αρκετός κόσμος έκοψε και το σούπερ μάρκετ. Ηλεκτρονική παραγγελία και όποτε έρθει. Ούτε μετακίνηση 2, ούτε μετακίνηση 6, ούτε τίποτα. Ενάμιση μήνα μέσα. Και μπαλκόνι. Ή ταράτσα. Όπως ένας νεαρός που έκανε τζόκινγκ κάθε πρωί γύρω γύρω. Μετά σταμάτησα να τον βλέπω. Θα βαρέθηκε, ίσως. Κάπου διάβασα ότι ένας αθλητής στη Γαλλία έτρεξε πάνω κάτω στο μπαλκόνι του την απόσταση ενός μαραθωνίου.

Έχουμε μάθει να φοβόμαστε, αλλά έχουμε μάθει και να σκεφτόμαστε. Μπορεί να υπάρχει συγχρόνως και «απαγόρευση» και «ατομική ευθύνη»; Είναι συμπληρωματικά αυτά τα δύο; Δεν λέω γι’ αυτόν που έχει πυρετό και βήχα και αποφασίζει να πάει βόλτα με το λεωφορείο. Λέω ότι ο κ. Τσιόδρας το ξεκαθάρισε: «Το θέμα είναι να μη νοσήσουμε όλοι μαζί». Η ατομική ευθύνη να καλύψει την κρατική ανευθυνότητα. Το σύστημα υγείας δεν αντέχει. Δεν είναι πολιτικό το ζήτημα, προφανώς, ούτε αφορά την τρέχουσα κυβέρνηση ούτε την προηγούμενη. Ούτε μόνο την Ελλάδα. Είδαμε συστήματα υγείας να καταρρέουν σε χώρες πολύ ισχυρότερες από τη δική μας. Έπρεπε να συμβεί μια πανδημία για να καταλάβουμε ότι ένα σύστημα υγείας πρέπει οπωσδήποτε και οποτεδήποτε να αντέχει. Ξέρω, δεν λειτουργεί έτσι ο κόσμος. Λειτουργεί όμως αλλιώς; Γιατί τελικά ατομική ευθύνη σημαίνει ότι κάποιος που δεν φταίει σε τίποτα πρέπει οπωσδήποτε και οποτεδήποτε να αντέχει.

otan-to-mpalkoni-mas-egine-to-neo-exo1
Μια ταράτσα στο Χαλάνδρι έγινε το νέο πάρκο για τη βόλτα του μικρού. (Φωτογραφία: ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ)

Βγήκε πάλι ο κύριος από το δώμα. Κάθε μέρα κάτι φτιάχνει. Τον έχω δει να βάφει, να επισκευάζει ένα ποδήλατο γυμναστικής, να μεταφυτεύει γλάστρες, να λαδώνει τα σίδερα της κούνιας να μην τρίζουν. Σήμερα έχει ανοίξει δύο μεγάλες ντουλάπες γεμάτες κουτιά και εργαλεία, τις έχει αδειάσει, τακτοποιεί και ξεκαθαρίζει. Από το σημείο που κάθομαι δεν μπορώ να διακρίνω το σπίτι του. Μένει σε ένα δωμάτιο ή ανεβαίνει από τον κάτω όροφο; Το βασίλειό του είναι έξω, πάντως, και είναι σαφές ότι ήταν κι από πριν. Αναρωτιέμαι αν το ευχαριστιέται. Ότι επιτέλους βρήκε τον χρόνο που χρειαζόταν να μπορέσει να ασχοληθεί με πέντε πράγματα που ήθελε. Συνέβη αυτό, αλλά συνέβη σε λίγους. Για τους περισσότερους η καραντίνα δεν ήταν ευκαιρία. Ήταν απλώς καραντίνα. Ούτε περισσότερες ταινίες είδαν, ούτε περισσότερα βιβλία διάβασαν, ούτε κοιμήθηκαν καλύτερα, ούτε έλυσαν τους μεγάλους τους υπαρξιακούς προβληματισμούς. Πώς πέρασε έτσι η ώρα; Τίποτα δεν έκανα πάλι.

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Δύο μικρά αγόρια παίζουν με τα αυτοκινητάκια τους για ώρα. Τα τσουλάνε, τα τσουγκράνε, τα πετάνε, βρίσκουν μια φοβερή ικανοποίηση σε όλο αυτό, φωνάζουν, γελάνε, τσακώνονται. Κάποια στιγμή ανοίγουν το λάστιχο, επικρατεί για λίγα λεπτά ένας πανικός και μετά τα αγόρια εξαφανίζονται στο εσωτερικό του σπιτιού βρεγμένα. Τι να σκέφτονται; Τις προάλλες μια μαμά με ένα μωρό, ενός έτους το πολύ, έκανε επίσκεψη στους γονείς της από το πεζοδρόμιο. Είχαν βγει εκείνοι στο μπαλκόνι, δεύτερος όροφος, μίλησαν λίγο, κοιτούσε το μωρό σαστισμένο. Τελικά κατέβασαν με σπάγκο ένα καλάθι. Κάτι πήρε από μέσα η μητέρα, το έβαλε κάτω από το καρότσι. Τάπερ;

otan-to-mpalkoni-mas-egine-to-neo-exo2
Όταν πέφτει ο ήλιος, έχει ακόμη λίγη δροσιά, όμως το μπαλκόνι αντικατέστησε τη βραδινή βόλτα και το ποτό – εδώ στην περιοχή του Ζωγράφου. (Φωτογραφία: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ)

Μετά ήρθε το βράδυ της Ανάστασης. Άνοιξαν τα μεγάφωνα από την εκκλησία της πλατείας, όλη η γειτονιά βγήκε με αναμμένα κεριά στα μπαλκόνια. Ήταν λίγο αμήχανα στην αρχή, κανείς δεν ήξερε γιατί ακριβώς βγήκε έξω. Για να δει τα πυροτεχνήματα; Για να γιορτάσει τη νίκη της ζωής; Γιατί δεν είχε τι άλλο να κάνει; Όμως, κοίτα, η ζωή συνεχίζεται. Είχε μια ζεστασιά το βράδυ της Ανάστασης. Ότι όλο αυτό το περνάμε μαζί. Ένας πλανήτης κλεισμένος μέσα να φοβάται το ίδιο ακριβώς πράγμα. Στην Αθήνα, στο Μιλάνο και στη Μαδρίτη, στο Παρίσι, στη Νέα Υόρκη, στο Ρίο, στο Τόκιο – στην ιαπωνική πρωτεύουσα αλλιώς το περίμεναν το 2020, αλλά οι Ολυμπιακοί Αγώνες αυτονόητα αναβλήθηκαν. Είναι η πρώτη φορά μετά τον πόλεμο που οι Αγώνες δεν θα πραγματοποιηθούν την προβλεπόμενη ημερομηνία. Κατά σύμπτωση, το 1940 ήταν προγραμματισμένοι να γίνουν και πάλι στην Ιαπωνία. Τέλος πάντων, θέλω να πω ότι είναι η πρώτη φορά μετά τον πόλεμο που όλος ο κόσμος αντιμετωπίζει κάτι συγχρόνως, που τα πρωτοσέλιδα και οι ανησυχίες είναι κοινά σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Κάθε μέρα, κάθε μέρα.

Όλο αυτό το περνάμε τόσο μαζί, που αναρωτιέμαι πώς αύριο μεθαύριο θα ξαναγίνουμε τόσο χώρια. Εκτός αν πιστεύει κανείς ότι στο εξής θα πάψουν οι πολεμικές συγκρούσεις, ότι δεν θα φεύγουν πια σαν κυνηγημένοι οι άνθρωποι από τις χώρες τους, ότι στις Βρυξέλλες θα επικρατήσει ο σεβασμός στις ανθρώπινες αξίες, ότι οι λαϊκιστές θα σταματήσουν να διχάζουν. Ότι θα γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Όλοι μαζί τώρα, μετά πάλι χώρια. Ήταν χαριτωμένη αυτή η αίσθηση ενότητας στις γειτονιές, αλλά ο κύριος απέναντι που δουλεύει στο λάπτοπ του θα ξαναπάει στο γραφείο του, την καθημερινή του παρουσία θα την ξεχάσω, αν τον πετύχω κάποια στιγμή ενώ ξεπαρκάρω, ίσως σκεφτώ ότι κάτι μου θυμίζει. Αυτό το όλοι μαζί κάτι θα μας θυμίζει.

ΒΛΕΠΩ, ΑΚΟΥΩ, ΜΥΡΙΖΩ

Σε ένα μπαλκόνι της πολυκατοικίας στο πλάι, έναν όροφο κάτω από τον δικό μου, βγαίνουν κάθε τόσο δύο γυναίκες, μητέρα και κόρη, τις ξέρω φατσικά, παλιότερα τις συναντούσα και στον δρόμο. Στέκονται όρθιες, φαντάζομαι ότι κάνουν διάλειμμα από κάτι, αλλά η τέντα είναι μόνιμα κατεβασμένη, οπότε δεν τις βλέπω, διακρίνω μόνο τα χέρια τους, τέσσερα χέρια στο πρεβάζι, κρατάνε καφέ και τσιγάρο. Φτάνει στα αυτιά μου ένας ψίθυρος, κουβεντιάζουν τα καθημερινά ή ονειρεύονται, ποιος ξέρει. Έτσι κι αλλιώς, το μπαλκόνι δεν είναι μόνο ό,τι βλέπεις αλλά και ό,τι ακούς. Ένα μεσημέρι, μέσα στην απόλυτη ησυχία, άκουσα ζάρια να χτυπούν πάνω σε ξύλο. Τάβλι; Δυο τρεις φορές κάποιος από τη γειτονιά ένιωσε την ανάγκη να βάλει λίγο πιο δυνατά τη μουσική. Και κάποια πρωινά, από το διώροφο της γωνίας, άκουσα τα πλήκτρα ενός πιάνου. Εξάσκηση. Νομίζω είναι ένα κοριτσάκι που μαθαίνει. Ένα απόγευμα έγινε κι ένας μεγάλος καβγάς: δεν κατάφερα να προσδιορίσω από πού ακριβώς έρχονταν οι φωνές, αλλά ήταν σαφές ότι ένας άντρας και η μητέρα του, μεγάλη σε ηλικία, έμοιαζαν για μισή ώρα αποφασισμένοι να λύσουν τις διαφορές μιας ολόκληρης ζωής.

otan-to-mpalkoni-mas-egine-to-neo-exo3
Γυμναστική σε ένα μπαλκόνι στον Κεραμεικό. (Φωτογραφία: Δημήτρης Μιχαλάκης)

Το μπαλκόνι είναι ό,τι βλέπεις και ό,τι ακούς, αλλά είναι και ό,τι δεν ακούς. Τα βράδια, ας πούμε, είχα συνηθίσει παλιότερα στη βοή από τη γειτονική λεωφόρο. Αυτόν τον καιρό όχι. Καμία βοή. Ούτε ακούγονται πια οι παρέες των εφήβων που κάθε σαββατόβραδο περνούσαν θορυβωδώς πηγαίνοντας στην πλατεία. Πώς να εκτονώνονται όλο αυτόν τον καιρό; Τηλέφωνο;  Ίντερνετ; Παιχνίδια; Πώς θα τους φανεί όταν γυρίσουν στο σχολείο;

Τα μπαλκόνια είναι επίσης ό,τι μυρίζεις. Κάθεσαι δέκα λεπτά και είναι πια σαφές ότι είναι άνοιξη. Πρωτομαγιά στο σπίτι, τι παράξενο. Κοίτα, άνθισε η καμέλια. Η κυρία με τη ροζ ρόμπα και τον σκύλο, πάνω κάτω, κλαδεύει, ποτίζει, μυρίζει. Καλημέρα σας.

otan-to-mpalkoni-mas-egine-to-neo-exo4
Ζωγράφου: Ακόμα και σε ένα μικρό μπαλκόνι μπορεί κανείς να χαρεί τις ανοιξιάτικες μέρες. (Φωτογραφία: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ)

Λόγω αρχιτεκτονικής και θερμοκρασίας, τα μπαλκόνια ήταν από πριν μια σημαντική παράμετρος στην κουλτούρα της καθημερινότητάς μας, όμως τον τελευταίο καιρό αυτά τα λίγα (ή και πολύ λίγα) τετραγωνικά, με ωραία ή καθόλου θέα, απέκτησαν μια νέα διάσταση, αποτέλεσαν έναν μέσο όρο του μέσα και του έξω, ένα περίπου, μαρτύρησαν κάποια παραπάνω μυστικά μας, αποκάλυψαν στιγμές της ιδιωτικής μας ζωής. Ήταν η βόλτα μας, η καφετέρια, η δουλειά, το γυμναστήριο, το βραδινό ποτό.

Αυτές τις γραμμές τις γράφω στο μπαλκόνι και κάθε τόσο κοιτάζω στο βάθος τα σπίτια της πόλης. Έπεσε ο ήλιος. Πάει και σήμερα. Αύριο βγαίνουμε. Ήρθε η περίφημη επόμενη μέρα, χωρισμένη κι αυτή στη μέση: μισή ανακούφιση, μισή ανησυχία. Μέχρι να βρεθεί το εμβόλιο, φαντάζομαι, ή έστω κάποια πολύ αποτελεσματική θεραπεία, τα μπαλκόνια μας θα είναι το μόνο ασφαλές «έξω». Και η ζωή συνεχίζεται.