ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Το μετέωρο βήμα του σινεμά

to-meteoro-vima-toy-sinema-2380024

Πώς η πανδημία προκάλεσε μια πολυεπίπεδη αναταραχή στον κόσμο του θεάματος, επικυρώνοντας την κυριαρχία των υπηρεσιών streaming αλλά και τον θάνατο της κινηματο- γραφικής αίθουσας.

Το αναμενόμενο άνοιγμα των θερινών κινηματογράφων σε μία εβδομάδα θα είναι ένα ενδιαφέρον πείραμα, όπως και η διακριτική αναβίωση των drive-in. Έπειτα από μήνες, θα δούμε μια ταινία σε μεγάλη οθόνη, υπό περίεργες συνθήκες, πάντως, κάπως αμήχανα και με έναν προφανή προβληματισμό. Για πόσο καιρό ακόμα το να πηγαίνουμε σινεμά, αυτή η κλασική επιλογή διασκέδασης, μία από τις πιο διαδεδομένες του τελευταίου αιώνα σε όλο τον κόσμο, θα αποτελεί όντως επιλογή; Κάποια στιγμή η πανδημία θα περάσει, θα αρθούν οι περιορισμοί, θα πάψουμε να φοβόμαστε, αλλά πόσες αίθουσες θα έχουν μείνει μέχρι τότε ανοιχτές; Πόσο θα έχει αλλάξει ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε το σινεμά; Ή μήπως είχε ήδη αλλάξει;

to-meteoro-vima-toy-sinema0
Η άνοιξη της Πράγας: τα σινεμά άνοιξαν προ ημερών στην Τσεχία, και θα πρέπει να φιλοξενούν λιγότερα από 100 άτομα. © EPA/MARTIN DIVISEK via Getty Images / Ideal Image
 

H AMC, η μεγαλύτερη αλυσίδα κινηματογράφων στον κόσμο (με περισσότερες από 1.000 αίθουσες και 25.000 υπαλλήλους), βρισκόταν ήδη στο όριο της χρεοκοπίας, με μια τρύπα 5 δισ. δολαρίων στα ταμεία της, ενώ συγκεκριμένα για το 2019 κατέγραψε ζημία 149 εκατ. δολαρίων. Όλα αυτά πριν ο κορονοϊός αποτελέσει οποιονδήποτε παράγοντα και πριν προσθέσουμε στο λεξιλόγιό μας τον όρο «κοινωνική αποστασιοποίηση». Η σχέση του κόσμου με τον κινηματογράφο βρισκόταν σε κρίση, δηλαδή, πριν από την πανδημία, και το lockdown ήταν «σαν να ρίχνεις λάδι στη φωτιά», όπως είπε στο περιοδικό Time ο Ρίτσαρντ Γκρίνφιλντ, αναλυτής μίντια. «Η φετινή αναμενόταν να είναι η χειρότερη χρονιά στην ιστορία των αιθουσών πριν εμφανιστεί ο κορονοϊός». Υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο: το 1930 το 65% των Αμερικανών πήγαιναν στο σινεμά μία φορά την εβδομάδα, ένα ποσοστό που στις μέρες μας έφτασε στο 10%. Αυτή η ελεύθερη πτώση στα εισιτήρια, πάντως, δεν καταγράφεται παντού στον κόσμο με τον ίδιο τρόπο – στην Ευρώπη, για παράδειγμα, η κρίση είναι πολύ πιο ελεγχόμενη από ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες.

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΜΑΧΕΣ ΤΟΥ ΣΙΝΕΜΑ

Ο πρώτος μεγάλος «εχθρός» του κινηματογράφου υπήρξε η τηλεόραση. Μια συγγενής πρόταση διασκέδασης, αν και συνήθως πολύ διαφορετική, η ευκολία όμως της οποίας κράτησε πολλούς σινεφίλ στο σπίτι. Αργότερα ήρθαν οι βιντεοκασέτες και τα DVD, μετά ήρθε το ίντερνετ. Ο κόσμος άρχισε να περνάει περισσότερο χρόνο μπροστά στον υπολογιστή, ενίοτε βλέποντας και ταινίες, οι οποίες μάλιστα κυκλοφορούσαν ελεύθερες σε εκατοντάδες πειρατικές σελίδες. Και μετά ήρθε το Netflix.

Οι υπηρεσίες streaming μας έδωσαν τη δυνατότητα (αν και καμιά φορά μοιάζει με ψευδαίσθηση) να νιώσουμε ότι ως θεατές είμαστε παντοδύναμοι, έχοντας ατελείωτες επιλογές την ώρα ακριβώς που θέλουμε να τις έχουμε, έναντι μάλιστα μιας μάλλον χαμηλής αμοιβής. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι οι πλατφόρμες τύπου Netflix άνθησαν σε μια περίοδο παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης. Το εισιτήριο του σινεμά (που διαχρονικά αυξανόταν, συν το ποπ κορν και τη μετακίνηση) ήταν ένα υπολογίσιμο έξοδο, τη στιγμή που με τα ίδια περίπου χρήματα μπορούσαμε να δούμε όσες ταινίες και σειρές θέλαμε από τον καναπέ μας. Και κάπως έτσι φτάσαμε φέτος να σχολιάζουμε με αμηχανία ότι οι πρωτότυπες παραγωγές του Netflix συγκέντρωσαν περισσότερες υποψηφιότητες για Όσκαρ από οποιοδήποτε άλλο στούντιο. Ήταν μια απόδειξη της δύναμης που σταδιακά απέκτησαν οι πλατφόρμες αυτές, μια δύναμη που κατ’ επέκταση τους επιτρέπει να ορίζουν τις νέες τάσεις, όπως το ότι μια καινούργια ταινία δεν είναι πλέον απαραίτητο να προβληθεί στις αίθουσες πριν διατεθεί οπουδήποτε αλλού. Οι μεγάλες παραγωγές του Netflix («Roma», «Ιρλανδός», «Ιστορία γάμου» κ.ά.) προβλήθηκαν online παράλληλα ή και νωρίτερα από τα σινεμά. Ένα «δεδικασμένο» που προηγήθηκε του κορονοϊού και πιθανότατα, με τα σημερινά δεδομένα, μας δείχνει μια εικόνα από την επόμενη μέρα.

to-meteoro-vima-toy-sinema2
Η αφίσα της νέας ταινίας του Τζέιμς Μποντ άργησε να κατέβει στην Μπανγκόκ. Η πρεμιέρα του «No time to die» αναβλήθηκε για το φθινόπωρο. (Φωτογραφία: AFP/VISUALHELLAS.GR)

Οι αντιδράσεις των μεγάλων στούντιο του Χόλιγουντ αυτόν τον καιρό υπήρξαν ποικίλες: ορισμένες σημαντικές πρεμιέρες αναβλήθηκαν – το «No time to die», για παράδειγμα, η νέα ταινία του Τζέιμς Μποντ, πήρε νέα ημερομηνία για το φθινόπωρο. Η Paramount επέλεξε να πουλήσει την ταινία «The Lovebirds» στο Netflix, καθώς δεν μπορούσε να την προωθήσει μέσω των αιθουσών. Η Disney πρόλαβε να διανείμει την καινούργια δουλειά της Pixar, «Onward», αλλά καθώς οι αίθουσες σε όλο τον κόσμο έκλειναν η μία μετά την άλλη, αποφασίστηκε η ταινία να διατεθεί στην πλατφόρμα Disney+. Την ίδια στιγμή, η Universal δεν ανέβαλε την προγραμματισμένη πρεμιέρα του «Trolls World Tour», αλλά αντιθέτως την προσέφερε διαδικτυακά, και μάλιστα έναντι 19,99 δολαρίων. Ο κόσμος ανταποκρίθηκε: η ενοικίαση της ταινίας απέφερε στην εταιρεία κέρδος 100 εκατ. δολαρίων μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα. Ο διευθύνων σύμβουλος της Universal, Τζεφ Σελ, υποστήριξε ότι η εταιρία πλέον σκέφτεται να συνεχίσει να παρέχει τις καινούργιες της ταινίες και σε ψηφιακή μορφή ακόμα και μετά το άνοιγμα των αιθουσών.

ΤΑ ΔΥΟ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ

Τα νέα μέσα προσφέρουν ευκολία, άνεση, πιθανόν καλύτερες τιμές, προσφέρουν επίσης αυτό που θεωρείται σύγχρονο και συνεπές σε μια κοινωνία που βασίζεται στην τεχνολογία, ωστόσο δεν μπορούν να προσφέρουν δύο πράγματα στα οποία η αίθουσα «κερδίζει». Το πρώτο είναι η εμπειρία της μεγάλης οθόνης. Η ποιότητα της εικόνας και του ήχου, η αίσθηση της συμμετοχής, η μυρωδιά του χώρου, τα φώτα που σβήνουν, τα αναπαυτικά καθίσματα. Δεκάδες σκηνοθέτες έχουν υποστηρίξει ότι οι ταινίες τους γυρίζονται για να προβάλλονται στα σινεμά και όχι στα λάπτοπ και στις τηλεοράσεις. Αυτό είναι κάτι που δεν θα αλλάξει. Πάντα θα είναι καλύτερα στη μεγάλη οθόνη.

Το δεύτερο πλεονέκτημα της αίθουσας, όμως, τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση, μέχρι τουλάχιστον να επαναλειτουργήσουν οι κινηματογράφοι. Είναι η κοινωνική διάσταση. Το σινεμά ως βόλτα, ως συνάντηση με φίλους, ως ραντεβού το Σάββατο το βράδυ.

Πόσο καιρό θα μας πάρει να νιώσουμε άνετα να πάμε οικειοθελώς σε έναν κλειστό χώρο όπου για λόγους ασφαλείας ο διπλανός μας θα πρέπει να κάθεται τρεις θέσεις παραδίπλα; Εν τω μεταξύ, ακόμα και η πιθανή πληρότητα μιας αίθουσας θα ισοδυναμεί για λόγους ασφαλείας με το μισό της χωρητικότητάς της, γεγονός εξαιρετικά επιζήμιο για μια επιχείρηση που περιμένει λίγες καλές βραδιές κάθε σεζόν. Και φυσικά δεν αναφέρω καν το σενάριο ενός δεύτερου κύματος του ιού, που θα φέρει ένα καινούργιο lockdown το φθινόπωρο.  

to-meteoro-vima-toy-sinema4
Ο σχεδόν αιωνόβιος κινηματογράφος Pickwick στο Ιλινόι παραμένει κλειστός, ζητώντας ευγενικά από τον ιό να φύγει. © Roy Liu/Bloomberg via Getty Images / Ideal Image

Και μετά υπάρχει το ερώτημα τι ταινίες θα δούμε όταν ξαναρχίσουμε να πηγαίνουμε σινεμά. Γιατί δεν είναι μόνο ότι έκλεισαν οι αίθουσες, είναι και ότι σταμάτησαν τα γυρίσματα, ότι πάγωσε ολόκληρη η βιομηχανία. Είναι χαρακτηριστική η επιστολή της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου προς την κυβέρνηση, που ζητά να δρομολογηθεί με κάποιον τρόπο η επόμενη μέρα και, μεταξύ άλλων, να βρεθεί το πλαίσιο ώστε να συνεχιστούν οι παραγωγές που έμειναν στη μέση, κάτι που συνέβη φυσικά σε όλο τον κόσμο. Αυτή η διατάραξη της κανονικότητας θα δημιουργήσει αναμφίβολα μια αναστάτωση στον προγραμματισμό των επόμενων πολλών μηνών, και αυτό είναι ένα πρόβλημα που θα αντιμετωπίσουν όλοι: από το σινεμά της γειτονιάς μέχρι το Netflix.

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Οι αισιόδοξοι υποστηρίζουν ότι οι κινηματογράφοι επιβίωσαν τον 20ό αιώνα σε χειρότερες συνθήκες. Ισχύει, αλλά ποτέ δεν υπήρχε μια τόσο ξεκάθαρη εναλλακτική. Αυτό που επιβίωνε πάντα ήταν η τέχνη του κινηματογράφου. Έχει πολύ ενδιαφέρον το εξής: έναν αιώνα νωρίτερα, τα σινεμά είχαν κλείσει και πάλι εξαιτίας της ισπανικής γρίπης. Όταν πέρασε η απειλή, το τοπίο είχε προλάβει να αλλάξει. Ο σινεκριτικός Ρίτσαρντ Μπρόντι έγραψε σχετικά στο New Yorker περιγράφοντας ότι οι μικρές εταιρείες έκλεισαν, με αποτέλεσμα οι μεγάλες να γίνουν ακόμα μεγαλύτερες.  Έτσι δημιουργήθηκαν τα πανίσχυρα χολιγουντιανά στούντιο, που κυριάρχησαν τις επόμενες πολλές δεκαετίες. Η ισπανική γρίπη, δηλαδή, δεν σκότωσε τον κινηματογράφο, αλλά τον διαμόρφωσε. Αντιστοίχως και σήμερα. Το σινεμά δεν θα χαθεί. Ο τρόπος που το παρακολουθούμε είναι που θα αλλάξει.    
 
Μπορούμε, πάντως, να παραμείνουμε αισιόδοξοι. Να ελπίσουμε ότι οι κυβερνήσεις θα στηρίξουν τα σινεμά και μαζί με αυτά αμέτρητες θέσεις εργασίας. Ότι θα βρεθεί ένας τρόπος. Μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι, αλλά και λίγο ρεαλιστές. Ότι πολλές αίθουσες θα σωθούν, αλλά ότι κάποιες άλλες θα κλείσουν. Ίσως να έκλειναν έτσι κι αλλιώς, αλλά ίσως τώρα κλείσουν πιο γρήγορα. Ή μπορούμε να είμαστε απαισιόδοξοι. Ότι η πανδημία θα παγιώσει μια κατάσταση και ότι σε βάθος χρόνου οι κινηματογράφοι θα μείνουν ζωντανοί μόνο για πρεμιέρες, για φεστιβάλ ή για διάφορα events. Ότι το σινεμά θα γίνει ένα είδος πολυτελείας, με κάποια σκόρπιες αίθουσες που θα λειτουργούν ως λέσχες, συντηρώντας, για όποιον ενδιαφέρεται, μια όμορφη παράδοση. Ε, τότε θα πηγαίνουμε εκεί. ■