ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Το ξενοδοχείο με το κακό όνομα

 © AFP/visualhellas.gr

Μια ιστορία για το Δουβλίνο, τον Τζέιμς Τζόις, τους απογόνους του και κάποιες μακάβριες περιπέτειες.

Κατ’ αρχάς δεν ξέρω πόσο καλή ιδέα μπορεί να θεωρηθεί να μετατραπεί σε ξενοδοχείο ένα σπίτι που στη ζωή της πόλης του Δουβλίνου είναι γνωστό ως το «σπίτι των νεκρών». Κάπως απωθητικό για τον επισκέπτη, στο άκουσμα έστω. Οι περί ων ο λόγος νεκροί, πάντως, δεν αντιστοιχούν ακριβώς σε πρόσωπα, αλλά περισσότερο σε έναν τίτλο, και συγκεκριμένα τον τίτλο του διηγήματος «Οι νεκροί» του Τζέιμς Τζόις, το οποίο έναν αιώνα και πλέον μετά τη συγγραφή του έχει κερδίσει τη φήμη πιθανόν του σημαντικότερου διηγήματος που γράφτηκε ποτέ στην αγγλική γλώσσα. Μπορείτε να το διαβάσετε στη συλλογή «Δουβλινέζοι», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από αρκετές εκδόσεις. Η ιστορία μεταφέρθηκε και στο σινεμά το 1987 με το ίδιο όνομα, στην τελευταία ταινία που σκηνοθέτησε ο Τζον Χιούστον. Το θέμα, λοιπόν, είναι τώρα ότι το σπίτι αυτό των προγόνων του Τζόις, το οποίο λειτούργησε κάποτε ως σκηνικό έμπνευσης για τη συγγραφή της ιστορίας των «Νεκρών», αναμένεται να μετατραπεί σε ξενοδοχείο. Αυτά είναι τα τελευταία νέα και φαίνεται ότι δεν βοήθησε τελικά η επιστολή διαμαρτυρίας που έστειλαν πριν από λίγο καιρό στις αρχές 99 συγγραφείς και ακαδημαϊκοί, ώστε να «διασωθεί ένα μοναδικό κομμάτι της εθνικής μας κληρονομιάς».  

Κοιτάζω τη λίστα των 99: αρκετά μεγάλα ονόματα (ΜακΓιούαν, Ρουσντί, Μπαρνς, Ρίτσαρντ Φορντ κ.ά.), αλλά κυρίως Ιρλανδοί, σχεδόν όλοι οι σημαντικοί σύγχρονοι συγγραφείς της χώρας ενώθηκαν, έστω και ανεπιτυχώς, για να διαφυλάξουν τη μνήμη του πνευματικού τους πατέρα. Στη λίστα υπάρχει το όνομα του Μπάνβιλ, του Τόιμπιν και της Αν Ενράιτ, πρώτο πρώτο είναι το όνομα της 29χρονης Σάλι Ρούνεϊ και λίγο πιο κάτω της 89χρονης Έντνα Ο’Μπράιεν, η οποία κάποτε έγραψε και μια βιογραφία του Τζόις («James Joyce: Η απόκρημνη όψη μιας μεγαλοφυΐας», εκδ. Νεφέλη). Η Ο’Μπράιεν είναι ακόμα δραστήρια συγγραφικά και το περσινό της μυθιστόρημα, «Κορίτσι», μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος. Πρόκειται για την αφήγηση μιας νεαρής κοπέλας που απέδρασε από τα χέρια της Μπόκο Χαράμ στη Νιγηρία. Κοιτάξτε σύμπτωση: την αφήγηση ενός άλλου κοριτσιού, της Γουινόνα, μιας Ινδιάνας που επίσης επιβίωσε από τη σφαγή της φυλής της, διαβάζουμε στο επίσης λίγων ημερών «Χίλια φεγγάρια» (εκδ. Ίκαρος) του επίσης Ιρλανδού Σεμπάστιαν Μπάρι, σημαντικότατου εκπροσώπου της λογοτεχνίας της χώρας. Για λόγους που αγνοώ, πιθανόν δεν έτυχε, το δικό του όνομα δεν βρίσκεται στη λίστα. 

Τα δύο βιβλία που προανέφερα δεν παραπέμπουν σε ό,τι έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε από τους Ιρλανδούς, που συνήθως έχουν μια λογική εσωστρέφεια στη θεματολογία τους και ασχολούνται κυρίως με τη φυσιογνωμία της χώρας και των ανθρώπων της. Όπως ο Τζόις. Ή όπως ο Μάρτιν Ο’Κάιν (1906-1970), τον οποίο έχουμε την ευκαιρία να διαβάσουμε για πρώτη φορά στα ελληνικά χάρη στο «Η ζωή κάτω από το χώμα» (εκδ. Καστανιώτη). Είναι ένα πολύ ιδιαίτερο μυθιστόρημα, η επιτομή αυτού που λέμε μαύρο χιούμορ. Εδώ οι νεκροί συνομιλούν μετά την ταφή τους, συντηρούν τη συνείδησή τους και μαθαίνουν τα νέα των ζωντανών. Θεματολογικά ίσως σας θυμίζει το «Λήθη και Λίνκολν» (εκδ. Ίκαρος) του Τζορτζ Σάντερς, θα βρείτε και μερικά «μπεκετικά» στοιχεία, αν και περισσότερο στο ύφος παραπέμπει στον «Τρίτο αστυφύλακα» (εκδ. Αλεξάνδρεια) του Φλαν Ο’Μπράιαν (1911-1966), άλλος υπέροχος Ιρλανδός αυτός. 

Όλα αυτά περί ιρλανδικής λογοτεχνίας, που αρχίζουν πάντα από τον Τζόις, κατά κάποιον τρόπο πρέπει και να καταλήγουν σε αυτόν. Το 2021 θα συμπληρωθούν 80 χρόνια από τον θάνατό του και το 2022 θα συμπληρωθούν 100 χρόνια από την κυκλοφορία του «Οδυσσέα». Οι δύο αυτές επέτειοι έχουν ανοίξει έναν φάκελο συζήτησης σχετικά με την επιστροφή της σορού του στην Ιρλανδία (βρίσκεται θαμμένος στη Ζυρίχη, όπου πέθανε, μαζί με τη σύζυγό του Νόρα και τον γιο τους Τζόρτζιο), μια επιστροφή που δεν συνέβη ποτέ εν ζωή, από τη στιγμή και μετά που ο συγγραφέας αυτοεξορίστηκε για να αποφύγει τον συντηρητισμό της ιρλανδέζικης κοινωνίας και την ασφυξία της καθολικής πίστης, στοιχεία που είναι εμφανή και στο έργο του. Για να δούμε, λοιπόν, τον έχει συγχωρέσει η Ιρλανδία που την αρνήθηκε; ■