ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Λισαβόνα, 1936

Λισαβόνα, 1936

Η χρονιά που ο Ζοσέ Σαραμάγκου συνάντησε τον Φερνάντο Πεσόα.

Τα μηνύματα από όλη την Ευρώπη είναι δυσοίωνα, ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι είναι πανίσχυροι, ο ισπανικός εμφύλιος είναι έτοιμος να ξεσπάσει, στην Πορτογαλία η εξουσία έχει περάσει στα χέρια του δικτάτορα Σαλαζάρ. Σε αυτό το σκηνικό αβεβαιότητας φτάνει στο λιμάνι της Λισαβόνας ο Ρικάρντο Ρέις, έπειτα από παραμονή 16 ετών στη Βραζιλία. Είναι γιατρός, κατά κάποιον τρόπο, αλλά περισσότερο είναι ποιητής, όμως αυτό που κυρίως τον προσδιορίζει είναι η αινιγματική του διάθεση και η ασάφεια που χαρακτηρίζει τις προθέσεις του. Αν το καλοσκεφτούμε, ο Ρικάρντο Ρέις θα έπρεπε να είχε πεθάνει λίγους μήνες νωρίτερα μαζί με τον δημιουργό του, Φερνάντο Πεσόα, καθώς δεν είναι άλλος από έναν από τους διάσημους ετερώνυμους που δημιούργησε ο Πεσόα ως παράλληλες προσωπικότητες με τη δική του. Όμως ο Ρέις αξιοποιεί εδώ τα πλεονεκτήματα της φανταστικής του φύσης, αυτονομείται και αποκτά ρόλο πρωταγωνιστή διά χειρός Ζοζέ Σαραμάγκου σε αυτό το εκπληκτικό μυθιστόρημα με τίτλο «Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις», που επανακυκλοφόρησε προ ημερών σε νέα μετάφραση από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Η ιστορία ασφαλώς είναι μπερδεμένη, καθώς καταγράφεται εδώ ένα λογοτεχνικό δάνειο από τον έναν μεγάλο Πορτογάλο (Πεσόα) στον άλλο (Σαραμάγκου), με τον δεύτερο να διαπρέπει σε ένα διακειμενικό, μεταμυθοπλαστικό παιχνίδι, γεμάτο καθρέφτες, που μεταφράζουν την αλήθεια σε ψέμα και το αντίστροφο. Αυτό το αφηγηματικό εύρημα αποτελεί το όχημα του Σαραμάγκου για να εξετάσει την εποχή, την πόλη της Λισαβόνας, τη λογοτεχνική κληρονομιά του Πεσόα, να στοχαστεί για την απώλεια, την ταυτότητα, τον προορισμό, την ανθρώπινη κατάσταση. Στο αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας εμφανίζεται και ο ίδιος ο Πεσόα, ανασταίνεται, συζητά με το δημιούργημά του και τον απορροφά.

Ο Πεσόα πέθανε το 1935, ο Ρικάρντο Ρέις έζησε μερικούς μήνες ακόμα, ο Σαραμάγκου τότε ήταν 14 χρονών. Το βιβλίο το έγραψε το 1984. Το 1998 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ. Πέθανε το 2010. Ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα.

Η ΠΟΛΗ ΤΟΥ 

Στο μυθιστόρημα είναι κυρίαρχη η πόλη της Λισαβόνας, η πόλη του Πεσόα. Άλλωστε ο ίδιος βρίσκεται πάντα εκεί, όπως βλέπουμε στη φωτογραφία, καθισμένος νύχτα μέρα στο ιστορικό καφέ Μπρασιλέιρο στη συνοικία Σιάδο, όχι μακριά από το σπίτι όπου γεννήθηκε. Η σχέση του με την πόλη υπήρξε έντονη και αποτυπώθηκε σε πλήθος γραπτών του, μέρος των οποίων συγκεντρώθηκε πριν από κάποια χρόνια στην πολύ όμορφη έκδοση «Ω Λισαβόνα, σπίτι μου!» (εκδ. Gutengerg), ένα άθροισμα ποιημάτων, πεζών αποσπασμάτων και αλληλογραφίας με την υπογραφή του Πεσόα ή κάποιου εκ των ετερώνυμών του. Για παράδειγμα, γράφει κάπου ως Μπερνάρντο Σοάρες: «Και πάντα, πάντα, σαν σ’ ένα μέρος του εγκεφάλου μου που έγινε ανεξάρτητο, ηχούν, ηχούν, ηχούν κλίμακες, κάτω, πάνω από το πρώτο σπίτι της Λισαβόνας που έμεινα κάποτε».
 
Πρόσφατα κυκλοφόρησαν δύο ακόμα εκδόσεις του Πεσόα, μια ανθολογία διηγημάτων με τίτλο «Περί θανάτου και άλλων δαιμονίων» (εκδ. Gutenberg) και επίσης το «Είκοσι ένα χαϊκού» (εκδ. Printa), μια διαφορετική έκφραση που μαρτυρά το ενδιαφέρον του συγγραφέα για την ιαπωνική κουλτούρα.

lisavona-19360