ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Η Σανέμ, η Χαντέ και η Τουρκία που άφησαν πίσω

Δύο νέες γυναίκες που επέλεξαν να ζουν στην Ελλάδα, έχουν πολλά να πουν και για τις δύο πατρίδες τους.

i-sanem-i-chante-kai-i-toyrkia-poy-afisan-piso

Η Σανέμ και η Χαντέ περπατούν στα σοκάκια της Αθήνας με εντυπωσιακή οικειότητα. Από τη μία πλευρά οι δύο νεαρές Τουρκάλες κουβαλάνε μαζί μια βαλίτσα γεμάτη αναμνήσεις από την πολύπλοκη χώρα τους και από την άλλη, χιλιάδες εύστοχες παρατηρήσεις για την ελληνική κοινωνία, στην οποία ανήκουν τα τελευταία χρόνια. Αμφιταλαντευόμενες μεταξύ της εκπληκτικής πλέον εξοικείωσης με την Ελλάδα και των αντιθέσεων με την πατρίδα τους, και στον απόηχο της πυροδότησης του κινήματος του #MeToo στην Ελλάδα και αρκετά νωρίτερα και στην Τουρκία, οι δύο γυναίκες περπατούν στο κέντρο της Αθήνας, ανταλλάσσοντας βιώματα και σκέψεις για τον σύγχρονο φεμινισμό.

«Έφτασα στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 2018», θυμάται η 31χρονη Σανέμ, η οποία μετά από σχεδόν τρία χρόνια στην Αθήνα μιλάει αφοπλιστικά άπταιστα τα ελληνικά. «Με την Ελλάδα είχα ένα πρώτο πάθος από όταν ήμουν παιδί, όταν και καταπιάστηκα λίγο με τη γλώσσα. Αποφάσισα να μετακομίσω εδώ, ακριβώς γιατί η Ελλάδα θυμίζει σε τόσο πολλά τη χώρα μου, εκτός από μερικούς παράγοντες που έκαναν τη ζωή εκεί ανυπόφορη και τους οποίους πλέον δεν υπάρχει καν λόγος να κατονομάσω», συμπληρώνει. Ως καλλιτέχνις, η Σανέμ έβρισκε το περιβάλλον της αυτολογοκρισίας στην Τουρκία αποπνικτικό. «Γι’ αυτό ακριβώς ήρθα στην Ελλάδα: για να τιμήσω την ελευθερία μου να εκφράζομαι», δηλώνει περήφανα.

Η 25χρονη Χαντέ θυμάται να μεγαλώνει με την οικογένειά της στο Μπόντρουμ, με αιώνια θέα την απέναντι ελληνική ακτή. «Έχω αναπτύξει ένα βαθύ ακαδημαϊκό πάθος για την Ελλάδα – μάλιστα κατά τη διάρκεια του προπτυχιακού μου στην Τουρκική Γλώσσα και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου, έκανα διάφορες συγκριτικές μελέτες και αναλύσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Σήμερα ολοκληρώνω το μεταπτυχιακό μου πρόγραμμα στην Αθήνα, στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, και η διπλωματική μου εργασία εξετάζει τα ανερχόμενα φεμινιστικά κινήματα στην Ελλάδα και την Τουρκία», προσθέτει. Πέρα από τα ακαδημαϊκά της ενδιαφέροντα, η Χαντέ πιστεύει βαθύτατα πως οι δύο κοινωνίες έχουν τη δυνατότητα να ενισχύσουν σημαντικά τις σχέσεις και τις αλληλεπιδράσεις τους. «Τα βιώματά μου με ώθησαν να έρθω στην Ελλάδα, για να παρατηρήσω και να κατανοήσω βαθύτερα την ελληνική κοινωνία», αναφέρει με χαμόγελο.

i-sanem-i-chante-kai-i-toyrkia-poy-afisan-piso0

Η άβολη συγκατάβαση των άλλων

Δεν χωρά αμφιβολία πως οι δύο Τουρκάλες έχουν προσαρμοστεί πλήρως στην ελληνική πραγματικότητα. Ωστόσο, τόσο η Σανέμ όσο και η Χαντέ βρίσκονται ενίοτε αντιμέτωπες με προκαταλήψεις, στερεότυπα κι ένα άβολο αίσθημα συγκατάβασης. «Μιλώντας για τον εαυτό μου, δεν επιθυμώ τη λύπηση κανενός και δεν θέλω να περιορίζω τον εαυτό μου στην εθνικότητα, στο εθνικό υπόβαθρο ή στη θρησκεία μου», απαντά η Χαντέ, σκεπτόμενη το πώς την αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία ως γυναίκα από την Τουρκία. «Γενικά παρατηρώ πως ο δυτικός κόσμος θεωρεί ότι καθορίζει μόνος του και αφ’ υψηλού την ορολογία του φεμινισμού και των δικαιωμάτων των γυναικών. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν πολλά ζητήματα που επιμένουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στην Τουρκία έχουμε πραγματικά τεράστιες προκλήσεις, αλλά παράλληλα και μια τεράστια ομάδα γυναικών που προσπαθεί να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της, να ευαισθητοποιήσει την κοινωνία και να καταπολεμήσει τις νομικές προκλήσεις. Έχουμε ένα πολύ δυναμικό φεμινιστικό κίνημα», καταλήγει.

Σύγχρονος οριενταλισμός

Η Σανέμ συμφωνεί απολύτως. «Οι χώρες δεν κινούνται με γραμμικό ρυθμό και η Δύση δεν προχωρά πάντοτε μπροστά, ανοίγοντας τον δρόμο για τους υπολοίπους», αναφέρει, θυμίζοντας πως η Τουρκία είχε ήδη την πρώτη γυναίκα πρωθυπουργό πολλά χρόνια πριν σε σχέση με δεκάδες δυτικά κράτη. «Επικρατεί ένας ευρύτερος σύγχρονος οριενταλισμός στην Ευρώπη, όχι μόνο στην Ελλάδα, που πιστεύω ότι αντιμετωπίζουν πολλές γυναίκες από μουσουλμανικές χώρες. Δεχόμαστε συχνά αμήχανες ερωτήσεις ή υποδείξεις για το πώς πρέπει να είμαστε ως γυναίκες, πώς να είμαστε ελεύθερες. Ε, λοιπόν, η σημερινή πραγματικότητα στην Τουρκία είναι πως ολοένα και περισσότερες νέες γυναίκες επιλέγουν από μόνες τους να μη φορούν μαντίλα. Υπάρχει ένα εκπληκτικό κίνημα φεμινισμού στη νέα γενιά», υπογραμμίζει.

Το όνειδος των γυναικοκτονιών

Φυσικά, και οι δύο γυναίκες αναγνωρίζουν πως η πραγματικότητα για τις γυναίκες στην Τουρκία παραμένει εξαιρετικά ζοφερή. «Οι γυναικοκτονίες είναι ένα τεράστιο φαινόμενο στην Τουρκία και φέτος υπήρξαν επιτέλους και γιγάντιες αντιδράσεις», δηλώνει με ανησυχία η Σανέμ, διαχωρίζοντας ωστόσο την κυβερνητική στάση από το κοινωνικό ρεύμα. «Εάν υπήρχε κάποιο δημοψήφισμα, είμαι σίγουρη πως οι περισσότεροι στην Τουρκία θα θεωρούσαν τις γυναικοκτονίες ένα από τα κορυφαία ζητήματα της χώρας», δηλώνει. «Ωστόσο, το πρόβλημα είναι ότι αυτά τα εγκλήματα δεν τιμωρούνται στην Τουρκία. Πρόκειται για μια κρατική πολιτική που έχει κλιμακωθεί τα τελευταία χρόνια, ακριβώς επειδή η κυβέρνηση παρατηρεί την κοινωνία να ανοίγεται και τις γυναίκες να είναι ολοένα και πιο ελεύθερες. Η τουρκική κυβέρνηση προσπαθεί να ακυρώσει τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, την οποία διοργάνωσε η ίδια το 2011, όταν θεωρούσε πως τη συνέφερε».

«Μια μεγάλη παρανόηση που συναντώ συχνά είναι η εντύπωση πως ο φεμινισμός στην Τουρκία περιορίζεται στην Κωνσταντινούπολη ή στα μητροπολιτικά κέντρα», συμπληρώνει η Χαντέ. «Αντιθέτως, λόγω του τεράστιου ψηφιακού μετασχηματισμού, οι ειδήσεις ταξιδεύουν ταχύτατα και το φεμινιστικό κίνημα εξαπλώνεται πολύ γρήγορα στη χώρα. Υπάρχει επίσης και ένα άλλο φαινόμενο: ακριβώς επειδή ζούμε υπό ένα αυταρχικό καθεστώς που καταπιέζει δικαιώματα, η κοινωνία κατανοεί ότι πρέπει να αναλάβει συλλογική δράση και συσπειρώνεται πίσω από τέτοια ζητήματα», σημειώνει.

i-sanem-i-chante-kai-i-toyrkia-poy-afisan-piso2

Το ελληνικό #MeToo

Παρά τις υπαρξιακές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στην Τουρκία, οι δύο γυναίκες θεωρούν πως και η Ελλάδα δεν αποτελεί κάποια φεμινιστική ουτοπία. Στον δημόσιο διάλογο μετά το ξέσπασμα του ελληνικού #MeToo, οι Τουρκάλες παρατηρούν αρκετά προβλήματα, ανάμεσα στα οποία την έλλειψη γυναικείων φωνών. «Θα σας φέρω ένα παράδειγμα: αυτή τη στιγμή η Τουρκία συζητά έντονα το ζήτημα του σωματικού ελέγχου στις φυλακές, ειδικά για γυναίκες κρατούμενες. Μέχρι και η κυβέρνηση του Ερντογάν κατανοεί πως για ένα τέτοιο ζήτημα οφείλει να μιλήσει μια γυναίκα πολιτικός – ακόμα και αν στο συγκεκριμένο παράδειγμα την εργαλειοποιεί. Στην Ελλάδα παρατηρώ δυστυχώς πως ακόμα και σήμερα, στον απόηχο του #MeToo, οι άνδρες μιλούν πολύ πιο συχνά για γυναικεία ζητήματα και δεν μοιράζονται τον δημόσιο λόγο με τις γυναίκες», αναφέρει η Σανέμ. «Θα συμφωνήσω», απαντά η Χαντέ. «Παρατηρώ έναν ισχυρό μηχανισμό πατριαρχικής κοινωνίας στην Ελλάδα, τον οποίο φυσικά βλέπουμε και στην Τουρκία», συμπληρώνει.

Μοντέλα έμπνευσης

Πηγή έμπνευσης και αισιοδοξίας και για τις δύο γυναίκες αποτελούν τα δεκάδες πρότυπα επιτυχημένων γυναικών στην Τουρκία. «Υπάρχουν τόσες δυναμικές γυναίκες. Από τη δημοσιογράφο Γκιουλτσέ Μπιρσέλ και τη Νεβσίν Μενγκού μέχρι τη μουσικό Γκαγιέ Σου Ακιόλ και πολλούς άλλους καλλιτέχνες. Ακόμα και η υπερδημοφιλής σειρά «Bir Bașkadır» («Ethos») στο Netflix πρόβαλε ρεαλιστικά πορτρέτα σύγχρονων γυναικών στην Τουρκία – η Χαντέ πρέπει να είναι η μόνη που δεν την έχει δει», αναφέρει η Σανέμ, και οι δύο κοπέλες ξεσπούν στα γέλια.

«Έχεις δίκιο», απαντά η Χαντέ. «Από την άλλη, νομίζω ότι μία ακόμη διαφορά είναι πως στην Τουρκία ένα μεγάλο κομμάτι του φεμινιστικού αφηγήματος λαμβάνει χώρα σε εναλλακτικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης από πολύ επιτυχημένα κανάλια και παραγωγούς περιεχομένου, σε πλατφόρμες όπως το Clubhouse, το IGTV ή το Instagram, για παράδειγμα. Υπάρχουν πολύ δημιουργικά προγράμματα που φέρνουν στο προσκήνιο πολύ σημαντικά φεμινιστικά ζητήματα», συμπληρώνει.

Ο ήλιος πλέον αρχίζει να δύει στην Αθήνα και η συζήτηση κυλάει σαν ποτάμι. «Ξέρεις, τελικά κάθε κοινωνία έχει ένα στάτους κβο: πώς είναι αυτή τη στιγμή, πώς αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και πού θέλει να πάει. Δεν είναι κάτι σταθερό. Βρίσκεται σε μόνιμη μεταμόρφωση», καταλήγει η Σανέμ, προτού προσθέσει την τελευταία της σκέψη: «Στην Τουρκία υπάρχει βαθύς διχασμός, αλλά ταυτόχρονα νομίζω πως αναγνωρίζουμε όλοι ότι έχουμε βαθιά προβλήματα σχετικά με τις γυναίκες. Το έχουμε προσδιορίσει. Στην Ελλάδα καμιά φορά σκέφτομαι πως το πρόβλημα είναι ακριβώς ότι δεν έχει προσδιοριστεί το πρόβλημα».■