Κορίνα Μεντζελοπούλου: Η Ελληνίδα στον «θρόνο» του γαλλικού αμπελώνα

«Ένας Έλληνας στο Μεντόκ; Αλήθεια;». Με έκπληξη –και σίγουρα με δυσπιστία– υποδέχτηκε ο κόσμος του γαλλικού κρασιού την πώληση στον Ανδρέα Μεντζελόπουλο, το 1977, του ιστορικού Château Margaux στο φιλέτο των αμπελώνων του Μπορντό. Ιδιοκτήτης της αλυσίδας καταστημάτων Felix Potin, ο Πατρινός που ήταν εγκατεστημένος στο Παρίσι πήρε τη μεγάλη απόφαση να αγοράσει «έναν εθνικό γαλλικό θησαυρό», όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο πρόεδρος Ζισκάρ Ντ’ Εστέν. Το έκανε μάλιστα σε μια περίοδο που η εμπορική του αξία είχε πάρει την κάτω βόλτα. Αμέσως εφάρμοσε ένα σχέδιο αναβάθμισης σε επίπεδο ανθρώπινου δυναμικού και σε μία πενταετία το Château ανέβηκε και πάλι στον χρυσό θρόνο του, μετά από εικοσαετία μετριότητας στην παραγωγή του. Δυστυχώς, ο συμπατριώτης μας δεν πρόλαβε να χαρεί τον θρίαμβό του. «Έφυγε» γρήγορα από τη ζωή και η κόρη του Κορίνα κλήθηκε να κολυμπήσει στα βαθιά.

Η νεαρή όχι μόνο τα κατάφερε, αλλά μεγαλούργησε. Δικαίως σήμερα θεωρείται η σπουδαιότερη «πρέσβης» της γαλλικής οινικής παράδοσης σε ολόκληρο τον κόσμο. Με μητέρα Γαλλίδα και πατέρα Έλληνα, θεωρεί ότι έχει πάρει τα καλύτερα στοιχεία από δύο διαφορετικούς πολιτισμούς, τα οποία με τη σειρά της πέρασε στα τρία της παιδιά, τη Ναταλί, την Αλεξάνδρα και τον Αλέξη: «Όλα τους έχουν και το ελληνικό επίθετο Μεντζελόπουλος. Είναι δύσκολο για τους Γάλλους να το προφέρουν, αλλά ήμουν αποφασισμένη από την πρώτη στιγμή ότι θα το κρατούσαν. Θυμάμαι, όταν ήμουν μικρή και φώναζαν το όνομά μου στη Γαλλία, γύριζαν δέκα κεφάλια να με δουν. Αυτό με έμαθε από νωρίς ότι ήμουν διαφορετική. Και η ελληνική μου κληρονομιά είναι κάτι που με κάνει εξαιρετικά υπερήφανη!».

Έχοντας επισκεφθεί το υπέροχο αρχιτεκτόνημα και τους αμπελώνες του Château Margaux πριν από μερικά χρόνια, είδα με τα ίδια μου τα μάτια πως η Μεντζελοπούλου αισθάνεται όλους τους εργαζομένους –από τους οινολόγους έως και τους εποχικούς που μαζεύουν τα σταφύλια, τσαμπί τσαμπί– σαν τη διευρυμένη της οικογένεια: «Είναι η παράδοση της περιοχής αυτής, αλλά και κάτι που νομίζω ότι ταιριάζει με την ελληνική μου πλευρά. Το να είσαι ζεστός, προσηνής είναι κάτι που χαίρομαι τρομερά στους ανθρώπους όταν έρχομαι και στην Ελλάδα κάθε καλοκαίρι. Το εξοχικό μας είναι στην Ακράτα, που δεν έχει πολύ τουρισμό, και απολαμβάνω την καλοσύνη και την απλότητα των κατοίκων. Θα σας πω και κάτι ακόμα: Μόλις έγινα γιαγιά και ο εγγονός μου θα πάρει το όνομα Ανδρέας. Ονειρεύομαι πως θα μπορέσουμε να φέρουμε στην Ελλάδα το μωρό να βουτήξει τα ποδαράκια του στη θάλασσα. Πώς αλλιώς θα μεγαλώσει σαν Έλληνας;».

Οι αμπελώνες του Château παραμένουν στις ίδιες εκτάσεις για ολόκληρους αιώνες.
Σε αυτά τα βαρέλια ωριμάζουν κρασιά που συγκαταλέγονται στα κορυφαία του κόσμου.

Η συνέντευξη γίνεται μέσω zoom και για φόντο η Κορίνα Μεντζελοπούλου χρησιμοποιεί μια εικόνα του οικήματος με τους αρχαιοελληνικούς κίονες, που είναι και το σήμα κατατεθέν του Château. «Ο πατέρας μου, όταν το πρωτοείδε, έλεγε ότι του θύμισε την αρχαία Ελλάδα και τον Παρθενώνα. Συγκινήθηκε πολύ και δεν ξέρω αν αυτό τον παρακίνησε να αγοράσει την επιχείρηση από τους Γάλλους ιδιοκτήτες της. Σίγουρα πάντως είχε τεράστια αγάπη για την πατρίδα του. Ο παππούς μου, ο Αλέξης Μεντζελόπουλος, ήταν ένας αγράμματος άνθρωπος που πήγε μετανάστης στην Αμερική. Δούλευε στην κατασκευή των σιδηροδρόμων. Έπαθε ένα εργατικό ατύχημα και τον αποζημίωσαν. Πήρε τα χρήματα και γύρισε στην Πελοπόννησο. Όμως είχε ζήσει στο πετσί του τι θα πει να μη μιλάς ξένες γλώσσες».

«Όταν, λοιπόν, ο παππούς ξαναγύρισε στην Ελλάδα και παντρεύτηκε μια θυγατέρα ξενοδόχου, αποφάσισε να μορφώσει τα τέσσερα παιδιά που απέκτησε με τους καλύτερους δασκάλους. Ο πατέρας μου είχε πέντε καθηγητές ξένων γλωσσών, μία γλώσσα για κάθε μέρα της εβδομάδος. Έγινε κοσμοπολίτης από κούνια. Έβγαλε χρήματα κάνοντας εμπόριο σιτηρών στην Ασία. Παντρεύτηκε τη μητέρα μου, που ήταν από την Τουλούζη. Προσπάθησε να τη μεταπείσει να εγκατασταθούν στο Πακιστάν, κάτι που εκείνη δεν ήθελε με τίποτε, γιατί ήταν πολύ ερωτευμένη με τη Γαλλία. Έτσι αποφάσισαν να ζήσουν στο Παρίσι, όπου και γεννήθηκα. Ο πατέρας μου, όμως, στα πρώτα χρόνια του γάμου πηγαινοερχόταν στην Ασία. Όταν πλέον τελείωσε τις δουλειές του εκεί, αγόρασε την αλυσίδα Felix Potin με 80 υποκαταστήματα. Όταν πέθανε, τα είχε αυξήσει σε 1.600. Ήταν ένας τρομερά εργατικός άνθρωπος. Δεν τον θυμάμαι να κάνει τίποτε άλλο, παρά να δουλεύει και για ξεκούραση να διαβάζει εφημερίδα».

Ο Αλέξης Μεντζελόπουλος –με την αδελφή του Αλεξάνδρα– θα είναι η τρίτη γενιά της οικογένειας που εργάζεται εκεί. Από το 1982 το κρασί ανέβηκε ξανά στον χρυσό του θρόνο και έκτοτε έχει τα παγκόσμια ηνία.

Παρότι η Κορίνα Μεντζελοπούλου μεγάλωσε στη Γαλλία, είχε σύνδεση και με τον τόπο καταγωγής του πατέρα της: «Η Ελλάδα, με την ιστορία, τη φιλοσοφία, την τέχνη, την παράδοσή της, ήταν από νωρίς παρούσα στη ζωή μου. Θυμάμαι λ.χ. μια επίσκεψη στους Δελφούς όταν ήμουν οκτώ ετών και το δέος που μου προκάλεσε το άγαλμα του Ηνίοχου. Στο σπίτι μιλούσαμε γαλλικά και ο πατέρας μου με έστελνε μία φορά την εβδομάδα στο σχολείο της ελληνικής εκκλησίας να μάθω το αλφάβητο. Αργότερα, όταν διδάχτηκα αρχαία ελληνικά στο δικό μου σχολείο των Καθολικών καλογραιών, μπορούσα να διαβάσω τα κείμενα γιατί ήξερα τα γράμματα. Βέβαια άρχισα να μιλάω τη γλώσσα όταν ερωτεύτηκα έναν  Έλληνα. Χρωστάω όμως πολλά και στο ελληνικό τραγούδι. Έμαθα πολλές λέξεις μέσα από τη Μαρινέλλα, τον Πάριο».

Παίρνει μια βαθιά ανάσα: «Αααχ, Θεέ μου, λατρεύω τις επιτυχίες τους, τις ξέρω όλες απέξω και ανακατωτά». Διακόπτει για λίγο τη διήγηση και μου τραγουδά «Μονάχα τούτη τη στιγμή καταλαβαίνω γιατί υπάρχω και τον κόσμο υπομένω», από το τραγούδι του Γιάννη Πάριου «Μη λες τίποτα». Και μετά πιάνει τη Μαρινέλλα: «Σύνορα η αγάπη δεν γνωρίζει». «Πολλές φορές στο Château Margaux έβαζα τα τραγούδια αυτά στη διαπασών. Και, όταν έρχομαι στην Ελλάδα, θα πάω πάντα κάπου να ακούσω ζωντανή ελληνική μουσική και θα γυρίσω ξημερώματα. Βρίσκω υπέροχο τον τρόπο που έχουν οι Έλληνες για να απολαμβάνουν τη χαρά της ζωής, και αυτό γίνεται συμμετοχικά, όλοι μαζί παρέα. Θεωρώ ότι είναι ένας από τους λόγους που όλοι οι ξένοι ερωτεύονται τη χώρα, μαζί βέβαια και με την καταπληκτική φιλοξενία. Σε ένα ταξίδι μου, ένας ντόπιος μού έδωσε ένα αυγό που ήταν ακόμη ζεστό από την κότα. Δεν νομίζω ότι σε κανένα μέρος της Γαλλίας θα μπορούσε ποτέ να γίνει αυτό».

Η καλαισθησία είναι σε κάθε γωνιά του ιστορικού château. © Artistes Associés, Brice Braastad

«Ξέρετε, η Ελλάδα έχει τη δική της μυρωδιά. Για μένα, προσωπικά, είναι η μυρωδιά της θάλασσας. Μακάρι να μπορούσα να περνάω περισσότερο καιρό στο σπίτι μου μέσα στις ελιές δίπλα στο νερό. Από την άλλη, είμαι και απόλυτα ευτυχής στο Παρίσι και στο Château. Όταν ο πατέρας μου το αγόρασε, ναι, οι Γάλλοι ξαφνιάστηκαν. Όχι επειδή είχαν κάτι εναντίον των Ελλήνων, αλλά γιατί στα μάτια τους ήταν κάτι ιερό που άλλαζε χέρια. Αργότερα, όταν διαπίστωσαν την πολύ σοβαρή δουλειά που έκανε ο Ανδρέας Μεντζελόπουλος, πείστηκαν ότι κατέληξε στον καλύτερο ιδιοκτήτη. Μέχρι και σήμερα στενοχωριέμαι που εκείνος δεν έζησε πολύ για να παρακολουθήσει την καλή μας πορεία. Βέβαια, όπως όλοι οι  Έλληνες που έχουν χάσει τους γονείς τους, έχω τη βεβαιότητα ότι με κοιτάζει από κάπου εκεί ψηλά και καμαρώνει. Αφήστε που ο εγγονός μου έχει το όνομά του, και έτσι πιστεύω ότι επιμηκύνεται η φήμη του για άλλα 100 χρόνια. Είμαι ορθόδοξη και τα βαφτίσια του θα γίνουν στην ορθόδοξη Μητρόπολη του Παρισιού, τον Άγιο Στέφανο. Εκεί βαφτίστηκα και εγώ και τα παιδιά μου. Είναι η εκκλησία μου».

Πώς είναι η ισορροπία ανάμεσα στις δύο διαφορετικές της καταγωγές; «Στη Γαλλία ζω σαν Γαλλίδα. Είναι κάτι εύκολο, φυσιολογικό. Και αισθάνομαι υπερήφανη και για την πλευρά αυτή. Ένα από τα πράγματα ωστόσο που θαυμάζω στους Γάλλους και που θεωρώ ότι συχνά οι Έλληνες δεν δίνουν τόση σημασία είναι ο σεβασμός προς αυτά που έφτιαξαν οι παλαιότεροι, δεν εννοώ τους αρχαίους, αλλά τους πιο κοντινούς στη δική μας εποχή. Το Château Margaux, έκταση αμπελώνων και αρχιτεκτόνημα, έχει μείνει απαράλλακτο εδώ και αιώνες, επειδή οι άνθρωποι αναγνώριζαν πως πρέπει να το προστατεύσουν. Διατηρούν ευλαβικά την τέχνη της αμπελουργίας, τις παραδόσεις. Ως ιδιοκτήτρια ενός από τα ιστορικότερα μέρη για τον γαλλικό οίνο, πρέπει να σας πω ότι αισθάνομαι πως δεν μου ανήκει. Απλώς φροντίζω να μείνει όπως πρέπει για τις επόμενες γενιές. Είναι τεράστια η ευθύνη της συνέχειας και εγώ τη νιώθω στους ώμους μου».

«Επί της εποχής μου έγιναν κάποιες παρεμβάσεις, όπως λ.χ. ένα νέο κελάρι από τον διάσημο αρχιτέκτονα Νόρμαν Φόστερ. Το έργο ολοκληρώθηκε πριν από λίγα χρόνια και σχεδιάστηκε με τεράστιο σεβασμό. Όλα θέλουν σεβασμό. Όταν φυτεύεις ένα κλήμα, θα κρατήσει άλλα 100 χρόνια. Δεν θα ζήσεις για να το καμαρώσεις όλη του τη ζωή. Βάζεις τον σπόρο στο χώμα όχι για σένα αλλά για εκείνους που θα έρθουν. Αυτό είναι το μάθημα που σου δίνει το καλό κρασί και η παραγωγή του: το να χαίρεσαι τη στιγμή που μαζεύεται η σοδειά ενός έτους, αλλά ταυτόχρονα να ξέρεις ότι η διάρκεια των πραγμάτων είναι σπουδαία υπόθεση». Λίγο προτού ολοκληρώσουμε τη συνέντευξη, μου μίλησε για τα τρία της σκυλιά, που έχουν βέβαια ονόματα ελληνικά: είναι το «Ούζο», το «Σουβλάκι» και η «Ελένη».■