ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Για όλα (δεν) φταίει το πεύκο

Κάθε καλοκαίρι η συζήτηση επιστρέφει στο ίδιο θέμα: μήπως ήρθε η ώρα να αντικαταστήσουμε τα πεύκα με άλλα είδη; Όμως η απάντηση είναι λίγο πιο περίπλοκη από ό,τι φαίνεται.

Για όλα (δεν) φταίει  το πεύκο

Από μια άποψη ήταν συγκινητικό: δεν είχαν ακόμα σταματήσει να καπνίζουν τα ρημαγμένα σπίτια και οι καρβουνιασμένοι κορμοί των δέντρων στη βορειοανατολική Αττική και οι πρώτες διαδικτυακές ομάδες για την άμεση αναδάσωση των καμένων περιοχών είχαν ξεπηδήσει από τον αφρό των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Υπάρχει πάντα κάτι ρομαντικό σε αυτές τις πρωτοβουλίες, μια φυσική, ανθρώπινη αντίδραση μπροστά στο αδιανόητο μιας καταστροφής που μας υπερβαίνει. Στα σχόλια περίσσευαν ο ενθουσιασμός και η αποφασιστικότητα· και οι θούριοι κατά των πεύκων. «Μόνο να μη φυτέψουμε πάλι πεύκα», έγραφε με μετριοπάθεια μια κυρία, αλλά, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, είχαν παρεισφρήσει και πιο μαχητικές φωνές: «Να βάλουμε ένα τέλος στον φαύλο κύκλο του πεύκου. Τέλος τα πεύκα, ΤΩΡΑ!!!». Οι νεόκοποι οικολόγοι βομβάρδιζαν με likes τις σχετικές αναρτήσεις. Ακόμα και ο πρωθυπουργός στο διάγγελμα της Δευτέρας τόνισε ότι «θα φυτέψουμε όχι μόνο πολλά, αλλά και τα σωστά δέντρα».

Αν και η συζήτηση σέρνεται για χρόνια, το σημείο μηδέν της άτυπης εκστρατείας δαιμονοποίησης των πεύκων στην Ελλάδα θεωρείται η φωτιά στο Μάτι το 2018. Χαρακτηρίστηκαν «δέντρα-δολοφόνοι», ένας βασικός λόγος που αυτή η δραματική φωτιά εξελίχθηκε τόσο αστραπιαία, στέλνοντας 102 ανθρώπους στον θάνατο. Η δαιμονοποίηση του πεύκου οφείλεται σε μια σειρά από λόγους που εκ πρώτης όψεως έχουν βάση. Η Ελλάδα, όπως και οι περισσότερες μεσογειακές χώρες, είναι κατάφυτη από χαλέπιο πεύκη (Pinus halepensis), το πιο ρητινοπαραγωγικό δέντρο στον κόσμο. Το ρετσίνι με το οποίο είναι γεμάτο κάθε δέντρο είναι πρακτικά καύσιμο, υδρογονάνθρακας, που με την καύση του γίνεται πολύ επικίνδυνο μεταδίδοντας με υψηλή ταχύτητα τη φωτιά. Έτσι προκύπτει το ερώτημα: γιατί «φυτεύουμε» πεύκα; 

Για όλα (δεν) φταίει  το πεύκο-1
Φωτ. © DeAgostini/Getty Images/Ideal Image

 

Μας συγχωρείτε, παρεξήγηση

Πρώτο λάθος: δεν φυτεύουμε πεύκα. Η συντριπτική πλειονότητα των πεύκων που βλέπετε γύρω σας είναι αυτοφυή, δεν τα φύτεψε κανείς· πρόκειται για φυτό σπερματοαναγεννητικό, που πολλαπλασιάζεται με πολυάριθμους σπόρους που ταξιδεύουν σε μεγάλες αποστάσεις. Όταν ξεσπάσει μια πυρκαγιά και καεί ένα πευκοδάσος, ξεκινάει αυτομάτως η διαδικασία φυσικής αναγέννησής του. Γι’ αυτό είναι λίγο χαμένος κόπος όλες αυτές οι πρωτοβουλίες αναδάσωσης, όταν μιλάμε για πεύκα. Το είχε επισημάνει πρώτος στη στήλη του στο «Βήμα» ο καθηγητής Οικοσυστημάτων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και δεινός μελετητής των μεσογειακών δασών Νίκος Μάργαρης (1943-2013) : «Οι πανεθνικές εκστρατείες δενδροφύτευσης με ό,τι δέντρο βρούμε πρόχειρο, που το φυτεύουμε όπου μας καπνίσει και συγχρόνως περιμένουμε να γίνει δάσος, θυμίζουν παράλογη κωμωδία. (…) Παράδειγμα, οι πρόποδες του Υμηττού. Οι πρόσκοποι πάνε και φυτεύουν πεύκα και τους ακολουθούν τα ΚΑΠΗ, που αναδασώνουν με ευκαλύπτους, το ΠΑΚΟΕ με ό,τι βρει πρόχειρο, οι ορειβάτες με κυπαρίσσια και τα λυκόπουλα με ό,τι περίσσεψε από τους παραπάνω». Σε άλλο άρθρο του το 2007 ο ίδιος έγραφε: «Έχουμε μια μανία με τα πεύκα. Τα φυτεύουμε παντού. Στα στρατόπεδα τα βάζουμε δίπλα στις πυριτιδαποθήκες. Τα πεύκα όμως έχουν ένα μειονέκτημα: χρειάζονται, προκαλούν, τη φωτιά. Είναι στο DNA τους».

Αν λοιπόν η έκταση δεν έχει καεί και ξανακαεί τα τελευταία χρόνια (όπως έχει συμβεί στην πολύπαθη Πεντέλη, για παράδειγμα), η φυσική αναγέννηση θεωρείται από τους γεωπόνους και τους δασολόγους εκ των ων ουκ άνευ. Τα πεύκα έχουν τους σπόρους τους μέσα στα κουκουνάρια. Τα κουκουνάρια διαθέτουν χοντρό φύλλωμα, πάχους μεγαλύτερου των 2,5 εκατοστών, το οποίο δεν καίγεται στη φωτιά. Τα κουκουνάρια ωριμάζουν σε ένα σημαντικό ποσοστό πάνω στο πεύκο και παραμένουν κλειστά για 5-7 χρόνια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πάνω σε κάθε δέντρο να υπάρχει ισχυρότατο απόθεμα σπόρων. Οι διάχυτοι σπόροι γίνονται το βασικό εργαλείο της φυσικής αναγέννησης: τα κουκουνάρια ύστερα από την πάροδο 48 ωρών αντιλαμβάνονται ότι πέρασε η φωτιά, καθώς το έδαφος ανακτά τη φυσιολογική του θερμοκρασία. Καταπληκτικό; Από τους σπόρους αυτούς ξεπετάγονται τα νέα δέντρα. 

Σημειώστε ότι οι περισσότερες από τις εκτάσεις που κάηκαν τις τελευταίες εφιαλτικές ημέρες έχουν ξανακαεί τουλάχιστον μία φορά από τη δεκαετία του ’70 και μετά. Μόνο το 1977 είχαν αποτεφρωθεί περισσότερα από 200.000 στρέμματα στη βόρεια Εύβοια. Οι δασολόγοι υποστηρίζουν ότι ακόμα και χωρίς την παραμικρή ανθρώπινη παρέμβαση ένα πευκοδάσος θα καεί τουλάχιστον μία ή δύο φορές στη διάρκεια ενός αιώνα. Επίσης, με τόσες πυρκαγιές στα πευκοδάση μας κάθε χρόνο, η Ελλάδα θα έπρεπε να είναι σήμερα σχεδόν έρημος. Αντίθετα, η δασοκάλυψη της χώρας σήμερα είναι πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με 100 χρόνια πίσω.

Για όλα (δεν) φταίει  το πεύκο-2
Φωτ. © DeAgostini/Getty Images/Ideal Image

 

Μια ευκαιρία

Επομένως, προς τι όλο το δράμα; Ο δασολόγος Δημήτρης Τσίμπλινας πιστεύει ότι καλώς έχει ανοίξει η συζήτηση, αλλά θα πρέπει να την κατευθύνουμε σε συγκεκριμένα σημεία. Όπως, ας πούμε, εμπλουτίζοντας τις τεχνητές μας αναδασώσεις και με άλλα είδη, πιο βραδυφλεγή (πλατύφυλλα). «Ακόμα και στις τεχνητές αναδασώσεις υπάρχει προτίμηση στο πεύκο, γιατί ξέρουμε ότι το ποσοστό επιτυχίας είναι πολύ μεγαλύτερο. Η μελικοκιά, η κουτσουπιά, η βελανιδιά, η χαρουπιά είναι πολύ πιο απαιτητικά κατά τη διάρκεια της συντήρησης της αναδάσωσης, που σε κάθε περίπτωση δεν είναι “πάω, φυτεύω ένα δέντρο και φεύγω”. Πρέπει τα δύο πρώτα χρόνια να είσαι εκεί, η διάνοιξη λάκκων να είναι η σωστή για να συγκεντρώνει το βρόχινο νερό, να κάνεις τα ποτίσματά σου το καλοκαίρι». Ο ίδιος πιστεύει ότι είναι αστείο να λέμε ότι θα καταργήσουμε τα πευκοδάση, αλλά το Εθνικό Σχέδιο Αναδασώσεων που εξήγγειλε η κυβέρνηση το 2020 μας δίνει μια ευκαιρία που θα εμπλουτίσει τα δάση μας και θα τα προστατεύσει καλύτερα σε βάθος χρόνου. «Καλύτερα να αναδασώσουμε λιγότερα στρέμματα αλλά σωστά και με μεγαλύτερη μείξη ειδών, παρά να αναδασώσουμε πρόχειρα με έμφαση στο πεύκο».

Ο πρώην γενικός γραμματέας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος, Δημήτριος Κατσούδας, συμφωνεί. Υποστηρίζει ότι δεν χρειάζεται ξαφνικά να στείλουμε το πεύκο στο πυρ το εξώτερον πριν πρώτα ανοίξουμε τη συζήτηση για την ορθή συντήρηση ενός πευκοδάσους· μια συζήτηση που δεν ανοίξαμε ποτέ επί της ουσίας. «Η εμπειρία λέει ότι στην Ελλάδα τα πεύκα δεν αραιώνονται, δεν κλαδεύονται, δεν αφαιρείται ο υπόροφος» και ως «υπόροφος» εννοείται η λοιπή χαμηλότερη βλάστηση (σχίνα, πουρνάρια, κ.λπ.). «Το ξέρετε ότι στην Ισπανία στη διάρκεια του χειμώνα κάνουν ελεγχόμενη καύση στον υπόροφο πευκοδασών;» με ρωτάει ο Δημήτρης Κατσούδας, για να συμπληρώσει ότι θα μπορούσαμε να αξιοποιούμε τη βιομάζα που προκύπτει από τον καθαρισμό των πεύκων, να το κάνουμε πέλετ και να έχουμε έσοδα από αυτό. Πριν μπει στην ουσία της ερώτησης, ο πρώην γενικός γραμματέας Δασών λέει ότι στη χώρα μας γίνεται διαχείριση μόνο των λεγόμενων «ευγενών» ειδών (έλατα, οξιές, δρύες, κ.λπ.). «Δεν υποστηρίζω ότι πρέπει να κάνουμε διαχείριση σε όλα τα πευκοδάση της χώρας, αλλά μπορούμε να τα ιεραρχήσουμε και να κάνουμε μια αρχή από τα πιο σημαντικά. Όμως θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας δύο παράγοντες: την αποδυνάμωση της Δασικής Υπηρεσίας τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά και επιμέρους μεταβολές στις οποίες δεν έχουμε δώσει την απαραίτητη σημασία. Από το 1960 μέχρι σήμερα το πευκοδάσος έχασε τους φυσικούς του συμμάχους, περίπου 120.000 ρητινοσυλλέκτες, τους ανθρώπους που μάζευαν το ρετσίνι και ζούσαν στο δάσος και το προστάτευαν. Σήμερα είναι ζήτημα αν υπάρχουν 1.000 και με την καταστροφή στην Εύβοια δεν είμαι σίγουρος ούτε γι’ αυτόν τον αριθμό».

Πλατάνια στο Σούνιο

Ο Δημήτρης Κατσούδας θεωρεί τη συζήτηση για «κατάργηση» του πεύκου στα όρια του κωμικού. «Τα πεύκα φύονται σε περιοχές όπου δεν φύονται άλλα δάση. Θα πας να φυτέψεις πλατάνια στο Σούνιο;». Πιστεύει, όμως, ότι υπάρχει βάση για εμπλουτισμό των ειδών στις τεχνητές αναδασώσεις. «Κυρίως κατά μήκος οδών, σιδηροδρομικών γραμμών, εθνικών δρόμων και δασοδρόμων, δηλαδή εκεί που συναντιέται το δάσος με τον άνθρωπο και θέλεις να δημιουργήσεις έναν φράχτη με πυρανθεκτικά είδη για να καθυστερήσεις μια φωτιά». Αντίστοιχα, υποστηρίζει, θα πρέπει να διευκολυνθούν ιδιοκτήτες σπιτιών που γειτνιάζουν με δάσος ή βρίσκονται σε οικιστικές ζώνες με πολύ πυκνή βλάστηση (π.χ. Βαρυμπόμπη, Θρακομακεδόνες, κ.ά.) να αντικαταστήσουν πεύκα που βρίσκονται πολύ κοντά στα σπίτια τους με άλλα είδη. Αυτό συνεπάγεται την αλλαγή της νομοθεσίας, καθώς σήμερα κάτι τέτοιο απαγορεύεται και χρειάζεται άδεια από το τοπικό Δασαρχείο. Σε κάθε περίπτωση, ο Δημήτρης Κατσούδας επιμένει ότι από τη στιγμή που θα αρχίζει να μεγαλώνει ένα νέο δάσος, θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητη η διαχείρισή του, έτσι ώστε να μη φτάσουμε στα ίδια αδιέξοδα που οδηγούν στον φαύλο κύκλο της αέναης καταστροφής. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο κ. Δημήτρης Τσίμπλινας πιστεύει ότι θα μπορούσαμε να εμπλουτίσουμε με πλατύφυλλα την αυλή ή τον κήπο μας που βρίσκεται μέσα ή πολύ κοντά στο δάσος: το καλοκαίρι σε προστατεύει με σκιά, τον χειμώνα ρίχνει τα φύλλα του και αφήνει τον ήλιο να σε ζεστάνει. Έτσι σιγά σιγά θα περιορίσουμε το πεύκο σε ευαίσθητες ζώνες συνύπαρξης δάσους και οικιστικών ζωνών, κυρίως στην Αττική». Ο έμπειρος δασολόγος από την Κοζάνη αναφέρεται και στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα «Urban food», το οποίο ενθαρρύνει κατοίκους αστικών ή περιαστικών περιοχών να καλλιεργήσουν οπωροφόρα δέντρα (μηλιές, αχλαδιές, ροδακινιές, λεμονιές, κ.ά.) ή να αξιοποιήσουν «αδέσποτες» ελιές, πετυχαίνοντας ταυτόχρονα δύο διαφορετικούς στόχους: και ενθαρρύνεται μια πιο υγιεινή διατροφή και επιτυγχάνεται ο εμπλουτισμός των ειδών με περισσότερο βραδύκαυστα δέντρα.  Ο κ. Δημήτρης Τσίμπλινας επιμένει: «Σε κάθε περίπτωση το πρόβλημα δεν είναι το πεύκο· είναι ότι πάμε και χτίζουμε μέσα στο πεύκο και έπειτα το πεύκο έρχεται και μας καίει». ■