ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Η συμφοιτήτριά μου η Μπενές

Η συνταρακτική πορεία ενός νέου κοριτσιού από τα πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια στην Καμπούλ μέχρι τις αίθουσες ενός από τα πιο φημισμένα ακαδημαϊκά ιδρύματα του κόσμου.

i-symfoititria-moy-i-mpenes-561479035

Μέχρι τη στιγμή που πέρασε τη μεγαλοπρεπή πύλη του πανεπιστημίου, τον Αύγουστο του 2010, η Μπενές είχε ήδη διαβάσει εκατοντάδες βιβλία. Τα πρώτα της αναγνώσματα τα τελείωνε τα ξημερώματα, στο υπόγειο του σπιτιού της, με το φως του δωματίου της να τρεμοπαίζει. Έξω ακούγονταν οι εκκωφαντικοί κρότοι από τους βομβαρδισμούς των Ταλιμπάν στην Καμπούλ. Ήταν μόλις πέντε χρονών όταν η τρομοκρατική οργάνωση εγκαθίδρυσε την κυριαρχία της, για πρώτη φορά, στους δρόμους της αφγανικής πρωτεύουσας.

Το 1998, όταν έκλεισε τα έξι της χρόνια, η οικογένειά της κατέφυγε στο Πακιστάν, έτσι ώστε η Μπενές και οι αδελφές της να καταφέρουν να συνεχίσουν τη σχολική τους πορεία. Λίγο μετά την άφιξή τους, ο πατέρας της αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πολυετή του καριέρα στην αρχιτεκτονική. Ξεκίνησε, αντ’ αυτού, να πουλάει παπούτσια, για να στηρίξει την οικογένεια και να αγοράσει τα πρώτα βιβλία των νεαρών κοριτσιών του.

Όταν έκλεισε τα οκτώ της χρόνια, η Μπενές έπεσε, με τη σειρά της, στη δουλειά. Μαζί με τις έξι αδελφές της έπλεκαν κάθε μέρα παραδοσιακά χαλιά, για να τα πουλήσουν αργότερα στην τοπική αγορά. Έζησαν στη γειτονική χώρα μέχρι την πτώση των Ταλιμπάν, το 2001, όταν οι αδελφές της και η ίδια επέστρεψαν στο Αφγανιστάν, ελεύθερες να βρεθούν και πάλι στις τάξεις του σχολείου.

Τα πρώτα χρόνια της Μπενές  ήταν ασυνήθιστα δύσκολα, χαραγμένα με αμέτρητες σκοτεινές εικόνες, αναμνήσεις ενός άδικου πολέμου, υποχρεωτικής προσφυγιάς και βαθιάς φτώχειας. Ένα πράγμα, όμως, δεν σταμάτησε να τη γεμίζει με θετικότητα και αισιοδοξία, και αυτό ήταν τα βιβλία. Τα δύσκολα χρόνια της βίας και της ξενιτιάς, η Μπενές άρπαζε όποιο βιβλίο τύχαινε να βρεθεί στον δρόμο της και το έκρυβε στο μικρό της σακίδιο, ανάμεσα στα ρούχα της. Όσο οι Ταλιμπάν τής στερούσαν την εκπαίδευση, τόσο φούντωνε το πείσμα της και άλλο τόσο γέμιζε το σακίδιό της – ήταν αποφασισμένη να διαβάσει όσο το δυνατόν περισσότερα.

Το σπίτι μακριά από το σπίτι

Παρότι ανέπτυξε μια βαθιά αγάπη για τα ιστορικά βιβλία, στα εφηβικά της χρόνια η Μπενές καταπιάστηκε με τις γλώσσες. Κατάφερε να μάθει μόνη της άπταιστα αγγλικά, ξενυχτώντας τα βράδια για να διδάξει στον εαυτό της προηγμένη αγγλική γραμματική και λεξιλόγιο. Οι προσπάθειές της και το φυσικό της ταλέντο απέδωσαν: στα 14 της χρόνια, η Μπενές συμμετείχε σε μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική εξέταση που διοργάνωνε το αμερικανικό Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με στόχο να ολοκληρώσει το τελευταίο έτος του λυκείου στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω ενός προγράμματος ανταλλαγής μαθητών. Λίγες ημέρες μετά, η Μπενές ξύπνησε από ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα: σύντομα θα έφτιαχνε τις βαλίτσες της, με ελάχιστα ρούχα και αμέτρητα βιβλία, για να περάσει για πρώτη φορά τον Ατλαντικό Ωκεανό.

Ενώ διέσχιζε τα 10.000 χιλιόμετρα που χωρίζουν την Καμπούλ από τη Φλόριντα, το φθινόπωρο του 2006, η Μπενές δεν ήξερε τι να περιμένει από την Αμερική, δεν μπορούσε καν να σχηματίσει στο μυαλό της μια αφηρημένη εικόνα της μελλοντικής της ζωής. Ήξερε απλώς ότι την περίμενε ένα πιο απαιτητικό ακαδημαϊκό περιβάλλον, με δεκάδες προκλήσεις και ακόμα περισσότερες ευκαιρίες, και αυτό φώτιζε το πρόσωπό της με χαμόγελο. Στο αεροδρόμιο την καλωσόρισε η οικογένεια που θα τη φιλοξενούσε για έναν χρόνο. Τη βοήθησαν να τοποθετήσει τις βαλίτσες της στο πορτμπαγκάζ, την οδήγησαν στο πίσω κάθισμα και ξεκίνησαν τον δρόμο τους για την απαστράπτουσα προαστιακή γειτονιά όπου έμεναν. Κάπως έτσι ξεκίνησε το ταξίδι της στη νέα αυτή χώρα, που θα αποκαλούσε σπίτι μακριά από το σπίτι.

Όπως πολλοί άλλοι Αφγανοί που έχουν την ευκαιρία να αφήσουν πίσω την ταλαιπωρημένη χώρα τους, η Μπενές είχε ξεχάσει πώς είναι να ζει κανείς σε μια χώρα δίχως πόλεμο. Τα πρώτα βράδια έπρεπε να συνηθίσει να κοιμάται με την ησυχία που χαρακτηρίζει τα ήρεμα προάστια της Φλόριντα, δίχως τον ήχο των βομβών που διατάρασσαν τον ύπνο της από παιδί. Ξεκίνησε, για πρώτη φορά, να προγραμματίζει πλέον μακροπρόθεσμα τη ζωή της, αντί να ζει με το ένστικτο της επιβίωσης μέρα με τη μέρα.

Επιμονή και χαμόγελο

Η μετάβαση στην αμερικανική ζωή δεν ήταν απρόσκοπτη. Τις πρώτες ημέρες στο σχολείο, η νεαρή μαθήτρια ήρθε αντιμέτωπη με δεκάδες περιστατικά προκατάληψης, στερεοτύπων και άγνοιας από τους συμμαθητές της, αλλά και τη δυσκολία της φοίτησης σε μια ξένη γλώσσα, όσο προσεκτικά και αν την είχε μελετήσει. Τα αντιμετώπισε όλα με τα δύο συστατικά που της είχε μάθει η ζωή της: με επιμονή και χαμόγελο. Στην πρώτη της εργασία στο μάθημα της αμερικανικής ιστορίας, η Μπενές έλαβε πίσω μια κατακόκκινη κόλλα γεμάτη σημειώσεις μετά σημειώσεων και ένα γιγάντιο F (Fail, δηλαδή «αποτυχία»), γραμμένο επιδεικτικά στην κορυφή του χαρτιού. Μέχρι το τέλος του έτους είχε καταβάλει τόση προσπάθεια, που κατέληξε να ξεπεράσει όλους τους Αμερικανούς συμμαθητές της, λαμβάνοντας ένα πολυπόθητο A+ για τις εξαιρετικές επιδόσεις της στο μάθημα.

Πέρα από τις δυσκολίες προσαρμογής που αντιμετώπισε, όμως, η Μπενές αγάπησε βαθιά τη διαφορετικότητα που συνάντησε στις ΗΠΑ, την ευγένεια της οικογένειας και των φίλων που γνώρισε. Ερωτεύτηκε, πάνω απ’ όλα, τη δυνατότητα για μια νεαρή κοπέλα να ικανοποιήσει την πολυετή δίψα της για μάθηση, πέρα από τους τέσσερις τοίχους της τάξης. Με την επιστροφή της στο Αφγανιστάν, η νεαρή έφηβη ταξίδεψε μέχρι και στις πιο απομακρυσμένες, ερημώδεις περιοχές της χώρας, εμπνέοντας δεκάδες άλλους νεαρούς Αφγανούς μαθητές να κάνουν και αυτοί την αίτησή τους στο πρόγραμμα ανταλλαγής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

«Εσύ, κορίτσι μου, ανήκεις στους καλύτερους»

Αφού αποφοίτησε από το λύκειο, η Μπενές στρώθηκε και πάλι επίμονα στη δουλειά για να βοηθήσει την επιβίωση της οικογένειάς της. Μέσω της πολύτιμης εμπειρίας της στο πρόγραμμα ανταλλαγής της Φλόριντα βρήκε δουλειά στο Αμερικανικό Συμβούλιο για τη Διεθνή Εκπαίδευση στο Αφγανιστάν. Εκεί γνώρισε τον ηλικιωμένο Τεντ Αχίλλες, απόφοιτο του Γέιλ τη δεκαετία του ’50, και το κοινό τους πάθος για την ανάγνωση τους έφερε αμέσως κοντά. Ο Τεντ συνήθιζε να δανείζει στην Μπενές τα σπάνια επιστημονικά του βιβλία, δείχνοντάς της πώς να αναζητά πληροφορίες μέχρι και από τις πιο εξεζητημένες ακαδημαϊκές πηγές. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος την παρακίνησε να κυνηγήσει το όνειρό της στο έπακρο και να διεκδικήσει ένα πτυχίο από ένα εκ των κορυφαίων πανεπιστημίων του κόσμου. «Εσύ, κορίτσι μου, ανήκεις στους καλύτερους», της είχε πει μια μέρα γλυκά, ενώ διάβαζαν παρέα. Τον επόμενο χρόνο, ενώ βρισκόταν στη Νέα Υόρκη για ένα επαγγελματικό ταξίδι μέσω της δουλειάς της στο ΑΣΔΕ, η Μπενές πήρε ένα απογευματινό τρένο με προορισμό την έδρα ενός εκ των κορυφαίων αμερικανικών ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, της περίφημης Ivy League.

Με τους περισσότερους φίλους της δεν μοιράστηκε –από φόβο– αυτή της την απόφαση και την ώρα που το τρένο πλησίαζε το γραφικό κέντρο της πόλης, η Μπενές δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη σκέψη της πως ίσως δεν ανήκε τελικά στον κόσμο που ονειρευόταν. Την ίδια στιγμή, η υπεύθυνη αιτήσεων του πανεπιστημίου βρισκόταν με το στόμα ανοιχτό ενώ διάβαζε την επιστολή μιας μικρής, φιλόδοξης και εξαιρετικά ταλαντούχας κοπέλας από το Αφγανιστάν.

i-symfoititria-moy-i-mpenes0
Εικονογράφηση: ΑΝΝΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

Στο ακριβοθώρητο πανεπιστήμιο, όπου φοίτησε με πλήρη υποτροφία, το άστρο της Μπενές έλαμψε ολόφωτο. Μιλούσε σε όλους με ευγένεια, προφέροντας το όνομά της υπομονετικά στους Αμερικανούς συμφοιτητές που δεν το είχαν ξανακούσει. Πέρασαν αρκετές εβδομάδες που απέφευγε να συστήνεται ως Αφγανή ή να διορθώνει ανακρίβειες των συμφοιτητών για τον τόπο καταγωγής της και τους πολέμους της Μέσης Ανατολής. Το ακαδημαϊκό επίπεδο στο πανεπιστήμιο ήταν τρομακτικά υψηλό και έτσι η Μπενές περνούσε ατελείωτες ώρες στη βιβλιοθήκη, όπου τη συναντούσα συχνά. Αργότερα έμαθα πως, πέρα από τα μαθήματά της, η Μπενές μελετούσε επίσης κάθε μέρα την ιστορία μιας ξεχωριστής χώρας και μάθαινε πέντε καινούργιες πολύπλοκες λέξεις στα αγγλικά. Πέρα από το βάρος των απαιτητικών μαθημάτων, η Μπενές είχε επίσης να αντιμετωπίσει και το άγχος των βομβαρδισμών που λάμβαναν χώρα πίσω στην πατρίδα της, στην Καμπούλ, από τις αντεπιθέσεις των Ταλιμπάν. Θυμάμαι ακόμα τον τρόμο στο πάλλευκο πρόσωπό της όταν, τον Σεπτέμβρη του 2011, έμαθε για τον βομβαρδισμό της παλιάς της γειτονιάς στα προάστια της Καμπούλ από ισλαμιστές μαχητές.

Και όμως, παρά τις πολλές προκλήσεις, η Μπενές απέδειξε πως όχι μόνο ανήκε στο φημισμένο πανεπιστήμιο, αλλά και πως μπορούσε ακόμη και να το προσδιορίσει. Σταδιακά ξεκίνησε την εξειδίκευσή της στις διεθνείς σχέσεις, συμμετέχοντας ολοένα και πιο ενεργά στις τάξεις της για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη διαχείριση του πολέμου και το διεθνές δίκαιο – πράγματα που για τους περισσότερους φοιτητές ήταν μακρινές, θεωρητικές σκέψεις, ενώ για την ίδια ήταν τα ζωτικής σημασίας ερωτήματα που την απασχολούσαν από παιδί. Ήταν από τους συμμετέχοντες που δεν ένιωθαν την ανάγκη να μιλούν διαρκώς, προτιμώντας αντίθετα να ακούει, να παρατηρεί προσεκτικά τον κάθε συνομιλητή και να κρατάει πυκνές σημειώσεις. Οι παρεμβάσεις της στην τάξη, ωστόσο, ήταν πάντοτε οι πιο στοχευμένες. Πέρα από την ακαδημαϊκή της ζωή, η Μπενές ίδρυσε επίσης στο δεύτερο έτος της την Kamyab Afghanistan, μια συμβουλευτική εταιρεία που στόχευε στην ενδυνάμωση των γυναικών Αφγανών μικρομεσαίων επιχειρηματιών. Σχεδόν κάθε καλοκαίρι επέστρεφε στην πατρίδα της για να συντονίσει τη λειτουργία της και να βρεθεί με δεκάδες γυναίκες που εργάζονταν στην παραγωγή τοπικών προϊόντων. Το μυαλό της λειτουργούσε αδιάκοπα στις ΗΠΑ, αλλά η καρδιά της δεν εγκατέλειψε ποτέ το Αφγανιστάν.

Μια προφητική ομιλία

Το δεύτερο έτος, η Μπενές συγκλόνισε την πανεπιστημιακή κοινότητα με μια καταπληκτική, σχεδόν προφητική ομιλία, στο πλαίσιο του προγράμματος TEDx του πανεπιστημίου. Στη διάρκειά της εξήγησε την αποτυχία της οικοδόμησης ενός κράτους στο Αφγανιστάν με τη συμμετοχή των απλών πολιτών και της τοπικής κοινωνίας. Μεταξύ άλλων, είπε:

«Περίμενα την ημέρα που δεν θα χρειαζόταν να κρύψω το γεγονός ότι εγκατέλειψα το Αφγανιστάν. Περίμενα την ημέρα που δεν θα χρειαζόταν να απαντήσω σε ερωτήσεις όπως πώς ήταν να ζεις σε πόλεμο. Διότι για ένα επτάχρονο κορίτσι που γεννήθηκε και μεγάλωσε στον πόλεμο, το πραγματικό ερώτημα ήταν πώς ήταν να μη ζεις σε πόλεμο. Πώς ήταν να μην ακούς τον ήχο των μαχητικών τζετ καθώς αιωρούνταν πάνω από το σπίτι σου τα ξημερώματα. Πώς είναι να μην πιστεύεις ότι η αξία σου βασίζεται στους κόμπους που υφαίνεις πάνω σε ένα χαλί.

Πίσω στην Καμπούλ

»Δεκατρία χρόνια αργότερα, στάθηκα στους δρόμους της Καμπούλ και κοίταξα τριγύρω. Είδα στρατιωτικά κομβόι να κινούνται, προσπαθώντας να αποφύγουν να συντρίψουν τα τσιμεντένια μπλοκ που τα ίδια είχαν τοποθετήσει στον δρόμο τους. Και μέσα από την πυκνή σκόνη που δημιουργούσαν, είδα εκατοντάδες παιδιά να τριγυρίζουν, να ζητιανεύουν, να πλένουν αυτοκίνητα και να κάνουν στον εαυτό τους την ίδια ερώτηση: πώς είναι άραγε να μη ζεις σε πόλεμο;

»Βλέποντας αυτά τα παιδιά να κάνουν το ίδιο ερώτημα στον εαυτό τους 13 χρόνια αφότου είχα αγωνιστεί εγώ η ίδια με αυτό, με κάνει να αναρωτιέμαι: αφού ξοδέψαμε δισεκατομμύρια δολάρια και χάσαμε αμέτρητες ζωές σε προσπάθειες, γιατί άραγε οι απλοί άνθρωποι του Αφγανιστάν να μην ξέρουν ακόμα πώς είναι να ζεις έξω από τον πόλεμο;

»H διαφορά μεταξύ εμού, ως φοιτήτριας εδώ στην Αμερική, και όλων των γυναικών στο Αφγανιστάν είναι ότι μια μέρα κάποιος ήρθε κοντά μου και με ρώτησε τι πιστεύω. Και αυτό μου έδωσε την αυτοπεποίθηση να βρίσκομαι εδώ που είμαι σήμερα».

Ίσως η πιο ξεχωριστή εικόνα που συγκρατώ από την Μπενές είναι από το τέταρτό μας έτος, όταν είχε επιλεχθεί πλέον στην περίοπτη θέση του συμβούλου πρωτοετών φοιτητών. Την πρώτη μέρα του εξαμήνου, την πέτυχα να καθοδηγεί μια ντουζίνα πρωτοετείς φοιτήτριες στους κοιτώνες τους, να τις συμβουλεύει με μια χειμαρρώδη φωνή για το πρόγραμμα σπουδών και τον τρόπο ζωής του πανεπιστημίου. Κάποτε, αυτή η μικρή κοπέλα από το Αφγανιστάν ένιωθε πως δεν ανήκε στο πανεπιστήμιο. Τέσσερα χρόνια αργότερα, βοηθούσε πλέον άλλες κοπέλες να ανήκουν.

Τον Μάιο του 2014, η Μπενές έγινε η πρώτη Αφγανή γυναίκα που αποφοίτησε από το περίφημο πανεπιστήμιο. Αμέσως μετά, συνίδρυσε την ακαδημία Firoz, μια start-up με στόχο να προσφέρει ευκαιρίες εκπαίδευσης και ηλεκτρονικής απασχόλησης για τους λιγότερο προνομιούχους νέους από χώρες που πλήττονται από τον πόλεμο, όπως η πατρίδα της. Στη συνέχεια δούλεψε στην κορυφαία ανθρωπιστική ΜΚΟ Human Rights First, με έδρα την Ουάσιγκτον και στόχο την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις πιο καταπιεσμένες περιοχές της υφηλίου.

Το σχέδιο της Μπενές ήταν αρχικά να επιστρέψει, να καταπιαστεί και αυτή με τη σειρά της με την προσπάθεια να ξαναχτιστεί το Αφγανιστάν. Αλλά, καθώς χρόνο με τον χρόνο η κατάσταση ασφάλειας στο Αφγανιστάν επιδεινωνόταν ολοένα και περισσότερο, οδηγώντας την οικογένειά της ξανά στην προσφυγιά, το όνειρο της επιστροφής της γινόταν ολοένα και πιο ισχνό. Το 2016, η Μπενές πήρε την οδυνηρή απόφαση να μην επιστρέψει πλέον στο σπίτι της.

Εν μέσω μιας εκκωφαντικής κακοφωνίας αντι-μεταναστευτικής, αντι-μουσουλμανικής ρητορικής που διαμόρφωσε τον πολιτικό λόγο των προεδρικών εκλογών του 2016, η Μπενές αποφάσισε πως ήρθε η ώρα να μάθει την αξία της υπεράσπισης. Αποφάσισε να ξαναπροσπαθήσει να επιστρέψει στο πανεπιστήμιο, κάνοντας αίτηση στην απαιτητική νομική μεταπτυχιακή σχολή του πανεπιστημίου. Με τη βοήθεια μιας εξαιρετικά ανταγωνιστικής υποτροφίας ύψους 90 χιλιάδων δολαρίων, το φθινόπωρο του 2018 η Μπενές κατάφερε να επιστρέψει και πάλι στο campus του αγαπημένου της πανεπιστημίου, στις οικείες ξύλινες βιβλιοθήκες και στην πανεπιστημιακή κοινότητα που τόσο είχε ερωτευτεί. Μία από τις μεταφράσεις της αγγλικής λέξης «haven» (χέιβεν) είναι «καταφύγιο». Δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στο Νιου Χέιβεν, η Μπενές ίσως και να έχει βρει πλέον ένα καταφύγιο μακριά από το σπίτι της. Είναι πια παντρεμένη και μετά την αποφοίτησή της, το 2019, εργάζεται στο Γραφείο Γενικού Συμβούλου του Πανεπιστημίου, στο οποίο έζησε τα λαμπρά φοιτητικά της χρόνια. Στα 29 της χρόνια έχει καταφέρει τόσα όσα άλλοι δεν προσεγγίζουν σε μια ολόκληρη ζωή – και όμως η Μπενές έχει ζήσει 29 χρόνια δίχως να γνωρίζει κάτι άλλο πέρα από το σπίτι της σε μια αδιάκοπη ροπή πολέμου και καταστροφής. Στις νεαρές Αφγανές μαθήτριες, εν αναμονή της επικείμενης καταστροφής, έχει να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα: «τα βιβλία είναι οι καλύτεροί σας φίλοι».

* Η ιστορία είναι πραγματική, το πρόσωπο και η ταυτότητα της νεαρής Αφγανής ωστόσο παραμένουν κρυμμένα, για την προστασία της ίδιας και της οικογένειάς της. Της δώσαμε το όνομα Μπενές που στα αφγανικά σημαίνει σοφία.