ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος: «Η βλακεία των ανθρώπων είναι παγκόσμια και ανίκητη»

Το θέατρο βγήκε από τον πανδημικό του λήθαργο και ο δημοφιλής ηθοποιός επέστρεψε στη σκηνή, που είναι το «οξυγόνο» του. Ευκαιρία για έναν ειλικρινή προσωπικό απολογισμό.

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος: «Η βλακεία των ανθρώπων είναι παγκόσμια και ανίκητη»

Όταν τελείωσε τη δραματική σχολή, ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος δούλευε σε βιντεοκλάμπ, στην πρωινή βάρδια, και παράλληλα έτρεχε από οντισιόν σε οντισιόν. Τον συνάδελφό του της βραδινής βάρδιας δεν τον είχε συναντήσει ποτέ. Ένα μεσημέρι, του τηλεφώνησε ένας φίλος και τον προέτρεψε να τρέξει στο θέατρο Ελιζέ, όπου ο Βαγγέλης Σειληνός εκείνη την ώρα έκανε ακρόαση νέων ηθοποιών για το Καμπαρέ Στόρι. Τη στιγμή που ο Βασίλης τού έλεγε ότι δυστυχώς δεν μπορούσε να φύγει από το πόστο του, ως διά μαγείας εμφανίστηκε ο βραδινός υπάλληλος, που είχε περάσει από το βιντεοκλάμπ για να τον γνωρίσει! Έτσι κατάφερε να πάει στην οντισιόν και εξασφάλισε τον πρώτο του ρόλο. Η τύχη είχε κάνει τη… μίζα της καριέρας του να πάρει μπροστά. «Στη συνέχεια, όμως, είναι στο χέρι σου να αξιοποιήσεις τις ευκαιρίες που θα προκύψουν και να βάλεις στη μηχανή καλή βενζίνη και όχι νοθευμένη», λέει ο ίδιος.

Πρέπει να διαχωρίζεις τον καλλιτέχνη από τον άνθρωπο, πιστεύουν κάποιοι. Διαφωνώ, αλλά έτσι κι αλλιώς, στην περίπτωση του Βασίλη, πέρα από το ταλέντο του, οι αρετές είναι κοινές – και στη ζωή, και στην τέχνη του: αμεσότητα, ειλικρίνεια, ντομπροσύνη, γενναιοδωρία, τρυφερότητα. Μία επιπλέον πτυχή του, τα βαθιά φιλοζωικά αισθήματά του. Με τη σύζυγό του, Λίνα Πρίντζου, έχουν κάνει ευτυχισμένα τρία πρώην αδέσποτα σκυλάκια: τη Χριστίνα, τη Λου και τη Σφήνα. Εδώ και λίγες μέρες –έπειτα από αναγκαστική «αγρανάπαυση» λόγω πανδημίας– έχει επιστρέψει στo θεατρικό σανίδι με τον Κουρέα της Σεβίλλης του Καρόν ντε Μπομαρσέ, σε σκηνοθεσία Σοφίας Σπυράτου. Υποδύεται τον Φίγκαρο, που με την ευστροφία και τις πονηριές του προσπαθεί να βοηθήσει ένα ερωτευμένο ζευγάρι. Επίσης, έχει πάντα τον ρόλο του αφηγητή στη σειρά της ΕΡΤ Τα καλύτερά μας χρόνια.

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος: «Η βλακεία των ανθρώπων είναι παγκόσμια και ανίκητη»-1
Όλοι οι ρόλοι τού άφησαν ανεξίτηλα σημάδια, λέει ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, έναν όμως θα ήθελε να ξανασυναντήσει: τον Συρανό ντε Μπερζεράκ.

Πώς βιώνεις την επιστροφή στη σκηνή έπειτα από δύο μεγάλα lockdowns;
Είναι περίεργο συναίσθημα. Όσο διαρκούσαν τα lockdowns, σκεφτόμουν ότι υπάρχει ζωή και χωρίς το θέατρο, αλλά, μόλις πάτησα το πόδι μου ξανά στη σκηνή, πλημμύρισαν τα πνευμόνια μου από ένα άλλου είδους οξυγόνο, σαν να ήταν αναμεμειγμένο με ήλιον και με έκανε ελαφρύτερο. Ένιωθα να πετάω, ένιωθα πάλι το γνώριμο αίσθημα της ελευθερίας. Η σκηνή του θεάτρου λειτούργησε και πάλι σαν μια αστρική πύλη, μέσα από την οποία μπορώ δίχως περιορισμούς να ταξιδεύω στον χωροχρόνο και να έχω χίλια πρόσωπα! 

Πιστεύεις ότι το θέατρο θα βγει πληγωμένο από την πανδημία;
Η δύναμη της εξάπλωσης του θεάτρου, στο πέρασμα των χρόνων και σε όλο τον κόσμο, ήταν, είναι και θα είναι πολύ μεγαλύτερη από οποιαδήποτε πανδημία. Θα δανειστώ αυτό που αναγράφεται στην είσοδο της βιβλιοθήκης των Μηλεών Πηλίου για να εξηγήσω γιατί: «Ψυχής άκος». Το θέατρο είναι ακριβώς αυτό, θεραπεία ψυχής.

Αλλάζουν οι άνθρωποι βιώνοντας μια τέτοια κρίση; Εσύ έχεις αλλάξει τα τελευταία δύο χρόνια;
Για να μη σε αλλάξει μια τέτοιου είδους κρίση, θα πρέπει να βρίσκεσαι σε… κώμα όταν συμβαίνει. Η ουσία της αλλαγής, όμως, είναι που έχει σημασία: αν σε έκανε καλύτερο ή χειρότερο άνθρωπο η συνειδητοποίηση της ασημαντότητας της ύπαρξής σου. Όσο για μένα, δεν μπορώ να σου απαντήσω αν έχω αλλάξει, γιατί εξακολουθώ να βρίσκομαι στο στάδιο όχι τόσο μιας αλλαγής, αλλά αναζήτησης του εαυτού μου. Αισθάνομαι ότι κάπου καλά οδηγούμαι.

ΈΝΑΣ ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Τι θα θυμάσαι από την αναμέτρησή μας με τον κορωνοϊό; Σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο;
Σε συλλογικό επίπεδο θα θυμάμαι ότι η βλακεία των ανθρώπων είναι παγκόσμια και ανίκητη και ότι γι’ αυτήν κανένα φάρμακο δυστυχώς δεν υπάρχει. Σε ατομικό επίπεδο δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το πρωινό της 15ης Απριλίου 2021, όταν χτύπησε το τηλέφωνό μου. «Αγόρι μου, έχουμε άσχημα νέα. Κολλήσαμε, με τον πατέρα σου, κορωνοϊό». Ο πατέρας μου, έχοντας κάνει το εμβόλιο ενάμιση μήνα πριν, πέρασε τη λοίμωξη πολύ ελαφρά, σαν ένα απλό κρυολόγημα. Η μητέρα μου, που είχε καθυστερήσει να εμβολιαστεί, βρέθηκε να χαροπαλεύει με βαριάς μορφής πνευμονία στο Σισμανόγλειο, διασωληνωμένη για δεκαέξι μέρες. Πριν από τη διασωλήνωσή της, όταν ακόμα μιλούσαμε στο τηλέφωνο, δεν της είπαμε ότι είχε κολλήσει και η αδελφή μου, με το μωρό ανίψι μου, το εγγονάκι της, για να μην ταραχτεί και νιώσει ενοχές. Τη μέρα που διασωληνωνόταν, η αδελφή μου μεταφερόταν στο Ιπποκράτειο με αρχή πνευμονίας. Ευτυχώς, όλα πήγαν καλά. Σαν θαύμα, όταν η αδελφή μου πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο, ξύπνησε και η μητέρα μας στη ΜΕΘ, χάρη στον ηρωικό αγώνα των γιατρών και των νοσηλευτών του Σισμανογλείου, τους οποίους δεν γνώρισα από κοντά, αλλά θα τους ευγνωμονώ για πάντα. Όπως και τους συναδέλφους τους του Ιπποκρατείου, για όσα έκαναν για την αδελφή μου. Εύχομαι κάποια στιγμή να τιμάμε αυτούς τους ανθρώπους όπως τους αξίζει, γιατί οι υπηρεσίες τους ήταν και συνεχίζουν να είναι ανεκτίμητες.

Σε ποιο περιβάλλον δουλειάς αισθάνεσαι πιο οικεία και δημιουργικά: στο θέατρο, στην τηλεόραση, στον κινηματογράφο; Και γιατί;
Δεν είναι το είδος που με κάνει να νιώθω οικεία και δημιουργικά, αλλά οι εμπνευσμένοι άνθρωποι, οι ταλαντούχοι συνεργάτες – όλοι μαζί να αεροβατούμε, να ονειρευόμαστε και να μονομαχούμε με όποιον ανεμόμυλο βρεθεί στον καλλιτεχνικό μας δρόμο. Αν πεδίο μας είναι το θέατρο, η τηλεόραση ή ο κινηματογράφος, είναι ζήτημα δευτερεύον, αν και η αλήθεια είναι ότι ολοκληρωτικά αυτό μπορείς να το βιώσεις πιο συχνά στο θέατρο. Εκεί το αποτέλεσμα δεν το βλέπεις ως θεατής, αλλά το γεννάς ο ίδιος, το ζεις κι ύστερα το βλέπεις να πεθαίνει. Και την επόμενη μέρα, που είναι «της Μαρμότας» (γέλια), πάλι ανασταίνεται, ξαναζεί κι εσύ λες τα ίδια λόγια, αλλά δεν είναι η ίδια παράσταση, γιατί πάντα κάτι θα έχει αλλάξει.

Υπάρχει κάτι από όσα έχεις κάνει ως ηθοποιός για το οποίο δεν αισθάνεσαι υπερήφανος;
Επειδή κατά βάθος είμαι τελειομανής, δεν αισθάνομαι υπερήφανος για τίποτε από όσα έχω κάνει. Μια στιγμιαία ικανοποίηση την έχω, αλλά με τον καιρό στο δήθεν τέλειο βρίσκω ατέλειες, τις οποίες για κακή μου τύχη ανακαλύπτω κάθε φορά που γυρίζω πίσω στον χρόνο – τότε που νόμιζα πως έδωσα ό,τι καλύτερο είχα να δώσω. Πόσο λάθος πάντα…

Ο Βασίλης στο σπίτι και ο Βασίλης στη σκηνή μοιάζουν; Ή πρέπει να ρωτήσω τη Λίνα;
Δεν ρωτάς τη Λίνα καλύτερα; (Γέλια)*

Τι σε δένει με τους ανθρώπους; Τι σε έδεσε με τη Λίνα;
Η καλοσύνη, η αγνότητα, η αισθητική, η αξιοπρέπεια, η δοτικότητα και η αισιοδοξία. Κάτι θα έχω ξεχάσει, αλλά δεν πειράζει. Πες ότι αυτά είναι μόνο κάποια από τα προτερήματα της Λίνας!

ΓΙΑ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ #ΜeToo

Μέσα από τις καταγγελίες που έχουν γίνει στον θεατρικό χώρο –και την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών– θα γεννηθεί κάτι νέο, πιο υγιές και ειλικρινές; 
Κατ’ αρχάς πρέπει να ξεκαθαριστεί κάτι: ό,τι συνέβη δεν ήταν εξαιτίας μιας ξενόφερτης μόδας – και σίγουρα δεν πρέπει να είναι μόδα που κάποια στιγμή θα περάσει. Το απίστευτο θάρρος μιας πανάξιας γυναίκας, της Σοφίας Μπεκατώρου, ήταν αυτό που σήκωσε ένα κύμα τόσο μεγάλο, που έδωσε δύναμη σε θαρραλέες γυναίκες και άνδρες του θεάτρου να αποκαλύψουν τις πληγές τους, να μιλήσουν γι’ αυτές και να δείξουν ότι πρέπει να καταγγέλλεται οποιασδήποτε μορφής κακοποίηση. Είδαμε μέσα από τη δημοσιοποίηση διαφόρων καταγγελιών νέα παιδιά σε όλη την Ελλάδα να αναγνωρίζουν τα δικά τους τραύματα και να βρίσκουν τη δύναμη να τα καταγγείλουν. Είναι πολύ μεγάλο αυτό που συμβαίνει, για να κλειστεί μέσα στα στενά όρια μόνο του αθλητισμού και της τέχνης. Τώρα όλοι όσοι έχουν υποστεί κακοποίηση ξέρουν ότι μπορούν να μιλήσουν, ότι οι φωνές τους θα ακουστούν… Αισιοδοξώ ότι οι επόμενες γενιές ηθοποιών δεν θα χρειαστεί να περπατήσουν σε τέτοια σκοτεινά μονοπάτια, γιατί τα πάντα θα τα λούζει το φως που πηγάζει από τη μαγεία της δημιουργίας στο θέατρο.

Ποια σκέψη, ποιος φόβος μπορεί να σε κρατήσει ξύπνιο τη νύχτα;
Μόνο ο φόβος της απώλειας.

Υπήρξαν ρόλοι που σου άφησαν ανεξίτηλα σημάδια; Που τους νοσταλγείς;
Όλοι μου άφησαν ανεξίτηλα σημάδια, αλλά μόνο έναν νοσταλγώ, κι αν το θέλει ο Θεός, κάποια στιγμή θα τον ξανασυναντήσω: τον Συρανό ντε Μπερζεράκ.

Σε ενοχλεί η ταμπέλα «κωμικός ηθοποιός» που πολλοί σού αποδίδουν;
Επειδή μου έχει ξαναγίνει παρόμοια ερώτηση, αρχίζω να καταλαβαίνω ότι η κωμωδία τελικά είναι παρεξηγημένο είδος. Πολλές φορές τη συγχέουν με την πλακατζίδικη συμπεριφορά και το φτηνό, εύκολο χιούμορ που ίσως κάνει τον κόσμο να γελά στιγμιαία· στιγμιαία, όμως, μένει και στη θύμησή του αυτό που είδε. Δεν με αδικεί καθόλου η ταμπέλα αυτή, αρκεί να θεωρούμαι καλός κωμικός ηθοποιός, κάτι το οποίο σηκώνει μεγάλη κουβέντα. Ας πούμε, λοιπόν, για μένα ότι είμαι ένας παλιάτσος. Γλίστρησα κι έπεσα, χτυπώντας το κεφάλι μου, για να σε κάνω να γελάσεις. Αλλά θα προσπεράσω τα χαχανητά των πολλών και θα στρέψω το βλέμμα μου στο βουρκωμένο πρόσωπο ενός θεατή που στο γλίστρημά μου είδε τον πόνο μου. Γιατί ο ιδανικός θεατής για μένα είναι εκείνος που νιώθει πέρα από τα απλά και τα συνηθισμένα και βγαίνοντας από το θέατρο αισθάνεται πιο ζωντανός. 

Αν μπορούσες να πας μπροστά τον χρόνο, τι θα ήθελες να λένε για σένα όταν θα έχεις βγει στη σύνταξη;
«Αυτός που πετάει πάνω στη σκηνή έχει στ’ αλήθεια βγει στη σύνταξη;»


→ Λίνα Πρίντζου

«Δεν έχω συναντήσει πιο στέρεο άνθρωπο» * (Φυσικά και τη ρώτησα, Βασίλη…)

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος: «Η βλακεία των ανθρώπων είναι παγκόσμια και ανίκητη»-2

Και να θέλεις να κρυφτείς, η σκηνή δεν σ’ αφήνει. Αργά ή γρήγορα ό,τι πρεσβεύεις και ό,τι κυριαρχεί σ’ εσένα βγαίνει στο προσκήνιο. Ο Βασίλης όσο γενναιόδωρος είναι στη σκηνή, άλλο τόσο είναι και στη ζωή του. Δίνει χώρο στον άλλο να απλωθεί και να δημιουργήσει. Για την ακρίβεια, αφήνει τον δρόμο ανοιχτό ώστε οι άνθρωποι που αγαπά να τον περπατήσουν καταπώς πιστεύει καθένας καλύτερα. Χωρίς περιορισμούς, χωρίς δεσμεύσεις. Δεν θα κρατήσει την καλύτερη ατάκα για τον εαυτό του για να πάρει το χειροκρότημα, θα τη μοιράσει με την ίδια ευκολία που θα κάνει ένα βήμα πίσω, στη ζωή, για να σε αφήσει να προπορευτείς.

Δεν έχω συναντήσει στη ζωή μου πιο στέρεο άνθρωπο από εκείνον. Πατάει στη σκηνή με τέτοια σιγουριά, όμοια με τη δύναμη ενός μαγνήτη, και στη ζωή κάνει τα δύσκολα να φαίνονται εύκολα. Σου δίνει την εντύπωση ότι έχει έρθει και την έχει ξαναζήσει, και τώρα στην επανάληψη πάει με τα μάτια κλειστά. Και επειδή μάλλον θα το είδε και αυτό, ότι είναι μικρή η ρημάδα και δεν ωφελεί να σκορπίζεσαι στους πέντε ανέμους και να αναλώνεσαι σε μιζέριες και μικρότητες, τόσο στη σκηνή όσο και στη ζωή «αν δεν βρει την άνοιξη, τη φτιάχνει» και δίπλα του ανθίζουν φίλοι, συνεργάτες κι εγώ.

ΙΝFO → Ο κουρέας της Σεβίλλης, Θέατρο Ακροπόλ (Ιπποκράτους 9-11). 
Σκηνοθεσία: Σοφία Σπυράτου.
Παίζουν: Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Φάνης Μουρατίδης, Γιώργος Συμεωνίδης, Ρένος Ρώτας, Νίκη Βακάλη, Μάριος Πετκίδης, Ιωάννης Κοντέλλης.