ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Δρομολόγια: Μαραθωνοδρόμοι ανάμεσα σε παλιές πινακίδες

Παράλληλα με τη διεξαγωγή του 39ου Αυθεντικού Μαραθωνίου, ένα ταξίδι στις παλιές πινακίδες της Αθήνας αποτελεί ένα νοσταλγικό άρμα μιας εμπορικής εποχής που σταδιακά σβήνει.

Δρομολόγια: Μαραθωνοδρόμοι ανάμεσα σε παλιές πινακίδες

«Υπάρχουν ακόμα τουρίστες στην Αθήνα;» αναρωτιέται ρητορικά ένας συνάδελφος σε μια βόλτα στα στενοδρόμια του Ψυρρή. Ακούει τις βροντερές φωνές από μια παρέα Αμερικανών που κάθονται σε μια ταβέρνα που παίζει φαλτσοκουρασμένα λαϊκά (του γλεντιού, όχι της καψούρας). Δύο γιαγιάδες στη Σπύρου Μερκούρη στο Παγκράτι κουτσομπολεύουν στα ιταλικά, ενώ μια οικογένεια Γάλλων ζητάει, με γαλλοπρόφερτα αγγλικά, σιρόπια από το φαρμακείο για το μωρό στον μάρσιπο και εμείς να ψάχνουμε εκείνο το καραόκε μπαρ, στο οποίο έπρεπε να είχαμε κάνει κράτηση. Δεν πα’ να νυχτώνει από τις έξι, η διασκέδαση ορίζεται ως εξής: ξενύχτησε ή κάτσε σπίτι. Δεν είναι Λονδίνο εδώ – όχι πως δεν θα γίνουμε σε κάποια πράγματα. 

Η τελευταία σελίδα του αείμνηστου Μιχάλη Κατσίγερα στον Γαστρονόμο αφορούσε τη στιγμή που αντιλήφθηκε (ή μάλλον σακουλεύτηκε) «τη ρητορική δυναμική της σακούλας, της φήμης του εμπορικού σήματος» που κουβαλάνε. Σκέφτηκα τη συγκεκριμένη δυναμική στον περίπατο της ομάδας των atenistas. Όχι όμως στο σχήμα της σακούλας, αλλά στην όψη μιας πινακίδας, όπως αυτές νότια της πλατείας Ομονοίας. Καλλιγραφικές πινακίδες πάνω από τις βιτρίνες, που μοιάζουν «με χορό γραμμάτων που το ένα πιάνει το άλλο», όπως έλεγε ο Τάσος Χαλκιόπουλος, ο οποίος ανέλαβε τον ρόλο ξεναγού για περίπου διακόσια άτομα που θέλησαν να θυμηθούν ή και να γνωρίσουν μια παλιά Αθήνα. Μιμήσεις αρχαιοελληνικών στιλ γραφής, γραμματοσειρές που δεν ακολουθούν κανόνες, αλλά δίνουν ένα σύνολο εικόνας, άλλοτε στιβαρό και άλλοτε πιο στρογγυλό, που εκπέμπει μια ευαισθησία. 

Έξω από το πρώην τυπογραφείο του Ρομάντσου, στο άκουσμα της τιμολογιακής του κόντρας με το περιοδικό Θησαυρός και της λέξης «δραχμή», οι μεγάλοι αναστενάζουν και επιβιβάζονται στο νοερό άρμα της νοσταλγίας που σβήνει κάθε ενόχληση από την ορθοστασία. Οι μικροί κοιτάμε απορημένοι, ίσως και με μια αγωνία, με μια βιασύνη να τις φωτογραφίσουμε με το κινητό, καθώς οι περισσότερες από αυτές τις πινακίδες (κυρίως οι ξεθωριασμένες και εκείνες των εγκαταλελειμμένων οικοπέδων) θα πεταχτούν. Γι’ αυτό και δημιουργούμε ενθύμια. 

Όλοι πήγαν στον Μαραθώνιο. Εκτός από εκείνο τον πωλητή του βαλιτσάδικου που βάζει στο φουλ την ένταση και μέχρι την πλατεία Κοτζιά ακούγεται Κατερίνα Στανίση, τον λαχειοπώλη, το αγόρι και το κορίτσι που βιντεοσκοπούν τη φίλη τους να μιμείται τη Βίρνα Δράκου στη σκηνή με τα περιστέρια στο Σύνταγμα, αλλά διστάζει την τελευταία στιγμή, γιατί, όπως έλεγε, θα τη χ*σουν τα περιστέρια. 

«Το τέλος είναι κοντά», έγραφε το πλακάτ ενός «θεούλη» (#diplis) που εμψύχωνε τους μαραθωνοδρόμους. Δύο Αγγλίδες εμψυχώνουν με όση φωνή έχουν τους άγνωστους σε αυτές δρομείς. Οι Βέλγοι βγάζουν τη σημαία από την τσάντα, βρίσκουν ανταπόκριση. Οικογένειες βγάζουν τα ποδήλατα από την αποθήκη και κόβουν βόλτες στους άδειους δρόμους. Ευφορία. Άραγε θα ήταν κακή ιδέα να κλείνει μία Κυριακή τον μήνα ένας κεντρικός δρόμος της Αθήνας για χάρη των πεζών;