ΤΑΞΙΔΙΑ

Στο κάμπινγκ

Στο κάμπινγκ

Όταν οι διακοπές στο τροχόσπιτο ταυτίζονται με την «πατρίδα» της παιδικής ηλικίας.

Κάθε φορά που κάποιος μου ζητάει να μιλήσω για το κάμπινγκ σαν να είμαι αυθεντία του είδους, νιώθω λίγο αμήχανα. Δεν είναι ότι δεν έχω την προϋπηρεσία να το κάνω. Παραθερίζω σε κάμπινγκ από πέντε χρονών, όταν οι γονείς μου στις αρχές των ’80s αποφάσισαν πως αυτό θα είναι το μέλλον των διακοπών μας και αγόρασαν ένα τροχόσπιτο για να βγουν «στον πηγαιμό» για ένα κάμπινγκ που τους είχε συστήσει ένας συνάδελφος «κάπου κοντά στο Άστρος Κυνουρίας». Οι γονείς μου, που όπως αποδείχθηκε δεν ήταν και άσοι στον προσανατολισμό, μαζί μ’ εμένα στα πέντε μου στο πίσω κάθισμα ψάχναμε ώρες χαμένοι στις ατελείωτες στροφές της παραλιακής οδού Άστρους-Λεωνιδίου την πολυπόθητη Ιθάκη μας. Κάποια στιγμή θεωρήσαμε ότι τη βρήκαμε. Μια μισοτελειωμένη είσοδος ήταν ανοιχτή στην αριστερή πλευρά του δρόμου, τη διασχίσαμε και κατεβήκαμε μια μεγάλη κατηφόρα. Τροχόσπιτα είχε ελάχιστα, λίγες σκηνές, οπότε φτάσαμε μέχρι τη θάλασσα. Από ό,τι μου έλεγαν, γιατί δεν θυμάμαι λεπτομέρειες, μείναμε και οι τρεις άφωνοι από τα καθαρά νερά, την ανέγγιχτη παραλία, τη φανταστική άδεια «πρώτη θέση» κάτω από μια γέρικη τεράστια ελιά, την ομορφιά του κόλπου μπροστά μας και του βουνού πίσω μας, του οποίου τα δύο μέρη ενώνονταν όπως στις παιδικές ζωγραφιές, με τον ήλιο να βυθίζεται τα απογεύματα πίσω του. Στήσαμε με συνοπτικές διαδικασίες, ευγνωμονώντας τον συνάδελφο και μένοντας εκεί… μέχρι σήμερα.

Σήμερα, που οι γονείς μου δεν ζουν πια, αλλά το τροχόσπιτο παραμένει στην ίδια μαγική θέση, η κόρη μου απολαμβάνει τα προνόμια που απόλαυσα κι εγώ – ή περίπου. (Τα 2020s είναι αρκετά διαφορετικά από τα ’80s, όσον αφορά την ανεμελιά των καλοκαιριών και τις φοβίες των γονέων.) Και γύρω μας παραθερίζουν ακόμα όλοι οι τότε γείτονές μας, που μαζεύτηκαν σιγά σιγά εκείνο το πρώτο, αλλά και τα επόμενα καλοκαίρια. Οι ίδιοι ή τα παιδιά τους ή –οι πιο τυχεροί– άπαντες σε οικογενειακή απαρτία. Οι παιδικοί μου φίλοι, αυτοί που γνωριστήκαμε εκεί και μεγαλώσαμε μαζί, είναι τώρα οι γονείς. Οι φίλοι των γονιών μου είναι οι παππούδες και τα παιδιά είμαστε τώρα εμείς. Εμείς που περνούσαμε όλο το καλοκαίρι εκεί, αλλάζοντας «χέρια» που μας κρατούσαν –όταν οι άδειες των γονιών σώνονταν– από θείες σε νονές κι από γείτονες σε κολλητούς των γονιών. Μαυρισμένοι κατράμι, να σκαρφαλώνουμε βράχια, να βγάζουμε πεταλίδες, να ψαρεύουμε σπάρους, να διοργανώνουμε κυνήγια θησαυρού, να στήνουμε παζάρια πλέκοντας βραχιολάκια και ζωγραφίζοντας τις μεγάλες στρογγυλές πέτρες που είχε η παραλία μας.

sto-kampingk0
© Αγγελος Γιωτόπουλος

Παρέες ανάμεικτες από αγόρια και κορίτσια όλων των ηλικιών βγάλαμε παιδική ηλικία, εφηβεία, περάσαμε τις Πανελλήνιες, φύγαμε μόνοι για διακοπές στα νησιά, αλλά πάντα επιστρέφαμε τουλάχιστον μία εβδομάδα τον χρόνο στη βάση μας, συχνά γκρινιάζοντας για την αέναη επανάληψη των καλοκαιριών στο κάμπινγκ, αλλά κατά βάθος ευγνώμονες για το δώρο. Σπουδές, γάμοι, χωρισμοί, παιδιά, θάνατοι, μετακομίσεις, αλλαγές καριέρας, αρρώστιες, δοκιμασίες, χρεοκοπίες, όλα τα ζήσαμε, με μόνη σταθερά για όλους αυτή την κουκκίδα στον χάρτη, όπου, όταν ήμασταν μικρά, για τουλάχιστον δύο μήνες κάθε καλοκαίρι ζούσαμε σερί χωρίς να βάλουμε παπούτσια ή να μπούμε σε κλειστό χώρο πέραν των τροχόσπιτων, πιο «στη φύση» από ό,τι αντιλαμβανόμασταν ή μπορούσαμε ποτέ να ευχηθούμε. Όπου πλέναμε πιάτα σε αυτοσχέδιους νεροχύτες, φτιάχναμε δεντρόσπιτα πάνω στη γέρικη ελιά, αράζαμε κάτω από τη χαρουπιά με τη συντροφιά της μπουκαδούρας, του κλασικού μεσημεριανού ανέμου που βοηθούσε τους γονείς να πέσουν για ύπνο στα δροσερά κι εμάς γιατί κάλυπτε τα τρανταχτά γέλια μας. Τρώγαμε κεράσια και βερίκοκα, πετούσαμε τα κουκούτσια στο παρτέρι με τα γεράνια και τις βουκαμβίλιες και τις χρονιές που ήμασταν τυχεροί κάποια από αυτά φύτρωναν, κι έτσι στο τέλος όλοι είχαν ένα δέντρο στο παρτέρι τους που φύτρωσε από αυτά.

Κι όταν μεγαλώσαμε λίγο και οι γονείς έφευγαν για Αθήνα και μας άφηναν μόνους για μερικές φανταστικές μέρες που νομίζαμε ότι μας ανήκει το κάμπινγκ και ο κόσμος ολόκληρος, πιο περήφανοι ήμασταν που είχαμε την αρμοδιότητα να ποτίζουμε αυτά τα παρτέρια από όλες τις άλλες ενήλικες υποχρεώσεις που μας ανέθεταν. Ήταν η μόνη υποχρέωση που φέρναμε σε πέρας με συνέπεια. Όλες τις άλλες –να στρώνουμε τα κρεβάτια μας, να ανεβάζουμε τα σκουπίδια στους κεντρικούς σκουπιδοτενεκέδες, να έχουμε πάντα εμφιαλωμένα νερά στο ψυγείο και να κρατάμε καθαρά τα τροχόσπιτα– τις αγνοούσαμε επιδεικτικά μέχρι την τελευταία ημέρα πριν από την επιστροφή τους. Γιατί μπορούσαμε και γιατί, όταν σου ανήκει ο κόσμος, δεν στρώνεις το κρεβάτι σου. Την τελευταία μέρα, οργανωνόμασταν μεθοδικά και τα κάναμε όλα μαζί. Επέστρεφαν τις Παρασκευές το απόγευμα οι γονείς και τους παραδίδαμε το κάμπινγκ και τον κόσμο σε άριστη κατάσταση.

sto-kampingk1
To κάμπινγκ με τον φακό του Αγγελου Γιωτόπουλου: μια μόνιμη αίσθηση ότι βρίσκεσαι στα ’80s, σε μια κλειστή, εναλλακτική εκδοχή μιας μικρής πόλης, όπου όλοι γνωρίζουν όλους από παιδιά και τα νέα ταξιδεύουν γρήγορα. © Αγγελος Γιωτόπουλος

Οπότε, όταν με ρωτάνε σαν αυθεντία για το κάμπινγκ ως είδος διακοπών, δεν ξέρω αν μπορώ να απαντήσω. Με τροχόσπιτο, προέκταση με πάτωμα, νεροχύτη και έπιπλα κουζίνας, ψυγείο, χημική τουαλέτα, τηλεόραση, air condition, ντουσιέρα με ζεστό νερό μέχρι να δύσει ο ήλιος –μια χρονιά ο μπαμπάς μου είχε βάλει και πιάτο Νova–, δεν νομίζω ότι δικαιούμαι να μιλάω για κλασικό κάμπινγκ. Εγώ μιλάω για το σπίτι μου, για το «χωριό» μου, για τη μόνη σταθερά στη μέχρι τώρα ζωή μου, για την πατρίδα της παιδικής μου ηλικίας, το μέρος όπου έμαθα περισσότερα πράγματα για τη φύση, τον κόσμο και τους ανθρώπους από οπουδήποτε αλλού. Κι όπως όλα τα πράγματα στην αληθινή ζωή, έγινε εντελώς τυχαία. Εκείνο το κάμπινγκ που σύστησε ο συνάδελφος στους γονείς μου, που έγινε το έναυσμα για 40 χρόνια καλοκαιρινής ιστορίας και το ψάχναμε τόσες ώρες το 1981, το θυμάστε; Ε, δεν ήταν αυτό.

Πρώτη δημοσίευση: “Greece Is Διαδρομές”. 
Μπορείτε να παραγγείλετε το τεύχος εδώ: https://subscription.kathimerini.gr/greece-is