ΤΑΞΙΔΙΑ

Μοναστήρι: Σύνοψη βαλκανικής ιστορίας

valaksn1

Eίχα αδημονία για την πρώτη βόλτα στον κεντρικό πεζόδρομο του Μοναστηρίου, των Βιτωλίων, της Bitola. Η απόσταση από τη Φλώρινα ήταν μικρή, αλλά το Μοναστήρι ήταν ένας άλλος κόσμος, φορτωμένος με την αχλύ ενός μύθου. Ενιωθες ότι η περιοχή ήταν «μία», η παλιά αρχιτεκτονική ένθεν και ένθεν των συνόρων έχει κοινό ύφος, αλλά στο Μοναστήρι υπήρχε ο αέρας του οικονομικού κέντρου. Φανερή και σήμερα η παλιά αίγλη σε όλες τις προσόψεις που συνθέτουν το καλά συντηρημένο αρχιτεκτονικό μέτωπο της πόλης, το πιο (ίσως και το μόνο) τουριστικό κομμάτι μιας πόλης που έχει περαστικούς ταξιδιώτες.

Το Μοναστήρι εκπροσωπεί ίσως με απόλυτο τρόπο τη βαλκανική πανσπερμία, όπως ήταν κατανοητή πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους, με σύνθεση αέρα από Οθωμανική Αυτοκρατορία και Αψβούργους. Σε ένα σταυροδρόμι της δυτικής Μακεδονίας, το Μοναστήρι αναπτύχθηκε ταχύτατα μετά τη σιδηροδρομική του σύνδεση, το 1894. Εζησε τη δική του μπελ επόκ.

Αυτό που έβλεπα ήταν μια βαλκανική πόλη, μεσαία, στο όριο επαρχίας και κέντρου, με έναν ωραίο πεζόδρομο που κατέληγε σε ναούς και τεμένη. Στις προσόψεις των σπιτιών κυμάτιζαν πού και πού σημαίες προξενικών αρχών, υπήρχαν καταστήματα επαρχιακού ύφους, ιταλικά εστιατόρια και ελληνικές επιχειρήσεις. Τιμές πολύ φθηνές.

Εφερα στον νου το βιβλίο του ιστορικού Βασίλη Γούναρη «Στις όχθες του Υδραγόρα» (εκδ. Στάχυ, 2000) που, καθώς ανασυστήνει τη ζωή του Μοναστηριώτη Ελληνοβλάχου εμπόρου Μιχαήλ Κατσουγιάννη, μιλάει επί της ουσίας για την αστική ακμή της πόλης την περίοδο 1897-1911. Το Μοναστήρι είχε έντονο ελληνικό στοιχείο, είδα με συγκίνηση ένα σπίτι που θα μπορούσε να είναι στην Ερμούπολη, στην Πάτρα ή στο Βαθύ.

Σταδιακά εγκαταλείφθηκε, εκσερβίστηκε με απειλή κυρίως από τη Βουλγαρία και τώρα είναι μια πόλη με τεχνητή ταυτότητα. Ο περίπατος στον κεντρικό πεζόδρομο είναι μια σύνθετη εμπειρία, που συνοψίζει την πορεία των δυτικών Βαλκανίων.