ΠΟΛΗ

«Αλλά κάποιοι ζουν ακόμη και θυμούνται. Και ντρέπονται»

dimarx

Η χαμένη τέχνη της επιστολογραφίας επανέρχεται κάποτε αιφνιδιαστικά για να φέρει σε έναν φάκελο σκέψεις και επισημάνσεις που αξίζει να διαβαστούν και να αποθησαυριστούν. Ελαβα επιστολή χτυπημένη σε γραφομηχανή από έναν ευγενικό αναγνώστη της εφημερίδας, με τον οποίο είχα και πάλι επικοινωνήσει στο παρελθόν, για άλλο θέμα. Οσα μου έγραψε με άγγιξαν και με τάραξαν και με οδήγησαν σε αυτοκριτική, καθ’ όλα χρήσιμη και διδακτική. Πριν από μερικές εβδομάδες είχα δημοσιεύσει μια φωτογραφία ανέμελων λουομένων στα Δικηγορικά της Γλυφάδας από το 1942, μαζί με περιγραφικά σχόλια. Μέσα μου, όσο έγραφα εκείνο το κείμενο, κάτι κλωτσούσε και είχα σκεφτεί –χωρίς να έχω στοιχεία ή αρκετές γνώσεις– όσα ήρθε να μου πει η επιστολή. Είναι πολλά τα θέματα που δεν έχουμε ακόμη, συνολικά ως κοινωνία, αντιμετωπίσει και ένα από αυτά είναι οι Ελληνες συνεργάτες των Γερμανών και φυσικά, η μετέπειτα «φυσική» ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία. Η φωτογραφία που είχα δημοσιεύσει έδειχνε Ελληνες αστούς, που απολάμβαναν το μπάνιο τους το 1942 με αυτάρεσκη ανεμελιά, κάτι που και εμένα –χωρίς να έχω στοιχεία για την προέλευση της φωτογραφίας– με είχε ενοχλήσει. Μου γράφει, λοιπόν, ο κύριος Ν. Α. Γκ. από το Παγκράτι: «Με φρίκη θυμάμαι το 1942, όταν οι άνθρωποι πέθαιναν στον δρόμο από την πείνα. Αλλά οι κύριοι και οι κυρίες της φωτογραφίας σας, αμέριμνοι και καλοθρεμμένοι, κάνουν το μπάνιο τους και βγάζουν φωτογραφίες σαν να μην τρέχει τίποτα.

Στην Κατοχή όλη η ακτή του Σαρωνικού, από το Νέο Φάληρο μέχρι τη Βουλιαγμένη και τη Βάρκιζα, ήταν απροσπέλαστη, γιατί οι Γερμανοί είχαν στήσει φυλάκια και πολυβολεία και χρειαζόταν ειδική άδεια για να κατεβεί κανείς στην ακτή. Λίγο πιο πέρα, στο εξοχικό μας σπίτι στη Βούλα, όπου είχα ζήσει όλα τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων μέχρι το 1940, δεν μπορέσαμε να πλησιάσουμε παρά μόνο στο τέλος του ’44, όταν είχαν φύγει οι Γερμανοί. Ηταν ερειπωμένο και λεηλατημένο, τα αιωνόβια πεύκα κομμένα, το κιγκλίδωμα πριονισμένο (για κάποιους μυστηριώδεις λόγους οι Γερμανοί είχαν πριονίσει και πετάξει καταγής όλα τα μεταλλικά κιγκλιδώματα της περιοχής). Αλλά κάποιοι ζουν ακόμη και θυμούνται. Και ντρέπονται».