ΠΟΛΗ

Τα προσφυγικά στη σκιά του πλήθους

ta-prosfygika-sti-skia-toy-plithoys-561514354

ta-prosfygika-sti-skia-toy-plithoys0Περπατούσα ολόγυρα από το Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος και ρουφούσα τις εικόνες. Στην οδό Ξενοφώντος είχα σταθεί μπροστά σε μια ροδιά. Χρύσιζε το ρόδι και έγερνε ο κλώνος από το βάρος του καρπού σε μια αυλή γεμάτη ζιζάνια και ξερόχορτα. Ηταν εκεί ένα σπίτι που κάποτε είχε ζωή, ζωή προσφυγική, και τώρα μπορούσα να δω μονάχα την πόρτα, σωστή αθηναϊκή εξώθυρα, που όμως αν την άνοιγες θα έμπαινες σε ένα σωρό από πέτρες. Ηταν σαν άνοιγμα συλημένου τάφου, αλλά η τρελή ροδιά στην αυλή σκορπούσε μηνύματα ενός πολλά υποσχόμενου φθινοπώρου. 

Θα ήθελα περισσότεροι επισκέπτες στο πάρκο, στη Λυρική, στη Βιβλιοθήκη, να έβρισκαν λίγο χρόνο και με ανοικτή την καρδιά για νέες εμπειρίες να περπατούσαν ολόγυρα στα στενά της Καλλιθέας εκεί κοντά. Στις παρυφές με το πάρκο, δύο-τρία εστιατόρια κερδίζουν πελατεία, αλλά λίγο πιο μέσα, ίσως και ακριβώς στο όριο με το πάρκο, η ζωή κυλάει σε άλλους ρυθμούς. Περπατούσα πάνω κάτω και ανάμεσα σε ψηλές πολυκατοικίες και κάποιες πιο αστικές διπλοκατοικίες, ο προσφυγικός συνοικισμός απλωνόταν συμπαγής και πυκνός σε δύναμη αφηγήσεων. Σταμάτησα αυθόρμητα να μιλήσω με το ζευγάρι που καθόταν σε μιαν αυλή. Ηταν απόγευμα ζεστό, ο καφές είχε σερβιριστεί πάνω στον μουσαμά που κάλυπτε το τραπέζι, οι πλαστικές καρέκλες έφτιαχναν ένα αυτοσχέδιο σαλονάκι, το λάστιχο είχε ποτίσει τα λουλούδια και τα δέντρα. Σε πολλές αυλές έβλεπα ανθισμένα τα δειλινά, με φούξια και κίτρινα λουλούδια, μια τόσο αλλοκαιρινή νότα του καλοκαιριού στα προάστια της Αθήνας. Και εδώ ήταν προάστια, ήταν «μακριά», ήταν οικόπεδα όπου μπορούσε σταδιακά να εφαρμοστεί το κρατικό οικοδομικό πρόγραμμα για τους πρόσφυγες. Τα περισσότερα από τα προσφυγικά είναι λειτουργικά αλλά τα πιο πολλά φθίνουν. Πολλά έχουν εγκαταλειφθεί, μοιάζουν με απολιθώματα, με σπηλιές ή προϊστορικά ζώα. Σε πολλά μένουν μετανάστες, παρατηρούσα τα πολύχρωμα υφάσματα απλωμένα, τα πλαστικά παιχνίδια στις τσιμεντένιες αυλές. Ορισμένα κρατιούνται νοικοκυρεμένα, υπάρχει επένδυση συναισθήματος. Αλλά το σύνολο είναι μια ανθρωπογεωγραφία μοναδική, που απλώνεται κατά τόπους βωβή, κατά τόπους θορυβώδης και συνηθέστερα κρυπτική, σιβυλλική, λανθάνουσα. Στο βάθος μικρών στοών, με αψίδες που βγαίνουν σε αυλές, βλέπεις μικρά νοικοκυριά δίπλα σε εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα της δεκαετίας του ’80, μαζεμένα παλιοσίδερα σε σωρούς, σαν ξερόκλαδα, ακούς γλώσσες που δεν ξεχωρίζεις εύκολα, αλλά μαζί με όλα αυτά υπάρχει και κάτι που σε συνδέει με κάτι γνήσιο, στέρεο, με σάρκα και αίμα. Σε πολλά προσφυγικά επιζεί εκείνη η αίσθηση της πάστρας, όπως τη νοούσαν όσοι είχαν αυλές και λιγοστά μέσα. Προσφυγικά σαν αχυρώνες, ή σαν μικρές κεραμοσκέπαστες πολυκατοικίες, προσφυγικά σαν παράσπιτα, και πόρτες, πόρτες πολλές, άλλες λουλακί και άλλες πράσινες, άλλες μουσταρδί και άλλες κόκκινες. Παράθυρα με παντζούρια κλειστά τα περισσότερα, μικρά παράθυρα σαν να τα έχει σχεδιάσει παιδί και συχνά στο τσιμεντένιο περβάζι μια γάτα κουρνιασμένη, ένα πλαστικό δοχείο, ένα ποτήρι, ένα κατσαβίδι, μια γλάστρα, ένα παιχνίδι που ξεχάστηκε… 

Πόσο παλιά είναι η ζωή εδώ… Παλιά ζωή αλλά οικεία, με άγνωστη τύχη. Πιο κάτω, στις Τζιτζιφιές, μένουν σκόρπιες κάποιες αστικές κατοικίες τού χθες, η ακτογραμμή ήταν κάποτε κοντά, η νέα ζωή πιέζει για χώρο, η μνήμη σαρώνεται. Επιστρέφω στο πάρκο του Νιάρχος με την αντίθεση των δύο κόσμων να γεννά εικόνες και σκέψεις. Υπάρχουν σκηνές μεγάλης φτώχειας και εξαθλίωσης αλλά και σκηνές εκείνης της παλιάς νοικοκυροσύνης που σε κάνει να κοντοστέκεσαι. Κρατώ την εικόνα ενός ηλικιωμένου κυρίου που βγαίνοντας από το σπίτι του είχε σταματήσει να μιλήσει σε δύο γάτες.