ΠΟΛΗ

Το διπλό είδωλο της Βικτώριας

to-diplo-eidolo-tis-viktorias-2030115

Θ​​α έπρεπε να καθιερωθεί ως «πράσινο της Βικτωρίας», τουλάχιστον στην αθηναϊκή καθομιλουμένη, το χρώμα που έχουν τα γερμανικά πλακίδια στον υπόγειο σταθμό της πλατείας. Αυτό το βεραμάν, σαν αρ ντεκό πορσελάνη, που όσο ανεβαίνεις στην επιφάνεια της πλατείας μετουσιώνεται στα μάτια σου στο βαθύ πράσινο του ορειχάλκινου Θησέα σε εκείνο το σύμπλεγμα που τόσο αγαπούν τα περιστέρια. Αυτό το πράσινο, που βάφει τις μνήμες μέσα από τα δαντελωτά φατνώματα των ακακιών της Βικτώριας.

Μου ήρθε σαν «γεύση» η πλατεία και μου γέμισε το μυαλό, γιατί πρόσφατα και με καθυστέρηση διάβασα το «Η Βικτώρια δεν υπάρχει» του Γιάννη Τσίρμπα (εκδ. Νεφέλη), ένα σύντομο βιβλίο με μικρά κείμενα, που ένα προς ένα μού τίναζαν από τη συνειρμική μου ροή τους σβόλους της δικής μου «Βικτώριας» και τους άπλωναν, παράταιρους και παραζαλισμένους, σε ένα εξπρεσιονιστικό, σκληρό και αισθαντικό τοπίο.

Διάβαζα τη «Βικτώρια» σε αυτό το μικρό-μεγάλο βιβλίο και σαν κουρτίνες βροχής έπεφταν οι εκδοχές της πλατείας, με τους ανθρώπους της, τα δικά τους φορτία, τις ιστορίες τους και κυρίως τις σκιές τους. Αυτή η «Βικτώρια», σαν εξπρεσιονιστικός πίνακας από την καλλιτεχνική σκηνή της Βαϊμάρης, ερχόταν σε αντίθεση με το φιλήσυχο, τσαρουχικό, παλαιοαθηναϊκό, δικό μου, βιωματικό τοπίο της Βικτώριας, όπως το είχε δώσει και ο Μένης Κουμανταρέας.

Και ήταν η συγκυρία να κυκλοφορήσει πάλι η συλλογή διηγημάτων «Σεραφείμ και Χερουβείμ» του Κουμανταρέα (από τις εκδόσεις Κέδρος) με ένα εικαστικό εξώφυλλο του Αχιλλέα Ραζή (που προστίθεται και αυτό στη συλλογή των αθηναϊκής ζωγραφικής). Και να έρθουν να μπλέξουν οι δύο «Βικτώριες», από διαφορετικές γενιές, από διαφορετικές «Αθήνες», με άλλη υγρασία και άλλο ειδικό βάρος, και να ενωθούν στο μυαλό μου επιχειρώντας τη σύνθεση. Γιατί και οι δύο Βικτώριες, η αστική του ’50 και του ’60 και του ’70, με τους νοικοκυραίους, τα κρυφά πάθη και τη μυρωδιά του νέου παρκέ, όσο και η σημερινή με τις μεγάλες τομές, τα χάσματα, τα χαρακώματα και τις μακρές σκιές, είναι αληθινές, ατόφιες. Η μία «Βικτώρια» επιζεί στη φαντασία και αγωνίζεται να επιστρέψει, έστω και ακρωτηριασμένη. Η άλλη «Βικτώρια» στέλνει μήνυμα ζωής αναβλύζουσας, ακόμη και από υπόγεια πολυκατοικιών, με την ασθματική ορμή του προσωρινού. Ενώνονται στον αέρα και συγκρούονται ή χωνεύονται. Συναντώνται υπογείως σε υπονόμους μνήμης και διασταυρώσεις βηματισμών, βλέπεις τα παπούτσια στο ίδιο πεζοδρόμιο καθώς περιμένεις στην 3ης Σεπτεμβρίου να ανάψει το πράσινο. Το ένα ζευγάρι ανήκει στη γυναίκα που γεννήθηκε το 1959 στην Αθήνα και μεγάλωσε στην οδό Αριστοτέλους (από το μπαλκόνι έβλεπαν την πλατεία). Το άλλο ζευγάρι ανήκει στον άνδρα, γεννημένο το 1987 στο Πακιστάν. Ηταν παιδί στην πατρίδα του όταν, είκοσι χρόνια πριν, η ίδια γυναίκα δίπλα του, βαστούσε στο ίδιο φανάρι τα δυο παιδιά της από το χέρι, αυτά που σήμερα έχουν τη δική τους οικογένεια.

Αλλά, σήμερα, η πλατεία Βικτωρίας τούς φέρει και τους δύο. Είναι «πατρίδα», με ρωγμές, πατρίδα παιδικής ηλικίας, πατρίδα σχεδίας επιβίωσης. Ανεβαίνω από τον υπόγειο στην πλατεία και αντικρίζω ξανά το πράσινο της μνήμης, αυτό που ο καθένας μπορεί να δει σε διαφορετική απόχρωση.