ΠΟΛΗ

Στη σκηνή της πλατείας Θεάτρου

sti-skini-tis-plateias-theatroy-2086370

Οι τζακαράντες της οδού Αθηνάς, ένα από τα αξιοθέατα της εποχής, ήταν ένας θόλος με μοβ ανθάκια που οδηγούσε από το Μοναστηράκι στην πλατεία Θεάτρου. Νοερά τα ένιωθα να ραίνουν τους διαβάτες, γιατί εκείνο το απόγευμα είχε βρέξει και το πεζοδρόμιο ήταν διάστικτο. Περπατούσα ανεβαίνοντας προς τη Βαρβάκειο μέσα από τα βλέμματα των τουριστών που διάπλατα περιεργάζονταν τα μαγαζιά της Αθηνάς, το καθένα μια αυλή των θαυμάτων.

Ο προορισμός μου ήταν η Διπλάρειος, που πριν ακόμη την αντικρίσω στην καρδιά της πλατείας Θεάτρου, την ένιωθα σαν ένα μεγάλο παραλληλόγραμμο, να ορίζει και να οργανώνει τον άξονα προς τη Βαρβάκειο αλλά και τον περίγυρο των κτιρίων. Η αυτονόμηση από τη γεωμετρία μέσα στον απόλυτο κάνναβο της περιοχής είναι ένα στοιχείο γοητευτικό που ωστόσο ταράζει την αίσθηση της αρμονίας και γεννά αδημονία.

Με αυτήν την ψυχική κατάσταση διέσχισα την αγορά της Βαρβακείου, που έκλεινε, και που ανάμεσα σε κατακόκκινες ντομάτες και ολοπράσινα κολοκυθάκια ξεπρόβαλε ένα παλαιοπωλείο που άπλωνε την πραμάτεια του χύδην δίπλα στα ζαρζαβατικά: κηροπήγια με χερουβείμ, καρδαρισμένα πορτρέτα προγόνων, ευτελή εφήμερα και πομπώδεις ψευδοπορσελάνες. Ηταν μια φευγαλέα σκηνογραφία.

Αλλά, στην οδό Θεάτρου, αφού είχα προσπεράσει τα έντονα χρώματα της Σωκράτους σε εκείνο το σημείο με τις ζωηρές ώχρες, τις τερακότες και τα πατημένα κίτρινα, σαν μεξικάνικη ζώνη στην καρδιά της Αθήνας, είχα την αίσθηση ότι εισερχόμουν σε μια άλλη ζώνη. Ισως να έφταιγε το φως της δύσης που είχε αιχμαλωτίσει τη Διπλάρειο σε ένα κίτρινο κλουβί και χρύσιζε την μία πλευρά του δρόμου και της πλατείας με ένα φως μαλακό αλλά και αποκαλυπτικό.

Χάρη στο φως αυτό, μπόρεσα να διακρίνω μια ανδρική μορφή στο κάγκελο ενός μπαλκονιού. Ηταν μια μάσκα, σαν ένα μετάλλιο, ένα cameo ή ένα προσωπείο, ένας γηρασμένος Ερμής, ένας Ατλας ή ένας Τιτάνας. Ηταν μια μορφή από το τέλος του χρόνου. Ηταν σφηνωμένη σε μια αθηναϊκή σιδεριά, σε ένα μπαλκόνι που κανείς δεν χαιρόταν, μπροστά από παντζούρια που ποτέ δεν άνοιγαν σε ένα σπίτι που ήταν διπλομανταλωμένο.
Σήκωσα το βλέμμα να επιθεωρήσω αυτήν τη διπλοκατοικία, πιθανόν χτισμένη μετά τους Βαλκανικούς, ίσως και το 1920, μια όμορφη κατασκευή, τώρα όλο σκουριά και υγρασία. Αυτή η μορφή όμως μου υπέδειξε τη θεατρικότητα του δρόμου, τον υπερρεαλισμό του πεζοδρομίου και την αφηγηματική τεχνική ενός και μόνου σιωπηλού σπιτιού.

Μπροστά μου ήταν η ιστορική Διπλάρειος, χτισμένη το 1932, μια κιβωτός παλιάς Ελλάδας με επένδυση σε βασικές αρετές προόδου και ευημερίας. Προκαλούσε ένα περίεργο δέος, όχι μόνο λόγω όγκου αλλά και στιβαρότητας. Το αχανές κτίριο ήταν μια ολόκληρη πόλη ορισμένη από επίπεδα, κόγχες, δωμάτια και διαδρόμους. Είχα έρθει για την έκθεση Strange Cities της Στέγης, και έπειτα από λίγα λεπτά αισθάνθηκα σαν όλη η διαδρομή μου να ήταν ένα άνοιγμα κουτιών που θύμιζε το παιχνίδι με τις ρώσικες κούκλες. Είχα αφήσει πίσω τη μεγάλη πόλη, το Μοναστηράκι, την Αθηνάς, τη Βαρβάκειο… Είχα παρασυρθεί από τη σκηνική δύναμη της οδού Θεάτρου, είχα μπει στη Διπλάρειο και τώρα ακολουθούσα έναν μίτο ψυχικής ανατομίας της ίδιας της Αθήνας. Από μέσα, η σχολή προσέφερε τα πιο αναπάντεχα κάδρα προς την παράδοξη πόλη.