ΠΟΛΗ

Η «ακρόπολη» της οδού Λυκαβηττού

i-akropoli-tis-odoy-lykavittoy-2104013

​Καθώς έχω αρχίσει μια «συλλογή» από τα μικρά δρομάκια της Αθήνας που κρύβουν γαλήνη και αρμονία, δεν έχασα ευκαιρία να λοξοδρομήσω στην οδό Λυκαβηττού. Ημουν ψηλά, κοντά στον Περιφερειακό και σε εντελώς διαφορετικό κλίμα, καθώς είχα πάει να δω από κοντά τη μεταμόρφωση της Σχολής Δοξιάδη. Ηταν μια ηλιόλουστη μέρα και γι’ αυτό αρχικά με τράβηξε η σκιερή αλέα της οδού Λυκαβηττού όπως σκαρφαλώνει στους πρόποδες του λόφου.  Χωρίς  να  το πολυσκεφτώ, λοξοδρόμησα για  λίγο και αμέσως άφησα να με τυλίξει η αύρα του δρόμου.  Δεν μπορείς να το αποφύγεις, γιατί η πυκνή πρασινάδα δημιουργεί έναν θόλο και αφήνει τον ήλιο μέσα από χαραμάδες κλώνων και κορμών δέντρων. Στα δεξιά μου, παρατήρησα τα όμορφα σπίτια του ’30 με το καστανό αρτιφισιέλ στην πρόσοψη, μπροστά μου είχα τα πολυώροφα από διάφορες δεκαετίες, τα οποία έβλεπα ελλειπτικά πίσω από το πράσινο, και σε ένα περβάζι είδα την ευτυχία μιας γάτας που απολάμβανε το γεύμα της χαϊδεμένη από τον ήλιο.

Απορροφημένος από την αναπάντεχη ατμόσφαιρα και την ησυχία που επιδρούσε σταδιακά, δεν πρόσεξα την «ακρόπολη» του δρόμου. Την είδα μετά. Αρχικά είχα φωτογραφίσει τα λουλακί σκαλοπάτια, που μου θύμισαν νησί, και τα ταίριαξα στο κάδρο της ματιάς μου με την αυτονόητη και γλυκά σκηνοθετημένη γραφικότητα μιας γλάστρας με μοβ δειλινά. Μου έκανε εντύπωση πόσο ψηλά ανέβαινε αυτή η σκάλα που δεν είχε τίποτε το αστικό και δεν αποκάλυπτε εύκολα πού οδηγούσε. Ηταν σαν μια κλίμακα ανόδου προς τον ουρανό.

Λίγο μετά, όμως, μέσα στη σιγαλιά του πρωινού, συνάντησα τυχαία μια φίλη που κατέβαινε τον δρόμο. «Ελα να σου δείξω ένα σπίτι», μου είπε. «Mήπως λες αυτό με τα μπλε σκαλοπάτια;», ρώτησα, πιο πολύ για να πάρω μερίδιο από την «ανακάλυψη». «Ναι, αλλά είδες ότι οδηγεί σε ένα σπίτι; Σκαρφαλωμένο και μισοκρυμμένο». Φτάσαμε στα λουλακί σκαλάκια και συμφωνήσαμε ότι είναι ένα αθηναϊκό εύρημα. «Το βλέπω χρόνια», είπε η φίλη. «Και πάντα αναρωτιέμαι…». Το σπίτι φαινόταν μονώροφο, χτισμένο μάλλον πρόχειρα μέσα σε ελεύθερη έκταση με πρασινάδες. Φαινόταν σαν μια αυτοτελής «δημοκρατία», μια ελεύθερη ζώνη με τα δικά της προϊόντα και το δικό της μικροκλίμα. Ολα αυτά, βεβαίως, τα φαντάστηκα, όπως και τα οικόσιτα ζώα που θα απολάμβαναν ελευθερία και στοργή σε αυτό το αθηναϊκό περιβολάκι. Σκέφτηκα τη στιγμή που τα σκαλοπάτια θα περάστηκαν με αυτό το λουλακί χρώμα, το χέρι που θα φύτεψε τα δειλινά, την ανάγκη για ιδιωτικότητα αλλά και την ημιδιάφανη και μισοαόρατη κατάσταση της δημόσιας έκθεσης. Υπήρχε μια σιωπή που όφειλες να σεβαστείς.

Παρ’ όλα αυτά, μου κέντρισε τη φαντασία αυτός ο μικρόκοσμος, περισσότερο γιατί μου φάνηκε να επιπλέει σε μια ζώνη σχεδόν μυθική. Ηταν, στη φαντασία μου, μια αρχέγονη ελληνική κατάσταση που πήγαινε πίσω στο φανάρι του Διογένη και στην αυτοτέλεια της απλής ζωής, σε μια έκφραση ελληνικότητας που τρέχει ανάμεσα σε κενά και χάσματα μνήμης. Αυτά τα σκαλοπάτια είχαν κάτι ηρωικό με την απόκλισή τους από τον αστικό κανόνα και ταυτόχρονα κάτι ερμητικό μέσα από την ανάγκη για τείχη.

Σε λίγη ώρα είχα ξαναβρεί το βήμα μου μακριά από την οδό Λυκαβηττού και όταν ανακάλεσα την εικόνα αυτής της παράξενης νησίδας, μου φάνηκε σχεδόν εξωπραγματική, σαν σπάραγμα από άλλη αντίληψη του χρόνου.