ΠΟΛΗ

Η κρυφή πόρτα της οδού Κολοκοτρώνη

Η κρυφή πόρτα της οδού Κολοκοτρώνη

Υπάρχουν δρόμοι όπως η Κολοκοτρώνη, η Περικλέους, η Λέκκα, η Πραξιτέλους και η Ευριπίδου που σηκώνουν στους ώμους την πόλη. Είναι η θέση τους τόσο κεντρική, τόσο ακλόνητη και τόσο νομοτελειακά συνδεδεμένη με την ψυχή της πόλης, που αρκεί η αναφορά του ονόματός τους για να παρασύρει σε μια συνειρμική ροή μία ατελείωτη σειρά εικόνων, αισθημάτων και οσμών. Η πόλη είναι όλα αυτά, αλλά κυρίως είναι ροή.

Τις προάλλες, στη συμβολή των οδών Λέκκα, Κολοκοτρώνη και Πραξιτέλους, σε εκείνη την τεθλασμένη τομή, είχα την αίσθηση ότι η πόλη ξεδιπλωνόταν στις στρώσεις του χρόνου. Στα μπαρ της περιοχής, γεμάτα όμορφα πρόσωπα, υπήρχε ξενοιασιά και η ζωή ήταν ημιυπαίθρια, με τις πόρτες μισάνοιχτες και τα γέλια έξω στον δρόμο. Χάρηκα αυτήν τη δύναμη της ζωής που είναι πιο ισχυρή από oτιδήποτε άλλο καθώς εκείνες τις στιγμές, όλα τα άλλα, ακόμη και ο θάνατος, δεν υπάρχουν. Και μαζί με εκείνες τις σκηνές, που παραδόξως μου έφεραν στον νου σκηνές από παλιές γαλλικές και ιταλικές ταινίες, με εκείνη την μποέμικη νιότη και την ορμή του έρωτα, ο αέρας της πόλης έφερνε και κάτι πολύ παλιό, καταχωνιασμένο και κουρνιασμένο σε κόγχες και κρυφά υπόγεια. Είναι ίσως ο χαρακτήρας όλων αυτών των δρόμων, που αλλάζουν στη διάρκεια της ημέρας προς τη νύχτα, και που συντηρούν με μεγάλη φυσικότητα, και σχεδόν με υπερβολική αθωότητα, αυτό που φεύγει και αυτό που έρχεται. Στο 12 της οδού Κολοκοτρώνη σε ένα από τα κτίρια του Μεσοπολέμου, που οι περισσότεροι περαστικοί το θωπεύουν με ματιές, καθώς είναι σε σημείο μεγάλης προβολής, είδα αυτούς τους δύο κόσμους να συνυπάρχουν. Από τη μια, έβλεπα τον κόσμο να χαίρεται δημοσίως τις ιδιωτικές στιγμές του και να ντύνει την πόλη με αυτήν τη δίχως τέλος σκηνή θεάτρου και από την άλλη, έφτανε κοντά μου η μυρωδιά ενός αστικού θανάτου, που στιγμές στιγμές, δεν σε άφηνε να τον αγνοήσεις.

Στο ίδιο κτίριο, που πολύ ρομαντικά έχει εγχάρακτη τη μαρμάρινη επιγραφή «Στοά Αγίου Γεωργίου» (ίσως γιατί είναι στην ενορία του Αγίου Γεωργίου του Καρύτση) υπάρχει υπαινικτικά η πρόσκληση για μια μυστική ματιά στο εσωτερικό. Είναι συνήθως βουβό, με φως χλωμό και τοίχους ψηλούς που ανάλογα την ώρα της μέρας παίρνει ανταύγειες ρόδινες, πρασινωπές ή αχνογάλαζες. Αδιόρατες γάζες μνήμης ξεδιπλώνονται και μόνο η κεντρική, δίφυλλη πόρτα που μοιάζει να έχει χαμένο κλειδί, δεσπόζει στο κέντρο της θέας και οργανώνει το θέαμα.

Εχει τέτοια ψυχαναλυτική ισχύ το θέαμα αυτό που αίφνης προβιβάζεται το ίδιο σε κινηματογραφικό σκηνικό σαν μία παλαιοαθηναϊκή εκδοχή της «Λάμψης» του Κιούμπρικ. Είναι ένας παραστατικός πίνακας από τους ρεαλιστές του ημίφωτος από εκείνους που υπονοούν το ανθρώπινο ίχνος και το αφήνουν με την υγρασία του.

Στην ευθεία, σαν μια κορδέλα, η Πραξιτέλους ξετυλίγεται και ανάλογα ποια πόρτα κοιτάξεις θα βρεις πορτοκαλί φωτισμούς και θα ακούσεις υπόκωφα τα γέλια των θαμώνων ή θα συναντήσεις και πάλι τα θλιμμένα και λερά πράσινα χρώματα που σταδιακά έχουν γίνει γκρίζα σαν χάρτες που δεν ξεχωρίζουν πια από τους πρώην λευκούς τοίχους.

Η εντύπωση, όμως, ότι πατάς στο στέρεο έδαφος της Αθήνας, δεν αλλάζει. Οι αθηναϊκές οικογένειες, εμπόρων, εισαγωγέων, προμηθευτών, μεταφορέων και τυπογράφων, έχουν ορίσει εδώ και δεκαετίες ένα τοπίο και κάθε διαδρομή σε αυτό έχει κάτι βαθύτατα και ανεξήγητα οικείο.