ΠΟΛΗ

Το πομπηιανό ίχνος της οδού Φυλής

11s3pol

Την οδό Φυλής την είχε ζωγραφίσει και ο Τσαρούχης για το ημερολόγιο της ΑΓΕΤ Ηρακλής το 1964. Δεν γνωρίζω σε ποιο σημείο είχε εστιάσει τη ματιά του, γιατί η οδός Φυλής είναι μια μεγάλη σε μήκος οδός ανάμεσα στην Αριστοτέλους και την Αχαρνών, από την πλατεία Βικτωρίας ώς την πλατεία Κολιάτσου.

Η οδός Φυλής του Τσαρούχη, με τα νεοκλασικά σπίτια της, που πολλά διασώζονταν το 1964, υπάρχει πλέον μόνο στη μνήμη, αλλά κάθε φορά που την περπατώ, ακόμη και τώρα, στην πιο παρακμιακή εκδοχή της, εκλύει μια ατμόσφαιρα οδυνηρά οικεία. Τη Φυλής την περπάτησα αρκετές φορές στο κομμάτι κοντά στην πλατεία Βικτωρίας. Με τραβάει πάντα το όνομά της, ο λαϊκός συνειρμός με τα πορνεία, η μείξη των παλιών σπιτιών και των πρόωρα γηρασμένων πολυκατοικιών, η αίσθηση μιας σκόνης που μοιάζει να αιωρείται και να σκεπάζει τα πάντα σαν τα σεντόνια που έβαζαν παλιά πάνω στα έπιπλα σε κλειστές κάμαρες.

Δεν έψαξα ποτέ να βρω την οδό Φυλής του Τσαρούχη ούτε επιχείρησα ποτέ να εντοπίσω την εικόνα του δρόμου που είχα από παιδί. Εχουν όλα γίνει πολτός σε μια ενιαία εικόνα με κομμάτια αλήθειας και φαντασίας. Εχω την εικόνα ενός φλεγόμενου δίπατου νεοκλασικού σπιτιού, ένα απόγευμα που πήγαινα στο σπίτι ενός συμμαθητή. Ημουν μόνος στον δρόμο και οι φλόγες έβγαιναν θεόρατες από τα παράθυρα του δεύτερου ορόφου. Αυτή η εικόνα, π.χ., που ανακαλεί ελληνικά λαϊκά παραμύθια, έχει ως βάση την ανάμνηση αλλά είμαι βέβαιος ότι η δραματικότητά της έχει εμπλουτισθεί με τον υπερβάλλοντα ζήλο που φέρνει ο χρόνος.

Γι’ αυτό όταν περπατούσα τις προάλλες στην οδό Φυλής, ένα πρωινό αυτοψίας στην πλατεία Βικτωρίας και στους γύρω δρόμους, κοντοστάθηκα όταν έφτασα στη γωνία με την οδό Φωκαίας. Είναι ένας μικρός δρόμος που συνδέει την Αριστοτέλους και την Αχαρνών και βρίσκει ανάμεσα την οδό Φυλής. Παραδόξως, και οι δύο κάτω γωνίες Φυλής και Φωκαίας καταλαμβάνονται από δύο παμπάλαια σπίτια, και τα δύο κλειστά και ερειπωμένα. Το πιο χαμηλό, που κάποτε ήταν μόνο σπίτι (ενώ το απέναντι, το ψηλό, είχε μαγαζιά στο ισόγειο, ίσως κανένα μπακάλικο) έδειχνε απρόσμενα «θερμό», αν και χρόνια έρημο. Το πλησίασα, όπως πλησιάζεις ένα όμορφο αδέσποτο που δεν θέλεις να τρομάξεις, και το περιεργάστηκα. Θα ήταν κάποτε προνομιούχο ως θέση, καθώς είναι γωνιακό, και θα ήταν πιθανότατα χτισμένο γύρω στο 1910-15. Οι πέτρες κάτω από τον σοβά έδειχναν την τεχνολογία της εποχής και τα παράθυρα όλα ήταν καρφωμένα ή χτισμένα. Επίκρανα κορινθιακού ρυθμού σώζονταν σε ελάχιστα παράθυρα καθώς ο διάκοσμος είχε όλος καταπέσει. Στην πρόσοψη, όμως, του σπιτιού επί της οδού Φωκαίας είδα αυτό το «οικόσημο» από τερακότα, σαν ξεπλυμένη με κοκκινόχωμα νερομπογιά, που αχνοφέγγιζε σαν εικονοστάσι στο λουλακί και στην ώχρα του σοβά. Ηταν ένα μενταγιόν περηφάνιας και οξύμωρου ναρκισσισμού σε μια γειτονιά με αστικά και λαϊκά σπίτια, ισόγεια ή διώροφα σχεδόν όλα, με λίγα τρίπατα πού και πού.

Στάθηκα όμως στο «οικόσημο», αυτόν τον αναγεννησιακό θυρεό στο σπιτάκι της οδού Φυλής, που αίφνης έφερνε εικόνες χαράς ή πένθους από την Πομπηία ή την Αντιόχεια. Θα μπορούσε να είναι θραύσμα από κάποιο ρωμαϊκό σπίτι στο Ερκουλάνεουμ, ή μια φαντασία κάποιου μάστορα στην Αθήνα του 1910. Η αθηναϊκή τερακότα φάνηκε σαν σπάραγμα από αρχαία ζωγραφική.